Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

24.1.12

Eναντίον. Ντίνος Χριστιανόπουλος


Eίμαι εναντίον. Ντίνος Χριστιανόπουλος

20:01, 23 Ιαν 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/82730
 Είμαι εναντίον* της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται....
Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου - και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων.
Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά - και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας.
Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων, σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και την δίψα μας για λεφτά΄ ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.
Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Πότε μου δεν πάτησα σε υπουργείο, και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορία, που με γδέρνει.
Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους΄ όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες - όλες το ίδιο σκατό.
Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.
Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο΄ φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετούμε το τσιγάρο μας στο δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα.
(Kείμενο του 1977, στο περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, αρ. 1, Ιανουάριος - Απρίλιος 1979)
Την πρόθεσή του να μην παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού όπως και το χρηματικό έπαθλο που το συνοδεύει γνωστοποίησε σήμερα, ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η αντίδραση του ήταν άμεση μόλις έγινε γνωστή η είδηση της βράβευσής του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του. "Δεν θα εμφανιστώ ούτε θα απλώσω το χέρι για να το πάρω. Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Κατ' αυτόν τον τρόπο σχολίασε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ τη διάκρισή του, ο 81χρονος ποιητής της Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος, παραπέμποντας στο παραπάνω κείμενό του με τον εμβληματικό τίτλο «Εναντίον»*.

[youtube=http://www.youtube.com/watch?v=SphlpGtAHik&feature=player_embedded]
-------------------
Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος καὶ κριτικὸς, o Ντίνος Χριστιανόπουλος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931. Φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1958 ως το 1965 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης. Παράλληλα το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό "Διαγώνιος", που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις.
Το 1962 δημιούργησε τις "Εκδόσεις της Διαγωνίου" και από το 1965 εργάστηκε ως διορθωτής και επιμελητής. Το 1974 ίδρυσε τη Μικρή Πινακοθήκη της Διαγωνίου που έχει ως στόχο την προβολή νέων καλλιτεχνών της συμπρωτεύουσας, με στενούς συνεργάτες του Κάρολο Τσίζεκ και Νίκο Νικολαΐδη. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1949 με τη δημοσίευση του ποιήματος "Βιογραφία" στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης "Μορφές".
Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Εποχή των ισχνών αγελάδων".
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τοποθετείται ανάμεσα στους σημαντικότερους ποιητές της ομάδας που είναι γνωστή ως "Κύκλος της Διαγωνίου" και κινήθηκε στο πλαίσιο του ομώνυμου περιοδικού που ο ίδιος ίδρυσε (Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Τάσος Κόρφης, Βασίλης Καραβίτης κ.α.). Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονα ερωτική διάθεση και επιρροές από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ντίνου Χριστιανόπουλου βλ. Ζήρας Αλεξ., "Χριστιανόπουλος Ντίνος", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 9β. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε
όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος.
(Μικρά ποιήματα από τη συλλογή ''Το κορμί και το σαράκι'')
Επιλογή από ποιήματά του:
Ενός λεπτού σιγή (Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας)
Ιθάκη (Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια)
Απολογισμός της μοναξιάς (Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)
Βρόχος (Τώρα που σ' έχω διαγράψει απ' την καρδιά μου)
Εκείνοι που μάς παίδεψαν (Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)
Έρωτας (Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια)
Με κατάνυξη ('Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)
Όταν σε περιμένω ('Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)
Τέλος (Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)
Εγκαταλείπω την ποίηση (Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)
Η θάλασσα (Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα)
Μικρά ποιήματα από «Το κορμί και το σαράκι»
Επικίνδυνη μοναξιά (Όταν τις νύχτες τριγυρνώ στη μοναξιά μου)
Αναστολή (Ό,τι ονειρεύτηκα τόσα και τόσα βράδια)
Eκείνοι που μας παίδεψαν (Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)
Ενός λεπτού σιγή (Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας)
Το δάσος (Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας)
Ο φωτογράφος (Σ΄ αυτήν εδώ τη γειτονιά / σ΄ αυτά εδώ τα μέρη)
Τί να τα κάνω τα τραγούδια σας (...ποτέ δε λένε την αλήθεια)
Ιθάκη (Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια)
Απολογισμός της μοναξιάς (Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)
Βρόχος (Τώρα που σ΄ έχω διαγράψει απ΄ την καρδιά μου)
Έρωτας (Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια)
Με κατάνυξη (Έλα ν΄ ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)
Όταν σε περιμένω (Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)
Τέλος (Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)
Εγκαταλείπω την ποίηση (Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)
Η θάλασσα (Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα)
Μικρά ποιήματα από «Το κορμί και το σαράκι»
39 ποιήματα :
Το πεινασμένο σκυλί (Μια διαδήλωση κατεβαίνει στην Τσιμισκή)
Υπογεγραμμένη (Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη)
Μαγδαληνή (Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του)
Στο δρόμο της Δαμασκού (Αδύνατο να δούμε τίποτε∙ μόνο ακούγαμε)
Σαββάτο βράδυ (απ' το Βαρδάρι ως το Συντριβάνι)
Τσαϊράδα (Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε)
Ένας ευήθης μαλώνει  τα δέντρα (Δε λέω, έχετε δίκιο. Όμως κι εσείς τι κάνατε ως τώρα για ν' αποτρέψετε τις πυρκαγιές;)
Τι κέρδισα (Δυο χρόνια τώρα έδινα, και τίποτα δεν έπαιρνα)
Τύψεις (Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει)
Εκείνοι που μας παίδεψαν (Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ)
Το δάσος (Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας)
Εγκαταλείπω την ποίηση (Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία)
Τι γυρεύω (Τι γυρεύω εγώ σ' αυτές τις νύχτες)
Το απόγευμα (Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατέλειωτη συζήτηση στο πεζοδρόμιο)
[νέες συλλήψεις] (Θανάση, γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά;)
Όλο και πιο πολύ (Στους ανεπαίσθητους ψιθύρους της εσπέρας)
Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί (...να χορτάσω κι απόψε την έξαψή μου)
Το πάρκο (Παροπλισμένα γεροντάκια και νταντάδες)
Αποστρατευμένοι (Τώρα δεν έχει πια ΕΣΑ)
Με κατάνυξη (Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά)
Όταν σε περιμένω (Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι)
Το αιώνιο παράπονο (Ό,τι κι αν κάνει το δοντάκι του γραμμόφωνου)
Εγνατία (Με τσάκισε κι απόψε η Εγνατία)
Η φυσαρμόνικα (Μες στα ψυχρά παγωμένα γραφεία)
Το έγκλημα της μοναξιάς (Κάθε που πέφτει επικίνδυνα το βράδυ)
Κακόφημη συνοικία (Κάθε λίγο και λιγάκι βγαίνει στο μπαλκόνι της και τινάζει)
Απολογισμός της μοναξιάς (Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης)
Τέλος (Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά)
Βρόχος (Τώρα που σ' έχω διαγράψει απ' την καρδιά μου)
Ρήμαγμα (Τις παγωμένες νύχτες)
Η κακιά στιγμή («Τα μάθατε; Ο τάδε το και το»)
Έρωτας (Το χειμώνα χωνόμασταν σ' ένα γιαπί)
Night Club (Κάθε φορά που έρχεται ο στόλος)
Χριστούγεννα (Φυσούσε ένας διαβολεμένος βαρδάρης)
Κατατρέχουν τη γραφικότητα (Ήρθαν κύριοι με τσάντες και μεζούρες)
Ανοίγεις και κλείνεις σα λουλούδι (Έρχομαι -- μουδιασμένος με υποδέχεσαι)
Μικρά ποιήματα (Φίλος ποιητής, διευθυντής εταιρείας)
Όσο με πληγώνεις (Ολόκληρος στον έρωτα δοσμένος)
Από το αφιέρωμα του translatum.gr στους ποιητές της Θεσσαλονίκης
Δύο μικρά πεζά:
Ιπποκλείδης (Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του)
Ανταπόκριση (Ένα πρωί ξύπνησα με πολύ κέφι. Βγήκα στο μπαλκόνι του κήπου κι έριξα μια ματιά στα δέντρα)
Οπτικοακουστικό υλικό:
Η εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ αφιερωμένη στον ποιητή από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ.
Ο Χριστιανόπουλος διαβάζει Χριστιανόπουλο από το indymedia.
(πηγή www.sarantakos.com)
Μην ξεχνάς
όταν σε λέω λεβεντιά
μην ξεχνάς πως είσαι μαλάκας
όταν σε λέω γλύκα μου
μην ξεχνάς τι ξυλάγγουρο είσαι
όταν μου λες πως μ'αγαπάς
μην ξεχνάς τα παζάρια που προηγήθηκαν
και μη θαρρείς πως είσαι τίποτα
επειδή σε προσκυνώ
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Από τη συλλογή ''Το κορμί και το σαράκι''

23.1.12

Πώς πρέπει να είναι ο δάσκαλος. Χρίστος Τσολάκης



Πώς πρέπει να είναι ο δάσκαλος


"Δεν γνωρίζει κανείς καλά, παρά μόνο ότι τον έχει κάνει να το αγαπήσει. Αν κάτι δεν το αγάπησες, δεν το γνωρίζεις καλά. Το σχολείο πρέπει να είναι μια ευτυχισμένη οικογένεια! Αυτή την μεταρρύθμιση θα τη βάλουμε καμιά φορά στο μυαλό μας; Τα άλλα ειναι μερεμέτια!"
Χρίστος Τσολάκης

"Οι μαθητές είναι οι καλύτεροι δάσκαλοι!" Χρίστος Τσολάκης

Ο δάσκαλος Χρίστος Τσολάκης - ομότιμος καθηγητής στο Παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής εκπαίδευσης του ΑΠΘ ήταν καλεσμένος στην εκπομπή "Στα Άκρα" την Παρασκευή 10 Ιουνίου του 2011 και μίλησε για παιδεία, μόρφωση, καλλιέργεια, και για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Αναφέρθηκε στους δασκάλους του, τους γονείς του, τους εκπαιδευτικούς μας και το σχολειό.
Τόνισε πρωτίστως την αγάπη για τα παιδιά και παράλληλα για το γνωστικό αντικείμενο.



(φωτο από http://sakellarakis.gr/site/)

22.1.12

Αποφάσισα να κηρύξω κι εγώ τον πόλεμο. Γιάννης Μακριδάκης

Αποφάσισα να κηρύξω κι εγώ τον πόλεμο. Γιάννης Μακριδάκης

14:01, 22 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/82568
Ο συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης, δίνει συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ήλιος με δόντια», εκδ. Εστία -το οποίο είναι υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας- όπως και για την κόκκινη σημαία που ανεμίζει στη Βολισσό της Χίου, συμβολίζοντας χωρίς λόγια, όσα με λέξεις και πράξεις καταγράφονται στα ιστορικά βιβλία του, στα άρθρα, στις πολύχρονες ανθρωπολογικές και άλλες έρευνες, στον ακτιβισμό, στις πολιτικές θέσεις του, στα λογοτεχνικά μυθιστορήματα και νουβέλες και κυρίως, στον καθημερινό τρόπο της ίδιας του της ζωής.
Πότε ο "ήλιος με δόντια" σε σχέση με τις ιστορικές αναφορές του βιβλίου ξεκίνησε να δημιουργείται ως ιδέα στο μυαλό σου;
Όταν ολοκλήρωσα την ερευνητική μου εργασία και τη μελέτη των 11.250 φύλλων των καθημερινών εφημερίδων της Χίου, περιόδου 1912-40 και έγραψα το 10.516 μέρες ιστορία της νεοελληνικής Χίου, τότε συνειδητοποίησα ότι είχα χωνεμένα μέσα μου όλα τα κοινωνικοπολιτικά τεκταινόμενα της εποχής και θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να τα εξιστορήσω ως ένας άνθρωπος "λοξός", που τα «έζησε» και τα είδε με τη δική του ματιά. Το ιστορικό γεγονός του βομβαρδισμού του Βίριλ μού έδωσε την σπίθα και, βασικά, το σημείο στο οποίο θα τελείωνε η ιστορία που είχα να πω.


θα μπορούσες να κάνεις ένα είδος φλας μπακ και να περιγράψεις όλη τη δημιουργική πορεία αυτού του βιβλίου, από τη στιγμή που είχες την ιδέα να το γράψεις μέχρι που το τελείωσες;
Ήταν πολύ ψυχοβγαλτικό, αυτό θυμάμαι. Ο Κωσταντής έβγαινε πολύ επώδυνα από μέσα μου. Στην αρχή δεν ήξερα ποιος είναι. Στην πορεία κατάλαβα. Μετά τις πρώτες σελίδες της αφήγησής του ένιωσα τι σόι άνθρωπος είναι αυτός που ξεπετάχτηκε έτσι αναπάντεχα. Στην αρχή ένιωθα σαν να μου τα έλεγε κάποιος που δεν τον είχα ξαναδεί κι εγώ να τα έγραφα μη ξέροντας αν κάνω καλά να τον εμπιστεύομαι και να τον ακούω.
Έγραψα τον μονόλογό του και ύστερα δεν ήξερα τι να τον κάνω.
Ένιωθα ότι έχω γράψει κάτι που ρέει πολύ όμορφα, που μου αρέσει πολύ σαν κείμενο αλλά που από μόνο του δεν στέκει.
Και τότε έκανα παύση και σκέφτηκα με το μυαλό μου για πρώτη φορά. Από αυτή τη σκέψη βγήκαν οι επόμενοι αφηγητές και το υπόλοιπο βιβλίο. Δηλαδή το βιβλίο είναι προϊόν παρόρμησης κατά το πρώτο μέρος και προϊόν σκέψης κατά το υπόλοιπο.
Και ο ίδιος ο Κωσταντής, από που νομίζεις ότι… ξεπήδησε και τι ήταν αυτό που κυρίως ήθελε να γίνει γνωστό από τη «ζωή» του;
Από την αγάπη μου για τους ανθρώπους που ζούνε ως λοξοί μέσα στην κοινωνία ξεπήδησε. Που δίνουνε τις προσωπικές τους μάχες κάθε μέρα για την κατάκτηση της ελευθερίας και της έκφρασης της ψυχής τους. Για όσους πορεύονται νιώθοντας και όχι μόνο σκεπτόμενοι. Για αυτούς που στην αιώνια μάχη νου - ψυχής δεν έχει καμιά τύχη η λογική μπρος στο συναίσθημα.
Την αλήθεια του ήθελε να δείξει ο Κωσταντής, τι άλλο; Την αλήθεια του που ως δική του αλήθεια ήτανε η μόνη αλήθεια.


"Για να καταπιαστεί ένας συγγραφέας λογοτεχνίας με ένα θέμα από την Ιστορία πρέπει να έχει ενεργή πολιτική συνείδηση" έχει πει η Ρέα Γαλανάκη. Σε όλα τα βιβλία όπως και στα άρθρα σου που κατά καιρούς δημοσιεύονται, διαφαίνονται έμμεσα ή άμεσα και κάποιες πολιτικές θέσεις. Ποιό είναι το κυριότερο πολιτικό μήνυμα του "ήλιου με δόντια";
Συμφωνώ απόλυτα με την φράση της Ρέας Γαλανάκη και μάλιστα θα έλεγα, ότι όποιος γράφει δημόσια θα πρέπει να έχει ενεργή πολιτική συνείδηση. Προσωπικά είμαι ον πάνω απ' όλα πολιτικό και γι' αυτό μόνο πολιτικά βιβλία γράφω. Το ήλιος με δόντια είναι μάλλον το λιγότερο ενδεικτικό. Εννοώ ότι στη Δεξιά τσέπη, στο Λαγού μαλλί και στην Άλωση της Κωσταντίας είναι πιο φανερά τα πολιτικά μηνύματα. Εδώ έχουμε ένα μήνυμα για την διαφορετική οπτική της ζωής και της αλήθειας του καθενός, για τον σεβασμό στην κάθε προσωπικότητα, για την εικόνα που έχει ο καθένας από μας για τον εαυτό του και για τους γύρω του αλλά και για την εικόνα που σχηματίζουν οι οργανωμένες κοινωνίες για τους ανθρώπους που διαφέρουν.
Μέσα από τα άρθρα σου κυρίως, εκφράζεις μία διαφορετική πολιτική θέση-πρόταση, από τις υπάρχουσες, υπογράφοντας, μάλιστα, κατά καιρούς, και ως "Κότσυφας"! Θα ήθελες να πεις κάτι γι αυτόν... και τον τρόπο ζωής του απέναντι στην κρίση;
Αυτό σηκώνει μεγάλη συζήτηση. Επιγραμματικά θα πω ότι πραγματεύομαι εδώ και πολύν καιρό μέσα μου το ζήτημα της ανθρώπινης πορείας επί της γης. Σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι όσο πετυχαίνουν την πολυπόθητη "ανάπτυξη" και όσο κατακτούν γνώσεις και τεχνολογίες που διευκολύνουν τον βίο τους, τόσο χάνουν ταυτόχρονα πρωτογενείς γνώσεις και υλικά τα οποία όμως είναι τα βασικότερα για την επιβίωσή τους ως όντα. Δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος, όσα επιτεύγματα κι αν έχει κατακτήσει, αν αφήσει να χαθούν ή να μεταλλαχθούν οι σπόροι κι αν δεν υπάρχουν οι μέλισσες. Όλος μας ο σύγχρονος πολιτισμός δηλαδή έχει ξύλινα ποδάρια και μπορεί να καταρρεύσει από τη μια στιγμή στην άλλη. Και τότε κανένα τεχνολογικό επίτευγμα και καμιά εξεζητημένη γνώση δεν θα μπορεί να μας σώσει. Προσωπικά έχω επιστρέψει στα βασικά. Βιώνω την καθημερινότητά μου ψάχνοντας παλιά υλικά και μεθόδους για να μην τις αφήσω να χαθούν. Σπόρους, καλλιέργειες, μεθόδους συντήρησης τροφών. Είμαι οπαδός της Αποανάπτυξης και της στροφής προς τις μικρές οικιακές αυτόνομες μονάδες και όχι προς τον γιγαντισμό προς τον οποίον οδεύει εδώ και χρόνια η σύγχρονη ζωή μας. Μάχομαι κάθε μέρα για την επίτευξή της Αποανάπτυξης και της σμίκρινσης διότι πιστεύω ότι μόνο μέσω αυτού του τρόπου ζωής έχει μέλλον το ανθρώπινο είδος στον πλανήτη.

Η κόκκινη σημαία που ανεμίζει πάνω σε ένα ξύλινο κοντάρι, εκεί στο σπίτι σου, στη Βολισσό της Χίου, τι συμβολίζει;
Άκουσα τόσες φορές τους πολιτικούς μας ταγούς και σωτήρες της πατρίδας τα τελευταία δύο χρόνια να μας λένε ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο. Είδα και τα έργα τους και πείστηκα. Αποφάσισα, λοιπόν, να κηρύξω κι εγώ τον πόλεμο. Στον σύγχρονο τρόπο ζωής, στην ανάπτυξη και στον καπιταλισμό. Η κόκκινη σημαία είναι το λάβαρο που εκφράζει μάχη της ψυχής ενάντια στον λογισμό, τη μάχη του ανθρώπου ενάντια στο άτομο, στον καταναλωτή. Είμαστε σε πόλεμο και έχουμε χρέος να πολεμήσουμε. Γι' αυτό κι εγώ έχω αφήσει στην άκρη τη συγγραφή και πολεμώ καθημερινά. Με πολιτικά κείμενα και με αγώνα για τη διάσωση πρωτογενών μεθόδων και υλικών, τα οποία θέλει το καπιταλιστικό σύστημα να μας κάνει να χάσουμε ή να ξεχάσουμε, για να χειραγωγήσει το μέλλον μας. Δεν υποκύπτουμε όμως. Θα μαχόμαστε μέχρι τελευταίας πνοής και, αν μη τι άλλο, κάτι θα έχουμε περισώσει για να βρουν οι επόμενοι και να συνεχίσουν τον πόλεμο.
Στο νέο βιβλίο σου "Το ζουμί του πετεινού" που θα κυκλοφορήσει σε μερικούς μήνες από τις εκδόσεις της Εστίας, τι θέμα πραγματεύεται;
Είναι μια νουβέλα. Δίδυμη του Λαγού μαλλί. Το Λαγού μαλλί ήταν για έναν ψαρά, θαλασσινό, παλιό σκαρί, και πως βιώνει την κρίση. Το ζουμί του πετεινού που θα κυκλοφορήσει και αυτό από τις εκδόσεις Εστία, περιγράφει έναν αυτάρκη αγρότη και πως αυτός δε μπορεί να καταλάβει τι είναι οικονομική κρίση. Όταν κάπως το κατανοεί, από τις κουβέντες τρίτων, παθαίνει ο ίδιος κρίση. Νευρική. Αλλά δεν κρατάει πολύ. Τρεις μέρες ίσα ίσα.
Στις 10 Μαρτίου στην Αθήνα στο Pocket Theater in Athens του Μικρού Πολυτεχνείου, έχει πρεμιέρα η θεατρική παράσταση του "Ήλιου με δόντια" από τον σκηνοθέτη Βασίλη Βασιλάκη. Ποια σκηνή της ιστορίας του βιβλίου θα επιθυμούσες να έχει αναδειχτεί στην συγκεκριμένη πρώτη θεατρική διασκευή του;
θα ήθελα να έχει αναδειχτεί η σκηνή που ο Κωσταντής πέφτει θύμα της αλλαγής του ημερολογίου. Διότι είναι ένα γεγονός που δείχνει πόσο μπορεί ένα ιστορικό γεγονός να επηρεάσει τον προσωπικό βίο του καθενός μας. Δείχνει ότι όλες οι ιστορικές αλλαγές γίνονται επί ανθρώπινων ψυχών και αυτό δείχνουμε να το έχουμε ξεχάσει πλήρως. Κυρίως τελευταία που η έννοια άνθρωπος έχει αντικατασταθεί από την έννοια καταναλωτής.


------------
Άρθρα του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη στο tvxs.gr:

------------
Άρθα του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη στο tvxs.gr:
Σχετικά Άρθρα:

21.1.12

Χωρίς συναίσθημα δεν υπάρχει τέχνη. Ρέα Γαλανάκη

Χωρίς συναίσθημα δεν υπάρχει τέχνη. Ρέα Γαλανάκη

tvxs.gr/node/82466
Χωρίς συναίσθημα δεν υπάρχει τέχνη. Η συγκίνηση του δημιουργού, αυτό που εγώ τουλάχιστον αποκαλώ συναίσθημα, είναι προϋπόθεση της τέχνης.
Η λειτουργία, ωστόσο, του συναισθήματος είναι διπλή. Από τη μια μεριά το συναίσθημα είναι προϋπόθεση δημιουργίας, από την άλλη το συναίσθημα είναι κι ένας από τους βασικούς σκοπούς της τέχνης: να «αγγίξει», δηλαδή, το θυμικό του αποδέκτη της, ώστε να εκμαιεύσει κι απ’ αυτόν συναισθήματα αντίστοιχα προς εκείνα που κινητοποίησαν τον καλλιτέχνη. [...]

Δεν έχει σημασία τι είναι αυτό που συγκινεί τον δημιουργό. Όπως δεν μπορεί να τεθεί ένα πλαίσιο απαγόρευσης στο θυμικό του καθενός μας, τι δηλαδή θα πρέπει να νιώθει, έτσι δεν υπάρχει πλαίσιο για το ποια συγκίνηση θα εμπνεύσει έναν δημιουργό, ούτε ποια αντίστοιχη συγκίνηση θα επιδιώξει να προκαλέσει με το έργο του.

Αυτή η «ελευθερία συγκίνησης» του δημιουργού, από την αδιόρατη ευχαρίστηση μέχρι την σκληρή οργή του, είναι μια ελευθερία που συνεπάγεται κι αυτή πολλούς και διαφορετικούς ανά εποχές κινδύνους.

Κατά βάθος, ίσως μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιες «σταθερές», λόγου χάριν τον ανθρώπινο πόνο, το καταπατημένο δίκαιο, τη συγκινησιακή ερωτική φόρτιση ή τον φόβο του θανάτου ανάμεσα σε άλλα.

Τα υπόλοιπα μάλλον είναι θέματα ιδεών μιας εποχής, ανοιχτών ή ανελαστικών θεωριών περί την τέχνη, αλλά και προσωπικών επιλογών του καθενός δημιουργού.

Δεν έχει σημασία, επίσης, αν το συναίσθημα που κινητοποιεί τον δημιουργό εκπορεύεται από την γύρω του επικαιρότητα ή από άλλες εποχές, από βιώματα ή από ιστορικά ντοκουμέντα, από τη δική του την ζωή ή από τις ζωές άλλων ανθρώπων, υπαρκτών αλλά και πλασμένων ήδη «εν φαντασία και λόγων». (Μπορεί κάποιος να συγκινηθεί από την τραγική Μήδεια, για παράδειγμα.)
Έτσι κι αλλιώς για να δονήσει κάτι τον δημιουργό, αυτό θα πρέπει να χτυπήσει μια βαθιά χορδή μέσα του.

Με άλλα λόγια, θα πρέπει να τον αφορά προσωπικά πέραν του χρόνου, του εγώ ή του εσύ, του βιωμένου γεγονότος ή των ήδη γνωστών καταγραφών του σε λέξεις, εικόνες, ήχους, σχήματα και όγκους.
Σημειώνεται έτσι μια έξοδος του δημιουργού από τον (πάντοτε;) περιχαρακωμένο εαυτό του.

Η εγερτήρια δηλαδή συγκίνηση, αν είναι βαθιά και ειλικρινής, οδηγεί τον δημιουργό ακόμη και όταν αυτοβιογραφείται στην υπέρβαση του εαυτού του, στην συνάντησή του με τους άλλους’ τον οδηγεί από τον ενικό στον πληθυντικό, από το ιδιωτικό στο δημόσιο.

Γι’ αυτό και η συγκίνηση, αν είναι βαθιά και ειλικρινής –αλλά και με επάρκεια, και με γνώση, δουλεμένη- μπορεί να δώσει στο έργο του μια «πανανθρώπινη» διάσταση. [...]

Οι μεγαλύτερες ανατροπές στην τέχνη, οι πιο ρηξικέλευθοι καινοτόμοι στην ιστορία της, μάλλον υπήρξαν αυτοί που βίωσαν με πάθος την παράδοσή της, που την μελέτησαν βαθύτερα, που –με τον τρόπο τους, θα έλεγα- την είχαν σεβαστεί ακόμη και όταν αποπειράθηκαν να την σκοτώσουν. Τουλάχιστον αυτούς θυμόμαστε.

Με το συναίσθημα ως κινητήρια δύναμη της τέχνης, συνήθως εννοούμε μια λίγο πολύ ανεπεξέργαστη συγκίνηση, από την μελαγχολική και ήπια έως την οργίλη κι άναρχη.

Ήδη το ανέφερα, ότι από μόνο του το συναίσθημα δεν συγκροτεί τέχνη.
Για μένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχει και το εξής ερώτημα: με ποιο τρόπο μεταμορφώνεται η κινητήρια συγκίνηση σε τέχνη;

Με τι άλλο συνομιλεί το συναίσθημα, αλλά και ποιοι είναι οι όροι αυτού του διαλόγου – γιατί σαφώς υπάρχει ένας διάλογος του συναισθήματος με πολλά και διάφορα κατά την διαδικασία γέννησης ενός έργου΄ και πάνω απ’ όλα με την λογική.
Τι σημαίνει αυτό; Προσωπικά δεν εννοώ την κατάργηση του (θερμού) συναισθήματος από μια (ψυχρή) λογική, μα εκείνη την πολύ δύσκολη πορεία της συγκίνησης ώσπου να κατασταλάξει σε έργο τέχνης ισορροπημένο, ολοκληρωμένο και ανακοινώσιμο.

«Θυμός» και «λόγος» πάνε παρέα σ’ αυτή τη δύσβατη οδό, κουβεντιάζοντας, δίνοντας και παίρνοντας, σταματώντας και συνεχίζοντας, καβγαδίζοντας συχνά.

Όσο κι αν η παραπάνω πορεία από τη γύρη στον καρπό μένει τελικά ανεξερεύνητη, μπορεί να πει κανείς ότι κατά την διάρκειά της λαμβάνεται η πιο σημαντική απόφαση του δημιουργού: με ποιο τρόπο, δηλαδή, θα μετουσιώσει την συγκίνησή του σε έργο τέχνης.

Αποφασίζει τι θα επινοήσει, τι θα κρατήσει και τι θα παραμερίσει, ποιες τεχνικές θα χρησιμοποιήσει, με ποιο τρόπο θα διανείμει ένα υλικό που από λίγο γίνεται σιγά σιγά πολύ, ποιο κίνδυνο αναλαμβάνει ενδεχομένως να διατρέξει, ώστε αυτό που θα προκύψει να κρατάει το άρωμα της βασικής συγκίνησης, τιθασευμένης όμως σε έντεχνη και απαιτητική μορφή. [...]

Ο δαιδαλώδης διάλογος ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική μοιάζει σαν να τερματίζεται για τον δημιουργό με την ολοκλήρωση του έργου του.
Ωστόσο, από το σημείο τούτο και μετά ξεκινάει ένας άλλος διάλογος συναισθήματος και λογικής, ή μάλλον λογικής και συναισθήματος.

Την σκυτάλη αναλαμβάνουν πλέον οι όποια κριτική, οι όποιοι αποδέκτες του έργου, η κυρίαρχη αισθητική της εποχής και οι γύρω της, ή οι εναντίον της δορυφορικές τάσεις, ακόμη και αυτός ο καθόλου αναμάρτητος κριτής – Χρόνος.

Στις μέρες μας έχει εμφανιστεί και η διαφορετική, η λιγότερο φερέγγυα, νομίζω, ανυπόγραφη ηλεκτρονική κριτική. Έτσι ο διάλογος καλά κρατεί για κάποιο διάστημα, πριν από την τόσο γρήγορη λησμονιά των έργων τέχνης.

(Απόσπασμα από το κεφάλαιο "Θυμός και λόγος" (Για το συναίσθημα στην τέχνη), του βιβλίου της συγγραφέως Ρέας Γαλανάκης, Από τη ζωή στη λογοτεχνία, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)

----------------

Αποσπάσματα ζωής, εξομολογητικές αναδρομές στο χρόνο, στα πρόσωπα και στους τόπους, σκέψεις για τη λογοτεχνία, την Ιστορία και τον σύγχρονο "γυναικείο λόγο" απαρτίζουν το βιβλίο "Από τη ζωή στη λογοτεχνία" της Ρέας Γαλανάκη.
Οι πλόες από το βιωμένο γεγονός στην ποιητική της συγγραφέως καλούν τον αναγνώστη σ' ένα ταξίδι που θα μπορούσε να είναι και δικό του.
Σ' αυτό το βιβλίο, το απολύτως ιδιωτικό είναι εν μέρει και δημόσιο, αφού οι σκέψεις της συγγραφέως έχουν γεννηθεί από ιδέες του καιρού μας, από κοινές ανησυχίες, διαπιστώσεις κι ερωτήματα. Στον αντίποδα μιας συστηματικής αυτοβιογραφίας -που ίσως κάποτε γραφτεί- το βιβλίο προτείνει μιαν αποσπασματική, πλην όμως στέρεη αλληλουχία ζωής και γραφής.

17.1.12

Εαυτούληδες. Γιάννης Σκαρίμπας






Εαυτούληδες
 


(Γιάννης Σκαρίμπας, από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν -χωρίς κανέν' να μου λείπει-
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω -μπραμ πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες-
ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες
μου όλες.

A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν -με πρησμένες τις μύτες-
με παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα μου έργα
-εμβατήρια!

Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γω πάντα,
με τη βέργα μου τώρα ψηλά -λέω- με τρόμους
να, με δαύτη μου να παρελάσω τη μπάντα
στους δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί μου -στον αέρα πηδώντας-
τα θούρια...
      

14.1.12

Στο ποτάμι


Κατέβηκε το ποτάμι ήρεμος κι ανακουφισμένος, βέβαια ήτανε βρεγμένος μέχρι το κόκκαλο, κι αυτός και ο Κάσπερ, ο πιστός τριχωτός του φίλος. Η Μάνια πιο μπροστά είχε ήδη κατέβει από τη βάρκα και γδυνότανε. Αυτή η γυναίκα είχε κάτι το απόκοσμο κί ετσι όπως την έλουζε το φώς του ήλιου στραφταλίζοντας τις σταγόνες στο κορμί της, τόσο πιο εξωτική του φαινότανε. Την γνώριζε μόλις τρεις μέρες κι όμως μαζί της ένιωθε μια οικειότητα που προσδίδουν χρόνια ολόκληρα φιλίας. “Ίσως και να ΄ναι κακό αυτό” σκέφτηκε "υποτίθεται πώς είμαστε ζευγάρι".
Τράβηξε τη βάρκα στην όχθη, έβγαλε το φλασκί από τη μέσα τσέπη του πανωφοριού του και τράβηξε δυο γερές γουλιές. Κονιάκ...
  • "όλη μέρα πίνεις" του φώναξε η γυναίκα. Γύρισε και την κοίταξε, στεκόταν εκεί εμπρός του ολόγυμνη και το σώμα της άχνιζε ...Αγκαλιαστήκανε με θέρμη.
Πέρασε το απόγευμα, η φωτιά είχε πέσει κι αυτός μ'ένα ξυλαράκι σκάλιζε τα πυρωμένα βότσαλα, έριξε πάνω δυο πέστροφες κι αυτές τσιτσίρισαν έντονα στη καυτή επιφάνεια.
-"μην τις κάψεις πάλι ..." γέλασε η γυναίκα και μπήκε στη σκηνή να φέρει μια κουβέρτα ...Την έριξε στη πλάτη του. "Εγώ θα πάω να κολυμπήσω" του είπε και κατευθύνθηκε προς το ποτάμι. Η φιγούρα της καθώς ξεμάκραινε πάλι έπαιρνε υπόσταση εξώκοσμη. Έβγαλε τις πέστροφες, τις ακούμπησε στο καλαμένιο δίσκο, έριξε από πάνω και μια πετσέτα να μην κάνει επιδρομή ο Κάσπερ κι έγειρε στο πρόχειρο στρώμα του.
Νοσταλγούσε τα χρόνια που ήτανε ελεύθερος και αφελής, που η μόνη του έννοια ήτανε με ποιά θα ξαπλώσει, πότε θα βγεί, τί θα πιεί ...αλλά περνώντας τα χρόνια ο νους του βάρυνε, ήτανε πλέον πιο δύσθυμος, πιο βαρύς, πιο σκοτεινός. Περιπλανιώταν στο παγιδευμένο ιδεώδες του μυαλού του ψάχνωντας κάτι, δίχως να γνωρίζει όμως τί είναι αυτό που τον ταλάνιζε.
Αποκοιμήθηκε με το νου του βαρύ από τις σκέψεις, τα όνειρά του το ίδιο σκοτεινά κι ατίθασα. Ξύπνησε αλαφιασμένος, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του. Γύρισε δεξιά κι αριστερά το κεφάλι του. Κανείς. Μόνο το καλάθι αναποδογυρισμένο κι ο Κάσπερ γλειφόταν με ηδονή. "Αλητάκο" μονολόγησε "Μόνο οι γάτες τρώνε ψάρια" σκέφτηκε γελώντας.
Η Μάνια δεν είχε γυρίσει ακόμα. Ανησύχησε λίγο. Πήρε τον φακό και κατευθύνθηκε προς τη λιμνούλα που σχημάτιζε το πέτρινο φράγμα που είχανε φτιάξει για να κολυμπάνε. Δεν ήτανε εκεί. Κατηφόρισε, είδε σωρό τα ρούχα της λίγα μέτρα πιο κάτω. "Αυτή η γυναίκα είναι όντως θεότρελη" σκέφτηκε.
Ευτυχώς είχε φεγγάρι, έσβησε το φακό, τον τύλιξε η ηρεμία της φύσης, το νερό που κελάρυζε, τα πλατανόφυλλα που έπαιζαν χορεύοντας από τα κλαριά, τα τριζόνια που βούιζαν ασταμάτητα, οι ξεπλυμένες πέτρες που φωσφόριζαν και του φώτιζαν το διάβα.

Η γυναίκα όμως πουθενά.
Ένα νυχτοπούλι πέρασε και βούτηξε στο νερό για να ξεδιψάσει, πλατάγισε τις φτερούγες του και μικρά μικρά κυκλάκια άρχισαν να ανοίγονται στα γαληνεμένα νερά. Μέχρι που κυμάτισαν ανάλαφρα επάνω σε ξέπλεκα μαλλιά.
"Δεν είναι η ζωή που με οδηγεί στην επιλογή αυτή, είναι ο εαυτός μου, όπου και να πάω τον κουβαλώ μαζί μου. Προσπάθησα να ξεράνω το κάκτο που ρουφά τη λιγοστή υγρασία της καρδιάς μου, έριξα σκοινί να τραβήξω την απελπισία μου, πέρασα από μονοπάτια δυσπρόσιτα, φώτισα τα πιο υγρά, σκοτεινά καλντερίμια της ψυχής μου. Αλλά παντού και πάντα είμαι εγώ. Εάν πάψω να υπάρχω, θα ελευθερωθώ ..." Αυτά ήτανε τα τελευταία της λόγια, γραμμένα σε ένα μακό, άτσαλα και μουτζουρωμένα απο το νερό.
Δεν έκλαψε γι'αυτήν, ένιωσε τη λύτρωσή της γιατί φορές ίσως η διακοπή και η απαρχή του Θανάτου είναι η μόνη αληθινή παρηγοριά. Είναι μια κάποια λύση...

4-11-2011

12.1.12

Λιλή Ζωγράφου: Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων

Λιλή Ζωγράφου: Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων

tvxs.gr/node/81712
Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν. Σε μένα ή σε άλλους. Χρόνια τώρα σπαταλιέμαι, παρακολουθώντας όλα κι όλους.
Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό.

Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν’ ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δε θα στρεφόταν κατά του καταστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη. 

Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης.

Η ζωή γίνηκε πια πάρα πολύ απάνθρωπη για να την καλουπώνουμε σε σχήματα, δε μας ανήκει καν, όπως δε μας ανήκει τίποτα, από τη γη που κατοικούμε ως τα πρόσωπά μας.

Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μάς δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ’ έναν πάγκο ή σ’ ένα κρεβάτι, να μάς φτύσει, να μάς μαστιγώσει, να μάς βιάσει.

Το Σύστημα αποχαλινωμένο καλλιεργεί σκόπιμα την ασυνειδησία, την αγριότητα, το χάος, καταλύοντας το σεβασμό για τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεν άφησε τίποτα ανεκμετάλλευτο, από το “χάσμα των γενιών” που αποκόβει τους ανθρώπους μεταξύ τους και ετοιμάζει τους αυριανούς παιδιά-καταδότες του Χίτλερ, ως την κατάργηση της οικογένειας.

Ο άνθρωπος βγαίνει στο σφυρί. 

Για να μη βρίσκει το Σύστημα καμιά αντίδραση και να μπορέσει αύριο να βγάλει ελεύθερα στο σφυρί και τις πατρίδες.

Ο Παπαδόπουλος ήταν μια δοκιμή και στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά το σύστημα των χιλιάδων πειραμάτων που πραγματοποιούνται σ’ όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η συνταγή είναι πια κοινή: Όταν ένας λαός σηκώσει κεφάλι κατά του κυβερνήτη του, εκπρόσωπου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βρείτε έναν αλήτη και αναθέστε του να περάσει χειροπέδες σ’ αυτό το λαό. Κι αφήστε τον να εξουθενωθεί.

Το πιθανότερο είναι να συνηθίσει και να ζήσει εξουδετερωμένος από τριάντα μέχρι σαράντα χρόνια, όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Επειδή όμως οι καιροί αλλάζουν, τα πράματα πάνε γρηγορότερα, η συνταγή τροποποιήθηκε.

Πάρτε τα κλειδιά από τον αλήτη, δώστε τα στον παλιό κυβερνήτη και στείλτε τον να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες. Ο λαός θα του γλείφει τα χέρια, βλέποντάς τον σαν ελευθερωτή του.

Γι’ αυτό και μεις, τα σύγχρονα πειραματόζωα, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πάντα τον όρο π.Χ., που θα σημαίνει τώρα πια “προ Χούντας”, και μ.Χ., “μετά τη Χούντα”. Γιατί το πείραμα πέτυχε και δεν πρέπει να το λησμονούμε ούτε στιγμή. Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας.

Λιλή Ζωγράφου, Οκτώβρης 1978 μ.Χ.



(Απόσπασμα από το βιβλίο Επάγγελμα πόρνη, Αλεξάνδρεια, 1998)
---------------------
Η Λιλή Ζωγράφου (1922-1998) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του και πάθος για τη δημοσιογραφία. Η Ζωγράφου φοίτησε στο Λύκειο Κοραής και στο καθολικό γυμνάσιο των Ουρσουλίνων στη Νάξο. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση ενώ ήταν έγκυος και γέννησε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Τη διετία 1953-1954 έζησε στο Παρίσι. Από τη θέση του δημοσιογράφου αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Σήμερα ζει στην Αθήνα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1950 με τη συλλογή από νουβέλλες Αγάπη, γνωστή έγινε όμως εννιά χρόνια αργότερα με την έκδοση του βιβλίου της Νίκος Καζαντζάκης - ένας τραγικός, απομυθοποιητική και ψυχαναλυτική προσέγγιση της προσωπικότητας του συγγραφέα. Συζητήσεις προκάλεσε και το δοκίμιό της Αντίγνωση - Τα δεκανίκια του καπιταλισμού στο οποίο υποστήριξε τη θεωρία της περί του χριστιανισμού ως θεμελιακού όρου για την επικράτηση του καπιταλισμού ανά τον κόσμο. Το πιο γνωστό έργο της είναι το μυθιστόρημα Η Συβαρίτισσα με έντονα αυτοβιογραφικό χρώμα και εμφανείς επιρροές από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία. Το θεατρικό έργο της Τιμή ευκαιρίας για τον παράδεισο παραστάθηκε το 1976 από τη Β΄ σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου