Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

8.4.12

Η κοινωνία ως "μηχανή αποκλεισμού". Της Κατερίνας Μάτσα

Η κοινωνία ως "μηχανή αποκλεισμού". Της Κατερίνας Μάτσα

tvxs.gr/node/90637
 
Σε μια κοινωνία η οποία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού», δημιουργώντας όρους κοινωνικού αποκλεισμού για ένα ευρύτατο και διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ο μεγαλύτερος αποκλεισμός είναι αυτός του νεκρού και του θανάτου. Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».
[...] Προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, σιωπηλοί μάρτυρες μιας χωρίς προηγούμενο κρίσης της κοινωνίας και του πολιτισμού.
Ένας πραγματικός μικρόκοσμος που βιώνει καθημερινά το θάνατο, ζώντας στο κοινωνικό περιθώριο, μέσα σ’ έναν κόσμο που γεννά και συσσωρεύει καταστροφές.
Η χρήση των ναρκωτικών γι’ αυτά τα νέα παιδιά γίνεται ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, μια διαρκής αναμέτρηση με το θάνατο.
Αναζητούν απελπισμένα τη δύση τους, γνωρίζοντας ότι κάθε δόση μπορεί να είναι η μοιραία δόση.
Ζουν μέσα στην εξαθλίωση, γνωρίζοντας ότι αυτός ο τρόπος ζωής τους εκθέτει σε μυριάδες κινδύνους (λοιμώξεις, ατυχήματα, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές κ.α.).
Παρ’ όλα αυτά επιμένουν.
Το κάνουν όχι από ευχαρίστηση, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά από ανάγκη.
Τα ναρκωτικά δεν αποτελούν αντικείμενο επιθυμίας αλλά ανάγκης.
Η εξάρτηση δεν είναι παρά ένας τυραννικός καταναγκασμός, καθημερινό μαρτύριο, που μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση.
Για τους τοξικομανείς η προβληματική της επιθυμίας έχει μετατεθεί στο πεδίο της ανάγκης, ο θάνατος κυριαρχεί στην ψυχική σκηνή.
«Μέσα από τη χρήση των ναρκωτικών», λέει η Sylvie Le Poulichet, «επιτελείται μια διαρκής προσομοίωση θανάτου».
Η έναρξη της χρήσης ουσιών γίνεται, συνήθως, στην αρχή της εφηβείας.
Είναι η ηλικία της ανακάλυψης της άγνωστης, ακόμα, ηπείρου της σεξουαλικότητας και της συνάντησης του υποκειμένου με το ζήτημα του θανάτου.
Είναι η εποχή της αναμέτρησής του με το άγνωστο, το τυχαίο, το αβέβαιο, μέσα σε ένα φαντασιωτικό παιχνίδι, όπου το επίδικο είναι η ζωή του ή ο θάνατός του.
Από την ικανότητά του να «επιβιώσει» ψυχικά μέσα από αυτή την αναμέτρηση, από την ικανότητά του, δηλαδή, να βρει το δικό του πέρασμα προς τη ζωή, θα εξαρτηθεί το ίδιο το ψυχικό του γίγνεσθαι.
Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχουν βαθιά ελλείμματα στον ψυχισμό του και συνθήκες κρίσης στο οικογενειακό και στο κοινωνικό περιβάλλον, τότε αυτό το πέρασμα προς τη ζωή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ικανοποιητικά για το άτομο και το παιχνίδι με το θάνατο γίνεται τρόπος ζωής, που μπορεί να πάρει τη μορφή της τοξικομανίας. […]
Το βέβαιο όμως είναι ότι σ’ αυτό το μακάβριο παιχνίδι η διαρκής πρόκληση του θανάτου αποσκοπεί, βασικά στην ακύρωσή του. […]

Όταν κάνουν χρήση δεν έχουν στο μυαλό τους το θάνατο, δεν επιδιώκουν – εκτός από συγκεκριμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου συνυπάρχει ψυχοπαθολογία – να αυτοκτονήσουν. Ρισκάρουν το θάνατο για να κερδίσουν τη ζωή.
Επιδιώκουν, βασικά, να αποδείξουν –στον εαυτό τους, πρώτα απ’ όλα- ότι μπορούν να ακυρώσουν το θάνατο και να βγουν νικητές.
Κρύβουν την τρομακτική τους ανασφάλεια πίσω από την επίδειξη της –φαντασιωσικής- παντοδυναμίας που δίνουν τα ναρκωτικά. […]

Η χωρίς όρια ηδονή επιδιώκεται για να αντισταθμίσει τον χωρίς όρια ψυχικό πόνο, το βασανιστικό αίσθημα του ανικανοποίητου, το τρομακτικό βίωμα του εσωτερικού κενού, απότοκο των τεράστιων ελλειμμάτων του ψυχισμού του.
Γι’ αυτό η λήψη υπερβολικής δόσης (OD) είναι τόσο συνήθης πρακτική, στην οποία ο ίδιος ελάχιστες, σχετικά, φορές δίνει το χαρακτήρα της απόπειρας αυτοκτονίας. […]
Όταν κάνει χρήση δεν υπάρχει γι’ αυτόν ο Άλλος, ως ζωντανή παρουσία στη ζωή του.
Υπάρχει μόνο το χάσμα της απουσίας, που δίνει τραγική διάσταση στη μοναξιά του.
Ο θάνατος, λοιπόν, σφραγίζει την καθημερινότητα της μίζερης ζωής τους, γιατί έχει ήδη σφραγίσει, από πριν, τον εσωτερικό ψυχικό τους κόσμο.
Μέσα σ’ αυτόν βρίσκεται, συχνά, κλεισμένος ένας αγαπημένος νεκρός που δεν μπόρεσαν να τον πενθήσουν, εγκιβωτισμένος σε μία «κρύπτη» στο εσωτερικό του Εγώ.
Το πένθος αυτού του νεκρού ήταν ανέφικτο μέσα στις συνθήκες που συντελέστηκε η μεγάλη απώλεια.
Αυτός ο ψυχικός τραυματισμός, που δεν έγινε δυνατό να μεταβολιστεί ψυχικά, μπορεί να συνδέεται με προσωπικά βιώματα, μπορεί όμως και να μεταδόθηκε από προηγούμενες γενιές και να αφορά συλλογικές εμπειρίες (της κοινότητας, του έθνους, της κουλτούρας στην οποία ανήκει η οικογένεια του συγκεκριμένου ατόμου).
Αυτό το τραύμα διαμορφώνει με πολύπλοκο και κρυπτικό, συνήθως, τρόπο τα δυναμικά της ψυχικής ζωής του ίδιου αλλά και της οικογένειάς του.
Γεννά κρύπτες και «φαντάσματα» που «στοιχειώνουν» τους ζωντανούς. […]
Η κλινική μας εμπειρία επιβεβαιώνει την παρουσία όλων αυτών των φαινομένων σε πολλούς τοξικομανείς, που προσήλθαν στον Συμβουλευτικό Σταθμό του 18 ΑΝΩ και ζήτησαν να ενταχθούν σε κάποιο από τα θεραπευτικά προγράμματα που υλοποιούνται στη Μονάδα.
Παρατηρήσαμε αρχικά ότι στο ιστορικό της οικογένειας των τοξικομανών αναφέρονται πολλοί θάνατοι, συνήθως πρόωροι και απροσδόκητοι.
Το πένθος γι αυτούς τους νεκρούς δεν έγινε εφικτό, για πολλούς λόγους, ιδιαίτερους για τον καθέναν.
Η έναρξη της χρήσης ουσιών τοποθετείται, συνήθως, χρονικά, μετά την τραυματική απώλεια και ο αδύνατο πένθος της. […]
Παρατηρήσαμε στην κλινική πράξη ότι στις περιπτώσεις που υπήρχε αδύνατο πένθος η θεραπευτική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οι υποτροπές συχνές, ακόμα και μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος.
Σ’ αυτά τα άτομα αναπτυσσόταν, συχνά, μετά την απεξάρτησή τους από τα ναρκωτικά, μια εξαρτητική σχέση με το αλκοόλ, η οποία προηγούνταν της υποτροπής στα ναρκωτικά και στη συνέχεια εξελισσόταν παράλληλα. […]
Η επιθυμία να φωτιστούν και να διερευνηθούν διεξοδικά όλα αυτά τα ζητήματα υπαγορεύτηκε βασικά από την ανάγκη να συμβάλουμε, ως 18 ΑΝΩ και στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, στο να γίνει η θεραπευτική διαδικασία της απεξάρτησης πληρέστερη, να προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος και να είναι πιο αποτελεσματική.
Μ’ άλλα λόγια, διερευνήσαμε το πεδίο του θανάτου για να υπηρετήσουμε τη ζωή.

Η απώθηση του θανάτου και του πένθους
[…] Η διαδικασία του πένθους πραγματοποιείται στον τόπο της συνάντησης του ψυχικού με το κοινωνικό.
Η έκφραση του πένθους παίρνει πολλές μορφές (θρήνος, παράπονο, θλίψη, άγχος, οργή, αγανάκτηση, κ.α.).
Στους περισσότερους πολιτισμούς ο θρήνος αποτελεί την πρώτη αντίδραση στο θάνατο.
Σε όλους τους τύπους κοινωνιών οι τιμές στο νεκρό αποδίδονται μέσα από επιθανάτιες τελετές.
Πάντως ο τρόπος που εκφράζεται το πένθος σε μια κοινωνία συναρτάται στενά με την κουλτούρα της, με τον τρόπο που αφήνει ελεύθερα, προβάλλει και νοηματοδοτεί ή αντίθετα καταπνίγει και απαγορεύει να εκφραστούν τα αρνητικά συναισθήματα που γεννά η απώλεια.
Στις παραδοσιακές, τις προκαπιταλιστικές, κοινωνίες η εργασία του πένθους είχε κοινωνικό χαρακτήρα και αποτελούσε μέρος ενός τελετουργικού, στο πλαίσιο μια κοινωνικής πρακτικής, που περιελάμβανε ένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο γύρω από τον πενθούντα και μία διαδικασία από κοινού συμμετοχής της κοινότητας στο πένθος για τον νεκρό. […]
Ο άνθρωπος σ’ εκείνες τις κοινωνίες ήταν βαθιά και άμεσα κοινωνικός και δεν διαχώριζε τον εαυτό του από τη φύση.
Η οικειότητα με το θάνατο ήταν μια μορφή παραδοχής της τάξης και της φύσης.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα, οι δημογραφικές μεταβολές, η βιομηχανική επανάσταση και η πρόοδος της Ιατρικής άλλαξαν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στο θάνατο.
Ο θάνατος καθενός, καθώς και ο θάνατος των οικείων του, εσωτερικεύεται, απωθείται και εκδιώκεται από την καθημερινότητά του.
Η απώλεια ενός οικείου και ο χρόνος του πένθους δεν αποτελούν πλέον μια εμπειρία στην οποία συμμετέχει και το κοινωνικό σώμα.
Το πένθος στις κοινωνίες της νεωτερικότητας έχει χάσει το κοινωνικό του χαρακτήρα και έχει γίνει μια στενά ατομική υπόθεση, μια ατομική ψυχική διεργασία.
Αυτό που κυριαρχεί σε κοινωνικό επίπεδο είναι η απώθηση του θανάτου μέσα σε συνθήκες ακραίας εξατομίκευσης.
«Η σύγχρονη κοινωνία», λέει ο Αρίες, «στερεί τον άνθρωπο από το θάνατό του και δεν του τον επιστρέφει παρά μόνο εφόσον δεν πρόκειται να ταράξει τους ζωντανούς. Από την άλλη μεριά, απαγορεύει στους ζωντανούς να δείχνουν συγκινημένοι από το θάνατο του άλλου, δεν τους επιτρέπει ούτε να κλάψουν τους νεκρούς, ούτε να κάνουν ότι τους νοσταλγούν».
Σε μια κοινωνία η οποία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού», δημιουργώντας όρους κοινωνικού αποκλεισμού για ένα ευρύτατο και διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ο μεγαλύτερος αποκλεισμός είναι αυτός του νεκρού και του θανάτου.

«Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».

Οι σύγχρονες πόλεις είναι χτισμένες σαν να μην υπάρχει θάνατος. Το φέρετρο είναι πολύ δύσκολο να φτάσει στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας ή του ουρανοξύστη.
Κανείς πια δεν είναι διαθέσιμος για να «ξενυχτήσει» τον νεκρό στο σπίτι του το τελευταίο βράδυ πριν από την ταφή και να συμπαρασταθεί στους πενθούντες συγγενείς του. […]
Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές απουσιάζει τραγικά ένα υποστηρικτικό δίκτυο ανθρώπων γύρω από τους πενθούντες, για να μοιραστεί μαζί τους τον πόνο της απώλειας και να θρηνήσει τον νεκρό.
Όμως η εμπειρία του πένθους χρειάζεται, οπωσδήποτε, έναν συνομιλητή για να βιωθεί και να εκφραστεί με λόγια, να μιληθεί. […]
Ο θάνατος του προσφιλούς προσώπου πρέπει να εγγραφεί κοινωνικά, να πάρει το χαρακτήρα μιας κοινής «μαρτυρίας», μιας από κοινού συμμετοχής στον πόνο της απώλειας, ενός συλλογικού θρήνου.
Η απουσία αυτού του κοινωνικού συνομιλητή που μπορεί να λειτουργήσει για τους πενθούντες ως υποστηρικτικό δίκτυο οδηγεί στην αποκοινωνικοποίηση και τελικά στην απώθηση του πένθους.
Ο βαθμός της απώθησης του πένθους σε κοινωνικό επίπεδο αποτελεί δείκτη του βαθμού αποξένωσης των ανθρώπων, μέτρο της κοινωνικής αλλοτρίωσης.
Μέσα στις συνθήκες που ορίζονται από την κυρίαρχη σήμερα ιδεολογία του ατομικισμού διαμορφώνεται ο ψυχισμός της νέας γενιάς, της γενιάς «χωρίς μέλλον» (generation no future”) και εμφανίζεται πολύμορφα η αδυναμία της, σε συλλογικό επίπεδο, να επιτελέσει το πένθος της για ένα καλύτερο μέλλον, που δικαιούται, αλλά της το στερούν.
Μήπως, λοιπόν, αυτό το αδύνατο πένθος των νέων της εποχής μας γίνεται ένας από τους παράγοντες που πυροδοτούν, σε τόσο μεγάλη έκταση, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές τους; Μήπως η σημερινή κοινωνία του θεάματος είναι ανίκανη να πενθήσει επειδή έχει μετατρέψει και τον ίδιο το θάνατο σε θέαμα;
Ακόμα και οι μαζικοί θάνατοι των πολέμων, των βομβαρδισμών, των μαζικών καταστροφών δεν αντιπροσωπεύουν για τον θεατή τους – που τους παρακολουθεί στην τηλεόραση, αμέτοχος, με το αίσθημα της ασφάλειας που παρέχει ο ιδιωτικός του χώρος- παρά απλές τηλεοπτικές εικόνες που συντηρούν την ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος δεν τον αφορά προσωπικά, είναι κάτι ξένο προς αυτόν, δεν επηρεάζει την καθημερινότητά του.
Πίσω από αυτή την αδυναμία του μέσου ανθρώπου της εποχής μας να αποδεχτεί το θάνατο και να μιλήσει ανοιχτά για αυτόν, βρίσκεται η αδυναμία του να πενθήσει τους νεκρούς του.
Βρίσκεται η ανικανότητά του να επεξεργαστεί ψυχικά τον τραυματισμό της απώλειας και να τον επουλώσει.
Βρίσκεται μια βαθιά ελλειμματική λειτουργία συμβολοποίησης και μετουσίωσης.
Γι’ αυτό δεν αντέχει τον ψυχικό πόνο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον ναρκώνει.
Ακόμα και στις κορυφαίες στιγμές του αποχαιρετισμού του νεκρού, κατά την τελετή της ταφής του, οι πενθούντες, συγγενείς και φίλοι, παρευρίσκονται συνήθως με ναρκωμένες τις αισθήσεις από τα ηρεμιστικά που καταναλώνουν.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, βέβαια, μπλοκάρουν ακόμα περισσότερο τη διαδικασία του πένθους, τη στιγμή ακριβώς που θα έπρεπε να αρχίσει.
«Τελικά», λέει ο Αρίες, «καταλήγει κανείς να αναρωτηθεί αν μεγάλο μέρος της σημερινής κοινωνικής παθολογίας πηγάζει από την τοποθέτηση του θανάτου έξω από την καθημερινή ζωή, από την απαγόρευση του πένθους και του δικαιώματος να πενθούμε τους νεκρούς μας».

Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα, «Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη» Ο τοξικομανής και ο θάνατος, των εκδ. Άγρα.



Η ψυχίατρος Κατερίνας Μάτσα γεννήθηκε το 1947 στη Νέα Αρτάκη Ευβοίας. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και Ψυχιατρική στο Παρίσι και την Αθήνα. Είναι η γυναίκα του Σάββα Μιχαήλ.
Εργάζεται στο Ε.Σ.Υ., στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, το γνωστό Δαφνί, από το 1974 μέχρι σήμερα. Είναι η επιστημονική υπεύθυνη της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών Ψ.Ν.Α. - 18 ΑΝΩ και εκδότρια του περιοδικού "Τετράδια Ψυχιατρικής".
Το 2001 κυκλοφόρησε στις Εκδόσεις "Άγρα" το βιβλίο της "Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές... Το αίνιγμα της τοξικομανίας" το 2006 "Η περίπτωση Ευρυδίκη - Κλινική της τοξικομανίας" και "Ψυχοθεραπεία και τέχνη στην απεξάρτηση - Το "παράδειγμα" του 18 Άνω (2008).

---
Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr:

4.4.12

H τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας. Aldo Carotenuto

H τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας. Aldo Carotenuto

tvxs.gr/node/90108

 
Η παραβολή του υιού που δεν ήθελε να αγαπηθεί:
Τα παιδιά σας δεν είναι δικά σας παιδιά.
Είναι γιοι και κόρες της λαχτάρας της ζωής για τη ζωή.
Έρχονται στη ζωή με την βοήθειά σας αλλά όχι από σας
και, μ’ όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σας.
Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας όχι όμως και τις ιδέες σας
γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.
Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους όχι όμως και την ψυχή τους
γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο
που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε ούτε στα όνειρά σας.
Χ. Γκιμπράν
(Ο προφήτης, J.B. Verde – G.F. Pallanca 1984, σελ. 33)
Στον κόσμο των ανθρώπων η εμπειρία του χωρισμού είναι η ίδια η εμπειρία της ζωής. Ακόμη και η συγγραφή αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδειγμα δυισμού.
Ο «λόγος για κάτι» είναι σκέψη και η σκέψη μπορεί να θερίζει αμείλικτα χωρισμούς, να δημιουργεί αποσπάσεις και διαφορές, να αποκαλύπτεται ως η απερίγραπτη προδοσία της άμεσης εμπειρίας.
Ένα πιο ακραίο παράδειγμα αυτού του είδους της προδοσίας είναι και η συγγραφή που οδηγεί τον αναγνώστη σε περιοχές της ψυχής οι οποίες δεν έχουν «εξερευνηθεί» επαρκώς από τον συγγραφέα.
Πάνω σ’ αυτό ο Κίρκεγκωρ θλιβόταν για την παρακμή του συγγραφικού έργου.
Υπάρχουν ορισμένοι, σχολίαζε ο μεγάλος Δανός φιλόσοφος στο εκτεταμένο του ημερολόγιο, που γράφουν για θέματα τα οποία δεν κατέχουν, γιατί ούτε τα έζησαν ούτε τα σκέφτηκαν ποτέ.
Και προσθέτει:
«Αποφάσισα να μη διαβάζω παρά μόνο γραπτά ανθρώπων που καταδικάσθηκαν σε θάνατο ή πάντως με κάποιο τρόπο βίωσαν τον πραγματικό κίνδυνο.»
(Κίρκεγκωρ 1834-55, σελ. 97)

[…] Αυτό που θέλω να τονίσω, λοιπόν,
είναι το γεγονός ότι μας φαντάζονται πριν γεννηθούμε, πριν εμείς ανακαλύψουμε τι και πώς είμαστε –κοιτάζοντας μέσα μας ή σε καθρέφτη-, κάποιος άλλος το έχει κάνει για μας.
Η ύπαρξη και η αυτονομία μας προκαθορίζονται, γιατί μας έχουν επινοήσει πριν έρθουμε στον κόσμο, και μας έχουν επινοήσει οι γονείς τους οποίους επίσης είχαν επινοήσει.
Η προδοσία, επομένως, μεταβιβάζεται αμείλικτα διά μέσου των γενεών.
Υπ’ αυτή την οπτική, ο Murrey Bowen, πρωτοπόρος της οικογενειακής θεραπείας, δικαίως εκσωμάτωσε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «διεργασία προβολής της οικογένειας» - δηλαδή διεργασία «μέσω της οποίας τα προβλήματα των γονέων μεταβιβάζονται στα παιδιά»- στην ευρύτερη έννοια της «αλληλοεξάρτησης συναισθηματικών πεδίων πολλών γενεών» (Bowen 1966, σελ. 33).
Ο Bowen παρατήρησε ότι:
Στο σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα των 150-200 χρόνων ένα άτομο μπορεί να κατάγεται από 64-128 οικογένειες, κάθε μία από τις οποίες έχει συνεισφέρει από κάτι. Καθώς όλοι οι μύθοι, οι διαβουλεύσεις, οι μνήμες και οι γνώμες αναπόφευκτα επηρεάζονται από το συναίσθημα, θα είναι δύσκολο να γνωρίσουμε τον Εαυτό ή τα μέλη της οικογένειας με την προσωπική έννοια, στο παρόν ή στο πρόσφατο παρελθόν. Μόνον όταν ανασυνθέσουμε γεγονότα από το απώτερο παρελθόν, ενός ή δύο αιώνων, γίνεται ευκολότερο να ξεπεράσουμε την επιρροή των μύθων και να γίνουμε «ρεαλιστές»
(ό.α., σελ. 7)

Ο Bowen εισάγει έτσι την πιθανότητα παραλληλισμού
των εννοιών του «Κάρμα» και του «προπατορικού αμαρτήματος». Σ’ αυτή την περιοχή αναφέρεται προφανώς ο Γιουνγκ όταν, στην εισαγωγή του στο έργο του F.G. Wickes “Ο ψυχικός κόσμος της παιδικής ηλικίας”, δηλώνει:

Αυτό που έχει την ισχυρότερη ψυχική επίδραση στο παιδί είναι εκείνο το κομμάτι της ζωής του που δεν έζησαν οι γονείς (αλλά και οι πρόγονοι αφού πρόκειται για το αρχέγονο ψυχολογικό φαινόμενο του προπατορικού αμαρτήματος). (Γιουνγκ 1927-31, σελ. 19)

Κατά τον Γιουνγκ μάλιστα:
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αληθινοί γεννήτορες του παιδιού δεν είναι τόσο οι γονείς όσο οι πρόγονοί τους, προπαππούδες και προγιαγιάδες, παππούδες και γιαγιάδες, κι ότι μ’ αυτούς εξηγείται η ατομικότητα του παιδιού πολύ περισσότερο απ’ ότι με τους άμεσους και τυχαίους φυσικούς γονείς.
(ό.α. σελ. 20)

[…] Ο Γιουνγκ γράφει:
Προλεταριακές τάσεις σε απογόνους ευγενών, εγκληματικά ένστικτα σε βλαστούς ενάρετων και αξιοσέβαστων, οκνηρία σε απογόνους δραστήριων και πετυχημένων ατόμων δεν είναι μόνο συνέπειες μιας ζωής που ηθελημένα δεν βιώθηκε, αλλά προέρχονται και από ένα νόμο αποζημίωσης του πεπρωμένου, που έχει σχέση με μια φυσική ηθική, η οποία τείνει να ταπεινώσει τους ισχυρούς και να εξυψώσει τους ταπεινούς. Καμιά παιδεία και καμιά ψυχοθεραπεία δεν μπορούν να το ανατρέψουν αυτό. Το μέγιστο που μπορούν να κάνουν, εφόσον εφαρμοστούν σωστά, είναι να ενθαρρύνουν το παιδί να εκπληρώσει το έργο που του έχει ανατεθεί από τη φυσική ηθική. Η ενοχή των γονιών είναι απρόσωπη και τα παιδιά πρέπει να πληρώσουν με εξίσου απρόσωπο τρόπο. (ό.α. σελ. 20)

Αυτές είναι οι βαθιά οδυνηρές πλευρές για τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος. Πατέρες και γιοι βρίσκονται αντιμέτωποι, τόσο διαφορετικοί στον τρόπο που νιώθουν και αντιλαμβάνονται τη ζωή. Μεγάλη δύναμη από τη μία, μεγάλη παθητικότητα από την άλλη. Είναι στιγμές απόλυτης απόγνωσης, γιατί, όσο βαθιά κι αν σκάψει κανείς, όσο παθιασμένα κι αν αναζητήσει τα πιθανά λάθη (πάντοτε βρίσκονται τέτοια), δεν θα βρει τίποτε που να δικαιολογεί τόσο ριζικές και ολέθριες διαφορές.
Ο Γιουνγκ μας μιλάει για ένα νόμο αποζημίωσης του πεπρωμένου, αλλά εγώ θεωρώ πιο σωστό να αποδεχτούμε την ιδέα της αναζήτησης- διαφοροποίησης και της προτίμησης από ένα γενικώς μέτριο τρόπο ζωής, για κάποιον που, μολονότι εγκληματίας, είναι βασικά διαφορετικός.
Θα ήταν δύσκολο να μη νιώθουμε ότι και μόνον το γεγονός ότι ζούμε τη ζωή μας αποτελεί παράβαση της οποία μας καταλογίζει ο άλλος, σε απάντηση της υπαρξιακής του ανεπάρκειας. Παρότι ο Γιουνγκ προσπαθεί να δώσει μια εξήγηση αυτών των φαινομένων μέσω της έννοιας του απρόσωπου αμαρτήματος, κάθε καταστροφική πράξη των τέκνων βιάζει αυτή την ιδιότητα του απρόσωπου και προκαλεί βαθύτατη απόγνωση.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και οι πιο δυνατοί γονείς αισθάνονται ανίκανοι.
Εκεί φανερώνονται τα όρια της ζωής και όλα δείχνουν προαποφασισμένα.
Η προδοσία, όμως, μπορεί να συντελεστεί και στην κατάσταση του απρόσωπου, και, για άλλη μια φορά είναι πιθανό να ευθύνεται, ως ένα βαθμό, αυτή ακριβώς η ιδιότητα του απρόσωπου για την τάση των γονιών να φαντάζονται τα παιδά που πρόκειται να έρθουν στον κόσμο.
Το γεγονός ότι μας έχουν φανταστεί -πριν γεννηθούμε- το βιώνουμε, περισσότερο ή λιγότερο ασυνείδητα, ως βία, ως ληστεία, ως απογύμνωση.
Η αιτία γι’ αυτό είναι η ατομικότητά μας, η ιδιαιτερότητα ή η ψυχική μας φυσιογνωμία, που μπορούν να μας ανήκουν πραγματικά μόνον όταν είναι αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών και όχι προκατασκευασμένο δώρο που μας χαρίζεται.
Ο γιος οδηγείται να ενσαρκώσει επιθυμίες, τις φαντασίες και τις σκέψεις της μητέρας σε μια δυναμική η οποία επαναλαμβάνεται σε κάθε συνάντηση με μια άλλη γυναίκα και, κατά κάποιο τρόπο, στη σχέση του με την ίδια τη ζωή.
Δεν είναι σπάνιο η πιο γνήσια ψυχική μας διάσταση να μη βρίσκει την έκφρασή της μέσα στην αληθινή ζωή, ενώ η ουσία της φαντασίας των άλλων που κατασκευάστηκε για εμάς να αποκτά όλο και μεγαλύτερη υπόσταση, να γίνεται η δική μας ουσία.
Αυτή η κατάσταση, που αποτελεί την εξέχουσα ψυχική φυλακή, είναι πολύ πιο κοινή απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε ή να παραδεχτούμε.
Υπάρχει μια θαυμάσια φράση του Γκαίτε που περιέχει όλη την ειρωνεία αυτού του αλληλεπιδρόντος μηχανισμού:
«Εγώ σ’ αγαπώ. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με σένα».
Ο Γκαίτε, μ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει υπό αμφισβήτηση την αντίληψή μας για εκείνους που δηλώνουμε πως αγαπούμε και για εκείνους που διακηρύσσουν πως μας αγαπούν.
Ο Ρανκ, σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Το θέμα της αιμομειξίας στη λογοτεχνία και τους θρύλους» (1912), αναφέρει μια φράση του Γκαίτε η οποία αναφέρεται στην αγάπη προς την αδερφή του:
Γράφει, λοιπόν, ο Γκαίτε:
Η ιδέα που έχω για τη γυναίκα δεν είναι μια αφαίρεση των εκδηλώσεων της ορατής πραγματικότητας αλλά είναι κάτι έμφυτο, ή κάτι που έχει πλαστεί μέσα μου – ένας Θεός μόνον ξέρει πώς. Όλες οι γυναίκες μου είναι καλύτερες απ’ αυτές που μπορεί να συναντήσει κανείς στην πραγματικότητα (Rank 1912, σελ. 182)

Είναι βαριά και ασήκωτη τιμωρία για ένα ανθρώπινο πλάσμα η απαίτηση να προσαρμόζεται στο όνειρο των άλλων, να βάζει τα δυνατά του για να μπορεί να πει το πιραντελικό «είμαι όπως με θέλεις εσύ».
Εξαναγκάζεται να ανεβάσει στη σκηνή ένα έργο, μια φαντασία που δεν συνέλαβε, να ερμηνεύσει ένα σενάριο που δεν έγραψε, να παίξει με κανόνες άλλων.
Τα θύματα, όμως αυτής της απαλλοτρίωσης της ταυτότητας είναι συνήθως και συνένοχοι, γιατί η ενσωμάτωση των προβολών και των φαντασιών των άλλων είναι κάτι πραγματικά καθησυχαστικό.
Με τον ίδιο τρόπο, η μητέρα (ή όποιος άλλος είναι στη θέση της, αφού έχουμε μπει σε μια πολύ ευρύτερη συζήτηση για την ταυτότητα του ατόμου) φοβάται ό,τι είναι ριζικά, βαθιά ξένο προς αυτήν ως κάτι εν δυνάμει ικανό να επιφέρει αυθεντική αντιπαράθεση.
Να γιατί η μητέρα, καθώς κυοφορεί το μωρό της και, μετά, καθώς το μεγαλώνει, ευκολότερα σκέφτεται και φαντάζεται εικόνες που της είναι οικείες και επιβεβαιώνουν την ταυτότητά της και την ικανότητά της να πλάθει άλλους.
Η ζωή ως προδοσία αποτελεί κλειδί για την κατανόηση όλων των φαινομένων της ύπαρξής μας.
Ανοίγει άλλους, ευρύτερους ορίζοντες και μας βοηθά να αποκρυπτογραφήσουμε τη φιλία, την αιμομειξία, το γάμο, την οικογένεια, το θάνατο που έρχεται και το θάνατο που επιλέγουμε. Πρώτα απ’ όλα, όμως, την προδοσία της γέννησης.
Η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί ισοδυναμεί με μια σχέση ισχύος, διότι επιβάλλεται ως τρομακτικά, δυσανάλογα ασύμμετρη.
Το ανθρώπινο είδος, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στο είδος των ζώων, χαρακτηρίζεται από την απόλυτη αδυναμία και ευπάθεια του νεογνού, το οποίο, χωρίς την άμεση φροντίδα του περιβάλλοντός του, πεθαίνει.
Ως εκ τούτου, η διάρκεια της εξάρτησης, η οποία, όπως ξέρουμε, είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα άλλα είδη, αναγκαστικά αποτελεί τη βάη όλων των ανθρώπινων νευρώσεων, αλλά αναπαριστά τα μη αναστρέψιμα θεμέλια μια ασύμμετρης σχέσης ισχύος, ένα χρέος που θα πληρώνουμε σ’ όλη μας τη ζωή.
Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αφυπνιστούμε έγκαιρα, με την έννοια της ενηλικίωσης, να αποκτήσουμε συνείδηση αυτής της ισχυρής σχέσης και να ανακαλύψουμε το δικό μας δρόμο με κόπο και αποφασιστικότητα.
Το ότι η πρωτογενής σχέση είναι μια σχέση δύναμης είναι μια πραγματικότητα, αλλά είναι και μια καλή μεταφορά, που μας βοηθάει να καταλάβουμε την προδοσία που σημαδεύει ολόκληρη την τροχιά της ύπαρξής μας.
Η σκιά της προδοσίας κρέμεται πάνω από την απαρχή της ατομικότητας του κάθε ανθρώπου και, από τη στιγμή τής προ τη γέννηση ύπαρξής μας, ξέρουμε πως έχει καταστεί από κάθε πλευρά δύσκολο να διαφοροποιηθούμε από τον περιβάλλοντα κόσμο.
Η σκέψη που θα ήθελα να αναφέρω, και ως ψυχολόγος δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά, είναι ότι, παρά τα εμπόδια, μέσα στον καθένα μας υπάρχει μια δύναμη που τον ωθεί προς μια αποκλειστική και μοναδική ατομικότητα, εκείνη που οι Γνωστικιστές περιέγραψαν ως «αναλαμπή» και που, σύμφωνα με τον Mester Eckhart, κατοικεί οριστικά και αμετάκλητα μέσα στην ψυχή. Παρόλο που ο δρόμος προς την ατομική προσωπικότητα δεν είναι χωρίς κινδύνους (και μόνο η επιλογή έχει το τίμημά της), «η ανάπτυξη της προσωπικότητας θεωρείται ένα από τα πολύτιμότερα αγαθά» (Γιουνγκ 1929-57, σελ. 29).
Κατά τη γνώμη μου, το πολυτιμότερο.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο Γιουνγκ (ως επακόλουθο της κατανόησης από τη μεριά του Νίτσε), αυτό το αγαθό συνεπάγεται:
Να πούμε «ναι» στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας. (ό.α. σελ. 30)
Αυτό είναι και το σπουδαιότερο έργο τέχνης του ανθρώπου. Μπορεί να εργάζεται και να έχει πολλές επιδόσεις, ο χώρος, όμως, μέσα στον οποίο γίνεται πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης, αληθινός δάσκαλος, είναι η ατομικότητά του και για να την αποκτήσει πρέπει να εισχωρήσει στη βαθύτατη διάστασή του.
Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας δεν ενθαρρύνεται από τη συλλογική λογική που, στραμμένη καθώς είναι στη διατήρηση της ομοιομορφίας, βλέπει τη διαφορετικότητα και τη διαφοροποίηση ως απειλή.
Γι’ αυτό, από τη γέννησή μας μπορεί να νιώσουμε παράξενα ξένοι, παρείσακτοι, απρόσκλητοι, χωρίς δικαιώματα ιθαγένειας στην πραγματικότητα.
Στη διάρκεια της ζωής μας, καθώς οι σχέσεις πληθαίνουν, αυτή η εντύπωση ότι δεν έχουμε δικαίωμα σε ένα χώρο, το δικό μας χώρο, μπορεί να γίνει σταδιακά εντονότερη, να εμπνεύσει το καφκικό αίσθημα του ανθρώπου που «τα πιστοποιητικά του δεν είναι εν τάξει».
Ακριβώς, όμως, η επίγνωση της αποξένωσης, η διεκδίκηση της «θέσης μας στον ήλιο», η γνώση της μοναδικότητας και της διαφορετικότητάς μας είναι αυτά που ανοίγουν το δρόμο για την εξατομίκευση.
Η αναγνώριση του ότι κάτι έχει κλαπεί από την ταυτότητά μας είναι απολύτως αναγκαία, γιατί αυτή η κλοπή είναι η πρωτογενής προδοσία, η πιο επίπονη στην αντιμετώπισή της, κι ατή από την οποία κανείς δεν γλυτώνει.
Αυτό που επίσης πρέπει να ξέρουμε είναι ότι συνειδητοποιώντας πόσο «διαφορετικούς» μας περίμεναν απ’ αυτό που είμαστε, νιώθουμε αποκαρδιωμένοι και έκπληκτοι γι’ αυτό που στην ουσία είναι η απόρριψή μας.
Αυτή η πρώτη αποκήρυξη είναι η πηγή της προληπτικής θεώρησης της ύπαρξής μας, σύμφωνα με την οποία νιώθουμε τυχεροί ή άτυχοι, ανάλογα με τις επιδόσεις και τις επιτυχίες μας στον έξω κόσμο.
Πολύ πιο δύσκολο είναι να στηρίξουμε την αυτοεκτίμησή μας σ’ αυτό που πραγματικά είμαστε και νιώθουμε.
Πρέπει να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε ότι, κάτω από το ψυχολογικό καθεστώς αυτής της πρόληψης, η αληθινή αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων είναι μύθος.
Και καθώς οι σχέσεις των ανθρώπων συχνά βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στη σύγκριση, τον ανταγωνισμό και το μαραθώνιο επιδόσεων, πρόκειται λιγότερο για αλληλεγγύη και περισσότερο για ασυνείδητη συνενοχή στη διαιώνιση ενός τρόπου ζωής που υποβιβάζει τη μοναδική ατομικότητα του ανθρώπου.
Αρκεί να σκεφτούμε όλους αυτούς που, ενώ χύνουν ποταμούς δακρύων για τις καταστροφές των σεισμών στην άλλη άκρη της γης, δεν μπορούν να απλώσουν το χέρι για να βοηθήσουν το γείτονα.
Όποιος θελήσει να αμφισβητήσει αυτό το σύστημα συμπεριφορών αναπόφευκτα θα καταδικαστεί από το μέσο όρο των ανθρώπων, γιατί αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο να έρθει οριστικά και αμετάκλητα στο φως η ανυπαρξία του μέσου ανθρώπου, αυτού που ζει μόνο για να παραδίδεται στις ισχύουσες αξίες, χωρίς ενστάσεις, χωρίς κριτική, χωρίς καν να εξετάζει την προσωπική του ηθική ή τη συνείδησή του με βάση την εσωτερική του εμπειρία, δηλαδή ακούγοντας τις εσωτερικές του φωνές.
Όταν η αρχαία σοφία και η σύγχρονη ψυχολογία του ασυνείδητου, με διαφορετικές αποχρώσεις αλλά και βασικές αναλογίες, μας λένε ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε «άτομα», δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι άλλοι κατέχουν κάτι που δεν κατέχουμε εμείς.
Ένα μοιραίο λάθος, στο οποίο πέφτουν πολλοί, αφού η παρότρυνση είναι απλούστατα να γίνουμε ο εαυτός μας και όχι κάποιος άλλος.
Κατά τον Γιουνγκ, «υγεία είναι μόνον αυτό που είναι κανείς στην πραγματικότητα».
Το τίμημα, όμως, σε μοναξιά και αποκλεισμό που πληρώνουμε προκειμένου να μείνουμε πιστοί στην ατομική προσωπικότητά μας, είναι πολύ υψηλό.
Ο Ντοστογιέφσκι, που με τις απόψεις του μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος της ψυχολογίας του ασυνειδήτου, όπως σωστά παρατήρησε ο Breger (1989, σελ. 6-12), είχε διαβλέψει τις οδυνηρές συνέπειες της κάθε διεργασίας εξατομίκευσης.
Ο πόνος της εξατομίκευσης φαίνεται από τη διαδρομή μοναξιάς, απομόνωσης, νεύρωσης, απώλειας των αισθήσεων, αποξένωσης, ενόχής και ανεπάρκειας που διανύουν οι ήρωές του πριν τελικά φτάσουν στη στιγμή της φώτισης και συμφιλιώσης με τη ζωή.
Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι αποδεικνύουν επίσης ότι τίποτε δεν εγγυάται πως ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει δημιουργικά την «προδοσία» ταυτότητας.
Μόνο μια μερίδα απ’ αυτούς που μπαίνουν στην άγνωστη αυτή σφαίρα γυρίζουν, μυστηριωδώς, πιο ζωντανοί, πιο ικανοί να σταθούν στη ζωή, ευνοημένοι πραγματικά από το φως που τους έλουσε.
Μόνο για ορισμένους η πληγή που άνοιξε η γνώση της εξατομίκευσης και η ακραία δυσκολία για την απόκτησή της, συνέτεινε στο να γίνουν απεριόριστα πιο ανθρώπινοι.
Πριν γεννηθούμε, πέφτουν βροχή πάνω μας ελπίδες και υποθήκες.
Είμαστε υπόγεια υποθηκευμένοι, απογυμνωμένοι από την ατομική μας αξία, όταν οι γονείς –και προσέξτε, όχι μόνον η μητέρα- εναποθέτουν στη γέννησή μας το έργο της ικανοποίησης κάποιων αναγκών τους (όπως το να αποδείξουν, λόγου χάρη, την ικανότητα για τεκνοποίηση, ή να γεμίσουν ένα κενό στη σχέση του ζευγαριού, ή, ακόμη χειρότερα, με την ψευδαίσθηση ότι αυτό θα σώσει τον αποτυχημένο γάμο τους).
Μπορεί ακόμη να αναθέσουν, στο βλαστάρι που έρχεται, κατακτήσεις και αντεκδικήσεις στις οποίες οι ίδιοι απέτυχαν.
Κοντολογίς, ένα άλυτο πρόβλημα προβάλλεται πάνω στο παιδί και το μπερδεύει, το εγκλωβίζει.
Αλλά οι συνέπειες από το κύμα της προδοσίας που πέφτει πάνω στη ζωή του παιδιού, δυστυχώς, δεν σταματάνε εδώ.
Η ίδια η ζωή του παιδιού γίνεται πηγή ερεθισμού και ενόχλησης. Αυτό σημαίνει πως, από τη στιγμή της γέννησής μας, χρειάζεται να καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να κατακτήσουμε έναν αληθινό χώρο για τον εαυτό μας.
Η αίσθηση του αποκλεισμού μας έχει τις ρίζες της σ’ αυτή την πρωτογενή προδοσία.
Πρώτιστο καθήκον μας, λοιπόν, γίνεται να βρούμε ή να επινοήσουμε τον δικό μας χώρο, ο οποίος δεν είναι ούτε ευδιάκριτος ούτε ευπρόσιτος, αλλά είναι κάτι απροσδιόριστο, αφηρημένο, φευγαλέο.
Επειδή, όμως, είναι πιεστική και μόνιμη η ανάγκη μας για σταθερότητα, συγκεκριμένα σχέδια και οικεία μονοπάτια, μοιραία διαλέγουμε κάποιες δραστηριότητες ή συγκεκριμένες αξίες, όπως οι σπουδές, το επάγγελμα, ο γάμος, τα πλούτη, η επιτυχία.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, τον απατηλό τρόπο, ο χώρος που ψάχνουμε μας εμφανίζεται σαν κάτι το «πραγματικό».
Όμως, με λίγη εμπειρία, αρχίζουμε να κατανοούμε ότι ο χώρος που πραγματικά χρειαζόμαστε, η κατοικία μέσα στην οποία είμαστε στ’ αλήθεια ο εαυτός μας, βρίσκεται αλλού.
Ο βασικός χώρος, ο θησαυρός για τον οποίο μιλούν με τις ποικίλες παραλλαγές τους οι μύθοι, η «βασιλεία των ουρανών», για την οποία μιλάει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, βρίσκεται μέσα μας.
Η φιλοσοφική λίθος, το ιερό Γκράαλ, το χρυσόμαλλο δέρας, η δολοφονία του δράκου που ελευθερώνει το δρόμο για το θησαυρό αντιπροσωπεύουν περιπέτειες που δεν διαδραματίζονται στον κόσμο των ορατών πραγμάτων, της εξωτερικής πραγματικότητας.
Αλλά δεν πρέπει να παγιδευτούμε στην κυριολεξία, στις συγκεκριμένες εικόνες που προτείνει ο μύθος.
Η κυριολεξία είναι ένας αλάνθαστος τρόπος προδοσίας της εμπειρίας.
Όπως διαβάζουμε και στον Απόστολο Παύλο, η κυριολεξία, «το γράμμα», σκοτώνει.
Ο μύθος είναι το απόσταγμα, σε εικόνες, του κορμού της ανθρώπινης σοφίας που αποκτήθηκε διά μέσου χιλιετιών΄ υπό το φως της η ανθρωπότητα βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση, σε αδιάκοπη αναζήτηση της αλήθειας.
Η ανάγκη να περάσουμε επιτυχώς συγκεκριμένες και επικίνδυνες δοκιμασίες παραπέμπει σε κάποιες άλλες δοκιμασίες που πρέπει να αντιμετωπίσουμε, ως άτομα, σε διάφορα και διαφοροποιημένα επίπεδα.
Ο Ιάσονας έψαχνε το χρυσόμαλλο δέρας, ο Πάρσιφαλ και οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης έψαχναν για το ιερό Γκράαλ, και ο καθένας από μας, ανάλογα με την προσωπική του ιστορία, πρέπει, κατά τη διάρκεια της ζωής του, να μπει στην τροχιά αναζήτησης ενός «αντικειμένου» καθοριστικής σημασίας, από το οποίο είναι αδύνατον να παραιτηθεί.
Η επιτυχής έκβαση αυτής της αναζήτησης είναι το αναγκαίο πρελούδιο για την κατάκτηση εσωτερικών χώρων.
Αυτή η αναζήτηση είναι η μόνη δυνατή απάντηση στο τραγικό, το βασικό για την ύπαρξή μας γεγονός, αυτό της προδοσίας της γέννησης.

(Μετάφραση: Κούλα Καφετζή)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Aldo Carotenuto, Αγάπη και προδοσία, Εκδ. Ίταμος

23.3.12

ΟΠΙΚ: Μνήμες της εργασίας στην Κυψέλη

ΟΠΙΚ: Μνήμες της εργασίας στην Κυψέλη

tvxs.gr/node/88949

 
Η Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης (ΟΠΙΚ), έχει αναπτύξει εκτός των άλλων και μία θεματική ενότητα που αφορά την εργασία και την επιχειρηματική δραστηριότητα, όπου καταγράφονται προφορικές μαρτυρίες κατοίκων και επαγγελματιών της περιοχής. Καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα του «κόσμου της δουλειάς», ήρθε σε επαφή με μια ποικιλία εργασιών και επαγγελμάτων: από επαγγέλματα «παραδοσιακά», όπως το εμπόριο, έως επαγγέλματα «αφανή» (νοικοκυρές), από επαγγέλματα που ασκούνται διαχρονικά αλλά με διαφορετικό τρόπο στο πέρασμα των χρόνων (μανάβηδες) έως επαγγέλματα τεχνιτών που συνθλίβονται από τις οικονομικές υποχρεώσεις, από πλανόδιους μικροπωλητές έως εγκατεστημένους στο χώρο επαγγελματίες..." Η ΟΠΙΚ αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, μνήμες της εργασίας στην Κυψέλη, για το tvxs.

"...Τα ερωτήματα που απασχολούν την θεματική της εργασίας περιστρέφονται γύρω από την οργάνωση του εκάστοτε επαγγέλματος, την «πρόσδεσή» του με την περιοχή και τη «δικτύωση» με άλλες περιοχές της πόλης, τις εργασιακές σχέσεις, τις απολαβές και τον ελεύθερο χρόνο, το συνδικαλισμό, τους επαγγελματικούς ανταγωνισμούς και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο αυτά αλλάζουν διαχρονικά. Το πείσμα, η επινοητικότητα, η δημιουργικότητα και η αξιοπρέπεια των εργαζόμενων ανθρώπων αναδεικνύονται πειστικά μέσα απ’ όλες τις αφηγήσεις. Παράλληλα, οι προφορικές μαρτυρίες θέτουν πολύ σύγχρονες διαστάσεις του συγκεκριμένου ζητήματος, όπως η αντιμετώπιση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, η επιστροφή σε παλαιότερες μορφές απασχόλησης ή η επινόηση νέων μορφών, η ραγδαία μεταβολή στην κοινωνική σύνθεση των κατοίκων, η μείωση της κατανάλωσης και των εισοδημάτων, οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες. Λ.Π – Δ.Μ.
Μνήμες της εργασίας στην Κυψέλη – οι μαρτυρίες
«Ο πατέρας μου άρχισε να δουλεύει μανάβης με γάιδαρο. […] Ε, η αγορά τότε, όπως είναι σήμερα του Ρέντη, ήτανε εκεί που είναι σήμερα το Γκάζι. Από εκεί προμηθευότανε χονδρικώς τα πράγματα. […] ‘Ήταν γεμάτος ο γάιδαρος προϊόντα. […] Και είχε κρεμασμένη την μπαλάντζα, που λέγαμε, τη ζυγαριά την παλιά, του χεριού. […] Στο Γκάζι, υπήρχε παχνί που το λέγαμε. […] Και διανυκτέρευε ο γάιδαρος εκεί. Ο πατέρας μου πήγαινε την άλλη μέρα, έπαιρνε το γάιδαρο, φόρτωνε τα πράγματα που είχε αγοράσει στην αγορά, πούλαγε και πάλι το ίδιο. […] Όχι σε καταστήματα. Είτε σε περαστικούς, είτε είχε πελάτες, δηλαδή βγαίνανε στο μπαλκόνι. Πέρναγε ο κυρ-Δήμος από κάτω να πούμε, φώναζε: «Εεεε, μανάβης» και τα λοιπά, «έχω κείνο», ό,τι προϊόντα είχε φορτωμένα. Έβγαινε η κυρία στο μπαλκόνι: «κυρ-Δήμο, περίμενε λίγο», κατέβαινε. Κατάλαβες;» Γ.Γ., μανάβης, 56 ετών
«Τα περισσότερα σπίτια ήτανε με υπηρέτες μέσα. Ε, μικρός εγώ τότε, πήγαινα τις παραγγελίες στα σπίτια… μπακαλόγατος. […] Στις πολυκατοικίες, να φανταστείς, υπήρχε πάντα η είσοδος υπηρεσίας. Απαγορευόταν να πάω από την κύρια είσοδο της πολυκατοικίας. Υπήρχε ο θυρωρός, σου ‘λεγε: «πήγαινε από το ασανσέρ το πίσω, της υπηρεσίας». Και πήγαινες σε ασανσέρ που σε έβγαζε στις κουζίνες». Γ.Γ., μανάβης, 56 ετών

«Κάποιο διάστημα άνοιξα ένα μαγαζί με νεωτερισμούς, ψιλικά και τέτοια, στην Άνω Κυψέλη. Νοίκιασα ένα μαγαζί και το έκανα μαγαζί. Ήθελε ο αρραβωνιαστικός μου να μου δώσει λεφτά να το φτιάξω. Αλλά εγώ ήθελα να το φτιάξω μόνη μου. Ήτανε τότε η Ελβιέλα και πήγα να πάρω εμπόρευμα. Ήταν εκεί κάτι μεγάλοι άντρες, σαράντα χρονών ή κάτι τέτοιο. Και μου είπαν να υπογράψω γραμμάτιο. Δεν υπογράφω λέω γραμμάτια, θέλω να το ανοίξω μόνη μου και δεν θέλω να πάρω λεφτά από τον αρραβωνιαστικό μου, κοιταχτήκαν αυτοί. Και μου τα έδωσαν. (…) Πήρα κουμπιά από την Ερμού, μου αρέσαν πολύ τα κουμπιά, κάλτσες, τέτοια… Και έγιναν τα εγκαίνια. Ήρθε κόσμος, ξεπούλησα. Την άλλη μέρα, αφού μάζεψα λεφτά, πήγα να πληρώσω την Ελβιέλα. Πήγα να πληρώσω τις κάλτσες. Έτσι έκανα και μ’ αυτό το μαγαζί. Το μαγαζί θα πρέπει να το κράτησα κανένα χρόνο και μετά το πούλησα …». Κ.Μ., ιδιοκτήτρια καταστήματος με είδη δώρων – υφάντρια, μοδίστρα, 80 ετών.
«Πάω να δω που πουλάνε αργαλειούς. Και μια και δυο πάω στον ΕΟΜΜΕΧ να μάθω (…) Παραγγέλνω τον αργαλειό. Είχα πάει και στου Μολοκότου να πάρω κλωστές. Το στημόνι, ήταν κάποια Βάσω στην Καισαριανή. Της λέω θα έρθεις να μου κάνεις το στημόνι. (….) Με βοήθησε να καταλάβω όταν  έσπαγε μία κλωστή πως θα το κάνω. Μου φαινότανε αυτό ότι ήτανε πολύ σπουδαίο επίτευγμα ότι θα μπορούσα να δέσω μία κλωστή. Και όταν έδενα μία κλωστή, χειροκροτούσα τον εαυτό μου. Και σιγά-σιγά άρχισα να υφαίνω και ύφαινα πολύ ωραία πράγματα. Γιατί όταν βάλεις το γούστο σου και δεν κοιτάς τι λέει η παράδοση, η παράδοση είχε αυτά που είχε, εγώ δεν ήθελα να κάνω αντιγραφή της παράδοσης, αυτά που κάνουνε στα Γιάννενα και στο Μέτσοβο και στα τέτοια, τίποτα, εγώ ήθελα να κάνω δικά μου, ήθελα να κάνω ένα ελεύθερο σχέδιο. Και έκανα ελεύθερο σχέδιο. Σκεφτόμουνα, ας πούμε να κάνω τοτέμ. Έπαιρνα μαύρη, άσπρη κλωστή και έκανα αυτό που ήθελα, πραγματικά έκανα πολύ ωραία. Έκανα ήλιους, ηλιοβασιλέματα, σύννεφα, τέτοια ήθελα να κάνω (…) Έφτιαχνα στον αργαλειό ρούχα, παλτά, ταγιέρ, φούστες, αριστουργήματα». Κ.Μ., ιδιοκτήτρια καταστήματος με είδη δώρων – υφάντρια, μοδίστρα, 80 ετών
«Ήρθα στο μαγαζί αυτό, Υακίνθου 11, με άλλο σκεπτικό, όχι υφαντά, αλλά είδη δώρων. Και εδώ πάλι δεν κάθισα ήσυχα, έκανα μαξιλαράκια, έβαφα μόνη μου δαντέλλες με κρεμμύδι, με μούρα, με κάπνα από το τζάκι, με διάφορα τέτοια. Και έραβα πολύ λεπτές αιθέριες δαντέλλες, έκανα μαξιλαράκια ρετρό με σατέν από μέσα, με δαντέλλες. Που πάλι ήτανε [για] μια ειδική μερίδα ανθρώπων. Δηλαδή, δεν ήταν της ευρείας κατανάλωσης. Δεν είχα ποτέ μου της ευρείας κατανάλωσης, γιατί ποτέ μου δεν με τράβηξε το χρήμα. Ήθελα να ζω καλά, να κοιτάω την οικογένεια μου, όχι μόνο με τη δουλειά μου, αλλά και να μαγειρεύω, να συγυρίζω, να πλένω…» Κ.Μ., ιδιοκτήτρια καταστήματος με είδη δώρων – υφάντρια, μοδίστρα, 80 ετών.
«Το μαγαζί που ξεκίνησα ήταν διαλεχτό, είχε διαλεχτά είδη. Ήτανε πιο διαλεχτός κόσμος. Και τότε ας πούμε οι Κυψελιώτες που ήταν τότε πελάτες μου, φύγανε, έχουνε πάει στην Κηφισιά, στα προάστια (…) Και φτώχυνε ο κόσμος. Ήρθαν πιο φτωχοί. Και ήρθανε και οι διαβολοξένοι. Οι ξένοι λοιπόν μαζεύουνε τα λεφτά τους για την πατρίδα, δεν χαλάνε εδώ λεφτά». Κ.Μ., ιδιοκτήτρια καταστήματος με είδη δώρων – υφάντρια, μοδίστρα, 80 ετών
«Τώρα ράβω τσάντες, φτιάχνω κοσμήματα της αρέσκειας μου, τα κεριά μου, άρχισα τώρα να κάνω και λίγο ράψιμο. (…) Λέω μήπως βγει κάτι, για να μην κλείσει το μαγαζί, μήπως βγουν τα έξοδα του. Αλλά όλα αυτά φθίνουν. Και έχει αλλάξει. Είχα κάτι ακριβά κομμάτια και όμορφα, αλλά σταματήσανε να ζητάνε. Και άρχισα να φέρνω αυτά που ζητάνε. (…) Γεμίζει η ψυχή μου από τη δουλειά αυτή. Σκέφτομαι και στην ηλικία μου: αχ θα πάω το πρωί, να τελειώσω αυτή την τσάντα, να της βάλω αυτό εκεί, να πάρω αυτό, να δω που θα το ταιριάξω αυτό. Δηλαδή το μαγαζί το κουβαλάω μαζί μου, αλλά το κουβαλάω με αγάπη, όχι με άγχος. Ακόμα και τα τζάμια που σκέπτομαι ότι θέλουν πλύσιμο και αυτά τα κουβαλάω μαζί μου. Ότι πρέπει να φτιάξω τα τζάμια, να ευπρεπίσω το μαγαζί, με τη σκέψη ότι αυτός που θα μπει μέσα δεν έχει καμία δουλειά να βλέπει ένα μαγαζί ακατάστατο, μπορεί να πάει σε άλλο μαγαζί. Και από σεβασμό στον πελάτη και στον εαυτό μου θέλω να είναι το μαγαζί περιποιημένο». Κ.Μ., ιδιοκτήτρια καταστήματος με είδη δώρων – υφάντρια, μοδίστρα, 80 ετών.
«Το μαγαζί είναι δεύτερη γενιά, είναι οικογενειακή καθαρά επιχείρηση, είχαμε πάρα πολύ προσωπικό κάποτε, πάρα πολύ προσωπικό, δηλαδή 8-9 άτομα έχουμε φτάσει, αλλά είναι έτερον εκάτερον αυτό, ξέρετε είναι και η αλλαγή των συνηθειών που υπάρχουνε, παλιά υπήρχε η εικόνα της μοδίστρας στο σπίτι, ξέρω ’γω κάθε δύο τρεις μήνες στο σπίτι ερχόταν η μοδίστρα και εγκαθίσταντο στο σπίτι». Π.Κ., ιδιοκτήτης καταστήματος ειδών ραπτικής, 55 ετών
«Έχει φύγει η πελατεία, οι παλιές βιοτεχνίες, οι μοδίστρες και τα λοιπά οι Ελληνίδες, γιατί υπήρχαν πάρα πολλά ατελιέ εδώ, έχουνε φύγει. Υπήρχαν ατελιέ με δέκα κοπέλες μέσα. Κοπέλες οι οποίες ζούσαν μέσα στο ατελιέ, μάθαιναν την τέχνη, τρώγανε στο σπίτι μέσα, τρώγαν και ξύλο ακόμα, όχι μόνο φαγητό από τις δασκάλες εκεί που είχανε, αληθινό είναι αυτό που σας λέω, και έρχονται μερικές φορές και μας, μας λένε ας πούμε για κάποιες μοδίστρες που δουλεύανε και κλαίνε που θυμούνται δηλαδή, σκληρή εφηβεία, δηλαδή φεύγανε 14 χρονών να μάθουν αυτή τη τέχνη, έτσι; Και ξέρω ’γω, κόβαν λάθος το ύφασμα, τρώγαν ξύλο. Αλλά θυμούνται τη δασκάλα τους με, με συγκίνηση. Και όχι μια, πολλές. …» Π.Κ., ιδιοκτήτης καταστήματος ειδών ραπτικής, 55 ετών
«Ε, τώρα είπαμε αλλάξανε λίγο οι συνήθειες, δε ράβει τόσο πολύ ο κόσμος, με την κρίση βέβαια υπάρχει μια επιστροφή, μια τάση για να διατηρήσουμε τα ρούχα μας οπωσδήποτε, η μεταποίηση έχει έτσι μια μικρή κίνηση. Χωρίς να είναι τόσο μεγάλη όσο θα περιμέναμε. Ε αυτό οφείλεται στο ότι έχει φύγει ο κόσμος, (…) η οικογένεια δηλαδή η ελληνική έχει φύγει…» Π.Κ., ιδιοκτήτης καταστήματος ειδών ραπτικής, 55 ετών
«Αρχικά, ξεκίνησα να πουλάω παπούτσια, δεν είχα πρόγραμμα να κάνω επισκευές, το άνοιξα για πωλητήριο. Ανοίξαμε με μηδαμινό κεφάλαιο, δεν είχαμε και δυνατότητα. Αν είχαμε τη δυνατότητα χρημάτων, να βάλουμε το κατάλληλο εμπόρευμα, θα ήταν διαφορετικά, αλλά εμείς δεν είχαμε κεφάλαιο να ρίξουμε. Ανοίξαμε το μαγαζί, βασιζόμενοι στα χέρια μας, θα πάμε να δουλέψουμε κάτω, θα έρθει η γυναίκα μας να κάτσει εδώ, πέντε από δω, πέντε από κει, να κάνουμε ρίζα και μαγιά, για να μπορέσουμε να…. Εντάξει τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά (…), κάναμε τέσσερα παιδιά (…), στερηθήκαμε…» Β.Μ., τσαγκάρης, 63 ετών
«Η Κυψέλη ήτανε πολύ ωραία, εκείνα τα χρόνια που ’ρθα εγώ, ’79 -’80, αφρόκρεμα ελληνισμού υπήρχε, έκανες μια δουλειά που έκανε τέσσερις δραχμές, σου δίνανε πέντε, πάρε Βασίλη πιές και μια μπύρα, ανάλογα τη δουλειά που έκανες. Όπως σου είπα είμαι γνώστης στη δουλειά επάνω και το εκτιμούσανε. Τώρα, η Κυψέλη έχει γίνει ζούγκλα, δεν είναι κατοικήσιμη πλέον, για ελληνικές οικογένειες όχι…» Β.Μ., τσαγκάρης, 63 ετών

«Το 1985 ανοίξαμε επιχείρηση στην Κερκύρας, αριθμός 21, κομμωτήριο "Νίκη", το όνομα της αδελφής μου. (...) Είχε πάρα πολλή δουλειά, πήγαμε πάρα πολύ καλά, φτιαχτήκαμε, αγοράσαμε διαμέρισμα (...) Η πελατεία ήταν αριστοκρατική (...) μέχρι το 1990 το κομμωτήριο ήταν γυναικεία υπόθεση και αυστηρή παρακαλώ: δεν είχε κουτσομπολιό, μιλούσαμε στον πληθυντικό... είχε πολλή δουλειά και καλή, ποιοτική πελατεία (...) καταρχήν μες στο κομμωτήριο υπήρχε κλασσική μουσική (...) σήμερα δεν υπάρχει ποιότητα πάνω στη δουλειά..., έφυγε η ποιότητα, ο καλός ο κόσμος…, δυστυχώς αλλάξανε τα δεδομένα και μειώθηκε η πελατεία κατά 40% από το 1995 και μετά». Π.Μ, κομμώτρια, 42 ετών.

"Η Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης θα παρουσιάσει την δουλειά της σε μια ημερίδα, το Σάββατο 7 Απριλίου, από τις 11.00 το πρωί ως το απόγευμα, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (στην οδό Ακαδημίας). Ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να σας παρουσιάσουμε εκεί τις πολλαπλές όψεις της Κυψέλης με τις φωνές των ίδιων των κατοίκων της. Μέχρι τότε, μπορείτε να επισκέπτεστε την ιστοσελίδα μας https://sites.google.com/site/opikdomain "
Λ.Π. – Δ.Μ.
------
Διαβάστε περισσότερα για την ΟΠΙΚ στο tvxs.gr
Η ιστορία της Κυψέλης μέσα από μνήμες

TVXS Συνέντευξη: Το βίωμα να είσαι μετανάστης

Προφορική ιστορία: Ένα ριζοσπαστικό κίνημα. Της Τασούλας Βερβενιώτη

21.3.12

Πως να τιμήσει την ποίηση η νεκρή Ελλάδα; Του Γιάννη Μακριδάκη

Πως να τιμήσει την ποίηση η νεκρή Ελλάδα; Του Γιάννη Μακριδάκη

tvxs.gr/node/88707
Παγκόσμια μέρα ποίησης σήμερα. Πως να την τιμήσει η νεκρή Ελλάδα; Η Ελλάδα που δέχεται επί του πτώματός της τις ορμητικές επιθέσεις των όρνεων από την Ευρώπη; 

Βουτούν κατά πάνω της για να κατασπαράξουν τον σωρό από σάρκες που δημιούργησαν με τις ανάλγητες πολιτικές εξαθλίωσης.
Βουνά, παραλίες, νησιά, ορυκτός πλούτος, αστικά τοπία ξεπουλιούνται σε επενδυτές και βιάζονται ασύστολα.
Παραβιάζονται οι περιβαλλοντικές νομοθεσίες που η ίδια η Ευρώπη θέσπισε για τα μέλη της.
Όπως ακριβώς αξίζει σε μια τριτοκοσμική αποικία.
Στην Χαλκιδική, στο Κιλκίς, στο Ελληνικό, στο Πεντελικό όρος, στην Κρήτη, στην Ικαρία, στη Χίο, στη Σκύρο, στη Μάνη, στην Εύβοια, παντού χαίνουσες πληγές. Πλήρης καταστροφή και βιασμός. Της φύσης και της ποιότητας ζωής των ανθρώπων. Με πρόφαση την ανάπτυξη και μάλιστα την "πράσινη".
Το ελληνικό τοπίο, τα σκληροτράχηλα βουνά και το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου, που επί αιώνες ενέπνευσαν ποιητές, πεζογράφους, ζωγράφους και γλύπτες παραδίδονται στη βουλιμία των Ευρωπαίων κατακτητών.
Οι μοναδικοί ποιητές σήμερα είναι οι άνθρωποι που αντιστέκονται θέτοντας ακόμα και τα κορμιά τους μπροστά στις ερπύστριες της ισοπέδωσης.
Είναι γεμάτη ποιητές η Ελλάδα από τη Χαλκιδική ως την Κρήτη.
Ποιητές που "γράφουν" με το πάθος τους, την ψυχή τους, τον ιδρώτα τους, τους χτύπους της καρδιάς τους. Ποιητές που εκτιμούν την ομορφιά ολόγυρά τους, εμπνέονται από αυτήν και δίνουν όλο τους το είναι για να αποκρούσουν τους άρπαγες. Κινδυνεύοντας να σκοτωθούν ή να συλληφθούν διότι μάχονται και ζουν σε μια χώρα που κυβερνιέται από φιλοεπενδυτές και αναπτυξιολάγνους.
Σε μια χώρα που το μεγάλο μέρος του πληθυσμού αποτελείται από σιωπηρούς νοικοκυραίους, το χείριστο είδος των πολιτών.
Οι μοναδικοί ποιητές της Ελλάδας σήμερα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντίστασης, τιμώντας τους προγόνους τους στην Τέχνη και την Τέχνη την ίδια. Υπερασπιζόμενοι την Έμπνευση.
Τους τιμώ, τους σέβομαι και τους ευχαριστώ από την καρδιά μου.
Γιάννης Μακριδάκης

Σχετικά Άρθρα: 

20.3.12

Η Ελεωνόρα Σταθοπούλου καλεσμένη στο σεμινάριο "Δημιουργικής Αφήγησης"



Την Παρασκευή, 24/3/2012, η Κρυσταλία Πατούλη και οι συμμετέχοντες του εργαστηρίου "Δημιουργικής Αφήγησης" φιλοξενούν με μεγάλη χαρά την συγγραφέα Ελεωνόρα Σταθοπούλου, με αφορμή τη νουβέλα της "Καλό αίμα, κακό αίμα", των εκδ. Εστία, αλλά και με σκοπό μία συζήτηση εφ' όλης της ύλης για τη ζωή και το έργο της. 




Είσοδος αποκλειστικά στους συμμετέχοντες του συγκεκριμένου σεμιναρίου. 

----

Η Ελεωνόρα Σταθοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε θέατρο στην σχολή του 
Καρόλου Κουν και στο Εθνικό. Έπαιξε στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.
Πήρε δύο Κρατικά Βραβεία Α' γυναικείου ρόλου για τις ταινίες "1922" του 
Ν. Κούνδουρου και "Ένας ήσυχος θάνατος" της Φ. Λιάπα.
Έκανε για πολλά χρόνια ραδιοφωνικές παραγωγές στο Τρίτο και στο 
Πρώτο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου. Σπούδασε αγιογραφία και παράλληλα 
άρχισε να γράφει. Το "Εκείνος" είναι το πρώτο της βιβλίο.
 
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2010) Καλό αίμα, κακό αίμα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2008) Barbara: Διάλογος με μια περσόνα, Οδός Πανός
(2006) Εκείνος, Οδός Πανός
 
Μεταφράσεις
(2001) Bergman, Ingmar, Κραυγές και ψίθυροι. Από τη ζωή των μαριονετών, Αιγόκερως
(1987) Bergman, Ingmar, Κραυγές και ψίθυροι, Αιγόκερως


Κριτικογραφία
Barbara: Διάλογος με μια περσόνα [Ελεωνόρα Σταθοπούλου, Barbara: Διάλογος με μια περσόνα], "Lifo", τχ. 136, 26.11.2008


18.3.12

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης | Η Αγαθή Δημητρούκα στο Μικρό Πολυτεχνείο

«Πουλάμε τη ζωή, χρεώνουμε το θάνατο», Αγαθή Δημητρούκα

07:03, 22 Μαρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/88736

«Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο» ακουγόταν από το ραδιόφωνο μια τραγωδός στον ρόλο της Εκάβης.
«Όλα μού τα πήρατε! Τι άλλο θέλετε;» έλεγε μέσα σε λυγμούς η δική μου Εκάβη.
Τη χτυπούσαν, τη γονάτιζαν, την έσερναν απ’ τα μαλλιά: ο Μενέλαος ήταν τώρα βρομόγρια "ο Αγαμέμνονας μαυραγορίτισσα" ο Οδυσσέας πανιασμένη τσούλα, σαν υπερτροφικό σκουλήκι.
Ο Πρίαμος παρέμενε κρεμασμένος στην πόρτα: το στόμα του ανοιχτό σε άναρθρη κραυγή τα μάτια του χυμένα σε ασύντακτη κατάρα.
Όχι! Εμένα δε με λένε Αστυάνακτα. Είχα ωστόσο την ηλικία του και μια πέτρα στο χέρι.
Προσπαθούσα να πετύχω κάποιον απ’ τους τρεις για να ξεφύγει η μάνα μου. Κι όπως τους σημάδευα, εκείνη τους φώναζε «Σκοτώστε με! Μη με τυραννάτε» κι εγώ βούρκωνα κι έχανα τον στόχο κι έσφιγγα ακόμα πιο πολύ την πέτρα στη χούφτα μου.
Κι άκουγα τότε τις φοβέρες τους: «Άμα ξανακατεβείς στο σοκάκι, θα σε σκοτώσουμε», «Θα σε θάψουμε μέσα στις πέτρες», «Δε θα σε βρει κανένας!».
Οι μισοί χωριανοί ήταν στα χωράφια και στα πρόβατα κι οι άλλοι μισοί στα ξερονήσια. Δυο τρεις που έμεναν στο χωριό τους έλεγαν ρουφιάνους ή δηλωσίες και κρύβονταν στα σπίτια τους.
Έμενε κι ο πατέρας μου, αλλά αυτός δεν μπορούσε να κάνει βήμα: ήταν ανάπηρος. Όχι από πόλεμο΄ η πολιομυελίτιδα τον βρήκε μόλις γύρισε από φαντάρος. Ευτυχώς που είχε μια φωτογραφία από τον στρατό για να θυμάται τη λεβεντιά του.
Τώρα τον έλεγαν σοφό΄ κι ήταν, όταν ήταν ήρεμος. Όταν δεν τον εξευτέλιζαν χτυπώντας τη γυναίκα του και φοβερίζοντάς την «Άμα πεθάνει ο πατσαλός, ούτε για την κηδεία του δε θα μείνεις».
«Έχω την τσούπα μου!» επαναλάμβανε εκείνη σαν να παραμιλούσε.
Ναι, καταλάβαινα πως αρπαζόταν από μένα κι ένιωθα τα στραβά και κοκαλιάρικα ποδαράκια μου να ισιώνουν και να μπήγονται συμπαγή στο έδαφος για να μη λυγίσουν και πέσει, να την κρατήσουν γερά στον βράχο της ερημιάς μου.
Κι έπειτα ο πατέρας μου την ορμήνευε μπροστά μου, όλα μπροστά μου λέγονταν.
«Άμα πεθάνω» της έλεγε «να πάρεις την τσούπα μας μακριά από δω. Να τα πουλήσετε όλα και να μην ξαναγυρίσετε. Να κοιτάξεις να μάθει γράμματα. Και να θυμάσαι: αν την κοροϊδέψει κανένας, μην την κατηγορήσεις, και το παιδί να το κρατήσεις, να μην το πεις μούλικο, να το πεις το παιδί της τσούπας μας».
«Έλα, μωρέ άντρα» του απαντούσε εκείνη, τόσο σίγουρη σαν να πατούσε πάνω σε κινούμενη άμμο. «Δεν πεθαίνεις, μην το λες και το ξαναλές. Όσο ζω εγώ δε θα σ’ αφήσω να πεθάνεις! Θέλω τον ίσκιο σου, καταλαβαίνεις;».
Κι εκείνος, σαν να του έδιναν παράταση όλες οι χθόνιες θεότητες μαζί για να τον επιβραβεύσουν στον ρόλο του πατέρα, μαλάκωνε το μελαγχολικό του βλέμμα και συμπλήρωνε: «Άμα δεν πεθάνω, θα πω σ’ αυτόν τον παλιοκερατά που θα παντρευτεί η πουτσαρίνα μας να την πάρει μακριά από δω, κι ας την πάει στην Αμερική, να ζήσουν εκεί όπου ζει ο καλός κόσμος΄ αλλά θα του δώσω και μια κατσίκα να πίνει η πουτσαρίνα μας φρέσκο γάλα!».
Γιατί ο πατέρας μου με ονειρευόταν στην καρδιά της Νέας Υόρκης, στον τελευταίο όροφο του ψηλότερου ουρανοξύστη, με τον προσωπικό μου κήπο στην ταράτσα, όπου μια κάτασπρη κατσικούλα θα έβοσκε στο γκαζόν.
Και τότε βέβαια δεν ήξερα να το εξηγήσω, μα κάπως έτσι ένιωθα: «First we take Manhattan, then we take Berlin».
Απόσπασμα από τη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία Πουλάμε τη ζωή, χρεώνουμε τον θάνατο (Εκδόσεις Πατάκη), της Αγαθής Δημητρούκα (στιχουργός, συγγραφέας και μεταφράστρια)
(Σημειώσεις: Πατσαλός = αυτός που έχει κινητικά προβλήματα, Τσούπα = κόρη στα ρουμελιώτικα. Λέξη αλβανικής καταγωγής, Πουτσαρίνα = λεβέντισσα. Το αρσενικό πουτσαράς χρησιμοποιείται ως συνώνυμο των λέξεων λεβέντης, παλικάρι)


info
Η Αγαθή Δημητρούκα στο Μικρό Πολυτεχνείο - Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης στο Μικρό Πολυτεχνείο, η Αγαθή Δημητρούκα – στιχουργός, συγγραφέας, μεταφράστρια – παρουσίασε το βιβλίο της "Πουλάμε τη ζωή, χρεώνουμε τον θάνατο", μεταφέροντας το κοινό σε μια Ελλάδα βασανισμένη πάντα και παράλληλα ποιητική.
Η Αγαθή Δημητρούκα, υπήρξε προσωπική και στενή φίλη του Νίκου Γκάτσου και είχε επίσης, πολλά να αφηγηθεί για τον κορυφαίο έλληνα ποιητή.
Γνωστοί ηθοποιοί, φίλοι της Αγαθής (Λουκία Πιστιόλα, Χριστίνα Χριστοδούλου, Άρτεμις Ορφανίδου, Θεοδώρα Ευγενάκη, Γιώργος Γιανναράκος, Πάρις Θωμόπουλος αλλά και η θεατρολόγος Άννα Τσαπάρα) διάβασαν αποσπάματα του βιβλίου όπως και ποιήματα, που η ίδια επέλεξε και μετέφρασε από το έργο ποιητών, που τα ονόματά τους απαντώνται στο βιβλίο της, όπως οι: Σολωμός, Σικελιανός, Σεφέρης, Παλαμάς, Ρίτσος, Ελύτης, Γκάτσος, Ελευθερίου, Χρονάς, Αρανίτσης, όπως και Λόρκα, Νερούδα, Ρομέρο, κλπ.
Ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσαν εκλεκτοί καλεσμένοι της ίδιας της Αγαθής Δημητρούκα που τίμησαν με την παρουσία τους τη βραδιά, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ποιητές όπως η Kλεοπάτρα Λυμπέρη, ο Γιάννης Υφαντής και ο Γιάννης Ψάρρας, όπου επίσης ακούστηκαν αποσπάσματα από ποιητικά έργα τους, αλλά και οι συγγραφείς Σωτήρης Δημητρίου και Αλέξανδρος Ασωνίτης. Ακόμη, παραβρέθηκαν, η ερμηνεύτρια Φιόρη - Αναστασία Μεταλληνού, ο μουσικός και σκηνοθέτης Βασίλης Κονταξής αλλά και ο μουσικός και μέλος των Υπόγειων Ρευμάτων, Απόστολος Καλτσάς.
Την όλη εκδήλωση πλαισίωσε μουσικά η Στέλλα Κυπραίου (κιθάρα) και ο Πάρις Θωμόπουλος (κλαρινέτο). Τραγούδια με ποιητικούς στίχους σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, ερμήνευσε ο Δώρος Δημοσθένους.
dimitrouka_3
Τέλος οι μαθητές του σεμιναρίου της Στιχουργικής αλλά και του εργαστηρίου Δημιουργικής Αφήγησης κατέθεσαν στην Αγαθή Δημητρούκα ποιητικά κείμενα εμπνευσμένα από το βιβλίο της και το έργο της.
Η διοργάνωση έγινε από: Εργαστήριο Δημιουργικής Αφήγησης της Κρυσταλίας Πατούλη, στα πλαίσια των εκδηλώσεων του ίδιου σεμιναρίου με τίτλο "Αφήγηση έργου - ζωής"  και από το Σεμινάριο Στιχουργικής της Φωτεινής Λαμπρίδη.
Pocket Theatre@χώρος τέχνης ασωμάτων
Οδός Ασωμάτων 6 – Θησείο (ΗΣΑΠ Θησείο)

9.3.12

Ο Περικλής Κοροβέσης στο Μικρό Πολυτεχνείο

Ο Περικλής Κοροβέσης στο Μικρό Πολυτεχνείο

korovesis_book
Την Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012, Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αστυνομικής Βαρβαρότητας, στις 20:00μμ, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση Αφήγησης Έργου - Ζωής αφιερωμένη στον συγγραφέα Περικλή Κοροβέση.
.

periklis_korovesis
“Προσπάθησα να παραμείνω πολίτης...” γράφει στον πρόλογο του μπεστ σέλερ «Ανθρωποφύλακες», ο συγγραφέας Περικλής Κοροβέσης, το οποίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε σε πολλές χώρες του εξωτερικού, μετά την πρώτη του έκδοσή στη Σουηδία το 1969, η οποία περιέχει την συγκλονιστική κατάθεσή του στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στη Διεθνή Αμνηστία, που γνωστοποίησε για πρώτη φορά στην διεθνή κοινότητα τα φρικτά βασανιστήρια που υφίσταντο οι πολιτικοί κρατούμενοι της χούντας των συνταγματαρχών.Κι όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στις σελίδες του βιβλίου: «Η καταδίκη της Χούντας στο Συμβούλιο της Ευρώπης ήταν η αρχή του τέλους της Δικτατορίας».

Στην εκδήλωση θα μιλήσει και η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη για την "Ιστορική αξία της βιωματικής αφήγησης".

info:
Pocket Theater - @Xώρος Τέχνης Ασωμάτων, Μικρό Πολυτεχνείο, Οδός Ασωμάτων 6 - Θησείο, στις 20:00μμ. Για κρατήσεις θέσεων: τηλ. 210.324.3306 (καθημερινά 17:00 – 20:00). Είσοδος ελεύθερη.
Διοργάνωση: Μικρό Πολυτεχνείο - Σεμινάριο "Δημιουργικής Αφήγησης" της Κρυσταλίας Πατούλη

Τι είναι μοίρα; Του Δημήτρη Σταυρόπουλου

Τι είναι μοίρα; Του Δημήτρη Σταυρόπουλου

tvxs.gr/node/87113
Τόσο η ελληνική λέξη «μοίρα», δηλαδή μερίδιο, τμήμα του κύκλου και κάθε ανάπτυξης, όσο και οι αποδόσεις της έννοιας αυτής σε άλλες γλώσσες (γερμ. Los, αγγλ. Lot κλπ) , υποδηλώνουν ότι δεσμευόμαστε από τη μοίρα μας, η οποία μας απονέμεται με την σύλληψη και αργότερα με την γέννησή μας, να έχουμε μερίδιο σε ένα μεγαλύτερο Όλον και να συνδεθούμε μαζί του. Πώς μπορούμε, όμως, να αναγνωρίσουμε τη μοίρα μας, και πώς συντίθεται αυτό το Όλον; Ερωτήματα, τα οποία ο άνθρωπος θέτει εδώ και αιώνες και τα οποία παρασύρουν τους ανθρώπους ανέκαθεν σε τολμηρές ερμηνείες, μη επαληθεύσιμες εξηγήσεις και δυστυχώς έως και σε ιδεολογικούς πολέμους.


[...] Η μοίρα βρίσκεται στο προσκήνιο της ελληνικής μυθολογίας και φιλοσοφίας και παρουσιάζεται καταλυτικά μπροστά στα μάτια των ανθρώπων στο αρχαίο θέατρο, στις τραγωδίες όπως επίσης και στο αντίθετό τους, στις κωμωδίες, που θέτουν τα πάντα υπό αμφισβήτηση.
Αντικείμενο είναι σταθερά το ποιες δυνάμεις καθορίζουν τη μοίρα, καθώς και ερωτήματα για το εάν αυτές οι δυνάμεις επιτρέπουν, παρ’ όλ’ αυτά, ένα περιθώριο δράσης για αλλαγή της μοίρας.
Η μυθολογία και οι τραγωδίες παρουσιάζουν το πώς οι ίδιες οι πράξεις που κάνουν οι άνθρωποι τυφλωμένοι από τις κρυφές τάξεις της μοίρας, τους καταποντίζουν στο «τραγικό».
Αυτό που ο Bert Hellinger ονομάζει «υπεροψία», για τους αρχαίους Έλληνες είναι η «ύβρις» - η καταστροοφή της τάξης, όπου το άτομο ή μια ομάδα αντιτίθεται στον Όλον. Η συνέπεια είναι να παραδιδόμαστε έτσι ακόμη πιο έντονα στις αόρατες και ακατανόητες δυνάμεις της μοίρας.
Το αρχαίο θέατρο δεν ήταν επομένως απλά και μόνο τέχνη, αλλά μια ευρεία σχεδόν θεραπευτική συνεδρία, η οποία είχε σκοπό να επανασυνδέσει τους θεατές (ήταν περισσότερο συμμετέχοντες - όπως σήμερα σε ένα εργαστήρι – και όχι απλώς ένα φιλοθεάμον κοινό) με τους προγενέστερους και συχνά με τις ακατανόητες δυνάμεις της μοίρας.
Ως Έλληνα συστημικό θεραπευτή και συντονιστή, με απασχολεί επομένως εδώ και πολλά χρόνια το ερώτημα, ποιες βαθύτερες συνδέσεις υπάρχουν μεταξύ του αρχαίου πολιτισμού και της οικογενειακής αναπαράστασης, και εάν η ενασχόληση με τους αρχαίους μύθους θα μπορούσε ίσως να μας οδηγήσει προς μια βαθύτερη κατανόηση των τάξεων, που επισημάνθηκαν από τον Hellinger και των λύσεων που προκύπτουν από αυτές.
Έτσι στην ομάδα Αρχετύπων του Ε.Ι.Σ.Α., προσπαθούμε να ανακαλύψουμε μέσα από τις αναπαραστάσεις μύθων τα αρχέτυπα, τα οποία -αν και βρίσκονται πέρα από το προσωπικό- κουβαλάμε όλοι μέσα μας και είμαστε συνδεδεμένοι μαζί τους ασυνείδητα αλλά και άρρηκτα.
[...] η συστημική λύση περιέχει μια πολύπλευρη σύλληψη της «μοίρας»: υπερβαίνει μια δήθεν δεδομένη τάξη μοίρας μέσα από τις ίδιες τις κινήσεις της, κατά συνέπεια μέσα από μια μοίρα η οποία συνδιαμορφώνεται από το άτομο.
Ακριβώς αυτό κάνει την διαφορά απέναντι στις ιδεολογίες που «θεοποιούν» τη μοίρα για να μπορέσουν, στην ουσία, να εξισώσουν τους «τυράννους» με τη μοίρα.

Η άποψη της αρχαίας Ελλάδας: το τρίπτυχο της μοίρας, οι τρεις Μοίρες:

Μέσα από τη «συστημική επανάγνωση» με την βοήθεια των αναπαραστάσεων μύθων, μας έχουν γίνει ευκρινέστερες ορισμένες διαστάσεις της μοίρας. Οι αρχαίοι Έλληνες κατανοούσαν τη μοίρα όχι μονολιθικά, αλλά ως αποτελούμενη από διαφορετικά στοιχεία. Η μοίρα συνολικά σχετικοποιήθηκε μέσα από τον μύθο με τις τρεις Μοίρες.
Έγινε η διαφοροποίηση:
Η μοίρα δεν είναι κάτι άκαμπτο, μονολιθικό, κάτι για πάντα σταθερό. Ολόκληρη η μοίρα ενός ανθρώπου καθορίζεται από την διαβούλευση αυτών των θεοτήτων της μοίρας, των τριών Μοιρών – μια εύστοχη και απελευθερωτική μεταφορά, σε αντίθεση προς την μοιρολατρία και σε αρμονία με τον ποταμό της ζωής.
Άρα, ακόμη και η μοίρα βρίσκεται σε κίνηση, είναι δηλαδή μεταβλητή, εάν σεβαστούμε την αλληγορία της τριπλής μορφής της.


«Οι τάξεις της μοίρας»:

Προσεγγίζοντας τις τρεις Μοίρες, διακρίνω τρεις τάξεις της μοίρας. Η σχέση αυτών των τριών Μοιρών ως δυνάμεων τάξης μπορεί να διευκρινιστεί με το πυθαγόρειο τρίγωνο.
Εδώ καταθέτω σύμφωνα με την γνώση και επίγνωσή μου, ορισμένες θεμελιωμένες ερμηνείες και προσαρμογές, για να καταστήσω κατανοητό το σχετικό θέμα.

Ο Πυθαγόρας, φιλόσοφος, φυσικός, ιατρός και μαθηματικός από τη Σάμο, περ. 580-500 π.Χ., είχε προσπαθήσει μεταξύ άλλων, μέσα από την μουσική και την αριθμοσοφία, να αποκωδικοποιήσει το σύμπαν και τις θεϊκές τάξεις του για την ανθρώπινη κατανόηση.
Κάθε αριθμός από το 1 έως και το 10 αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη ιδιότητα του σύμπαντος, των κινήσεών του και των δημιουργικών δυνάμεων.
Οι σημαντικότεροι από αυτούς, οι πρώτοι τέσσερις, περιλαμβάνονται στον ιερό αριθμό δέκα και αντιπροσωπεύουν την αρμονία του κόσμου (1+2+3+4=1=10, τετρακτύς).


Στην διδασκαλία του, παρουσίασε τις τρεις Μοίρες με την βοήθεια του ορθογώνιου τριγώνου.
Παρουσίασε την Άτροπο με το 3, το οποίο αντιπροσωπεύει την τέλεια αρμονία, τον νόμο, τις πρώτες αρχές.
Την Κλωθώ όρισε με το 4, ως την αποκαλυφθείσα δημιουργία, την ύλη, την παραγωγή που οδηγεί στην εξέλιξη. Η οικογένεια π.χ. ως μονάδα πατέρα – μητέρας – παιδιού συνδέεται εδώ με το οικογενειακό πνεύμα ως στοιχείο δόνησης υψηλότερης τάξης.
Η Λάχεσις εκπροσωπείται από το 5, τις συνετά συνειδητοποιούμενες αξίες, την πεμπτουσία της θρησκείας και της ύλης, το σύμβολο της δικαιοσύνης.
Η επιφάνεια του τριγώνου, το εμβαδόν του δηλαδή, ορίζεται με τον αριθμό 6, που προκύπτει από τον κανόνα: «το ήμιση του αθροίσματος των τριών πλευρών» (3+4+5)/2=6, που αντιπροσωπεύει το «έμπνεο» σώμα όπως και την «εμπνευσμένη» φύση.
Ονομάζει την επιφάνεια «ανδρόγυνο», «φιλικό-συμφιλιωτικό», «ειρήνη και κόσμο», όπως και ψυχή.
Η ψυχή, δηλαδή, περιβάλλεται και από τις τρεις Μοίρες, ως προς το «μισό» τους..
Οι Πυθαγόρειοι θεωρούν την συμφιλίωση ως την μεγαλύτερη ιδιότητα της ψυχής, ως τμήμα της μοίρας.
Θεωρώ ότι αυτό ενισχύει με έναν πολύ παραστατικό τρόπο όλες τις προσεγγίσεις του Hellinger και της αναπαράστασης.
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί η σύνδεση των τριών Μοιρών με το ορθογώνιο τρίγωνο, μέσα από την διάσημη πυθαγόρεια πρόταση.

Στο ορθογώνιο τρίγωνο του Πυθαγόρα:

Η Άτροπος είναι η κάθετος πλευρά. Αντιπροσωπεύει το αμετάβλητο, το αναπόφευκτο. Κόβει το νήμα της ζωής.
Η Κλωθώ είναι η οριζόντια πλευρά. Είναι το μεταβλητό. Κλώθει το νήμα της ζωής και αντιπροσωπεύει τα μπερδέματα των προσταγών της μοίρας, αλλά και την αυτενέργεια του ανθρώπου στα θέματα ζωής.
Η Λάχεσις είναι η υποτείνουσα. Είναι η τύχη. Περιέχει και διαφυλάσσει το νήμα της ζωής. Αντιπροσωπεύει το τυχαίο των προσταγών της μοίρας στο θετικό και το αρνητικό.
Η ψυχή είναι το εμβαδόν του τριγώνου. Ο χώρος της ορίζεται και από τις τρεις Θεές κατά το ήμισύ τους.

Οι τρεις Μοίρες ως «τάξεις της μοίρας»:

Πρώτη τάξη της μοίρας: Άτροπος – η αμετάβλητη μοίρα (κάθετος του τριγώνου, η συστημική «σκληρή πραγματικότητα» με την έννοια του ηλεκτρονικού hardware, του «σκληρού δίσκου»). Η Πρόνοια.
 

Η παγκόσμια τάξη και οι παγκόσμιοι νόμοι, η δημιουργία του κόσμου (γένεση). Όλα όσα μας παραδόθηκαν από τους προηγούμενους, το μερίδιο που λαμβάνουμε ως ύπαρξη.
Το «αμετάβλητο» προηγείται του «μεταβλητού», αλλά και απελευθερώνεται, ως νόμος το ίδιο του «πάντα ρει», ο οποίος διέπει τα πάντα.
Στην μεταφορά, η Άτροπος παραμένει σταθερή ως πλευρά του τριγώνου και αμετάβλητη ως αριθμός (Πυθαγόρας).
Κάθε παρέμβαση φέρνει μόνον αναστάτωση και είναι παντελώς ανώφελη, γιατί καταλήγει σε αυξομειώσεις των άλλων πλευρών και όχι της ίδιας.
Το πώς αντιμετωπίζουμε την Άτροπο είναι καθοριστικό για το μέλλον.

Δεύτερη τάξη της μοίρας: Κλωθώ – η μεταβλητή μοίρα (οριζόντια του τριγώνου, η συστημική «μαλακή πραγματικότητα» με την έννοια του ηλεκτρονικού software, των προγραμμάτων λογισμικού). Η Θέληση ή Βούληση.

Είναι το μερίδιο, που προσαυξάνεται πάντα από τις προσωπικές επιλογές και πράξεις.
Η συνέχιση της ύφανσης της ζωής, η ελευθερία της βούλησης, οι περιπλοκές των προσταγών της μοίρας, οι νέες κοινότητες μοίρας. Φέρνει την εκπλήρωση, καθώς σημαίνει αποδοχή των δώρων της ζωής και παράδοσής τους σε άλλους.
Εδώ όλες οι πράξεις μας διαδραματίζουν έναν ισότιμο ρόλο, τόσον οι ύβρεις όσο και οι καλές πράξεις.
Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να επιμηκύνουμε την Κλωθώ ή και να την συντομεύσουμε, με ουσιώδη την προσωπική αντίληψη του «μέτρου» και της αρμονίας.
Αυτό αυξομειώνει την Τρίτη πλευρά, την υποτείνουσα του τριγώνου και επηρεάζει το μέγεθός της.

*Τρίτη τάξη της μοίρας: Λάχεσις – η μοίρα της αντίληψης της σύμπτωσης ή της τυχαιότητας (υποτείνουσα του τριγώνου). Η Ειμαρμένη.

«Τα πάντα ρει»: οι κινήσεις της μοίρας

Για τον πυθαγόρα το εμβαδόν του τριγώνου, που αλλάζει συνεχώς, αντιστοιχεί στην ψυχή, κάτι που μπορούμε να πάρουμε και ως μεταφορά, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε την διαλεκτική σχέση και την αλληλεπίδραση των τάξεων της μοίρας.
Οι Μοίρες καθορίζουν με την σχέση τους τον νόμο «πάντα ρει».
Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ακινησία, αλλά μια κυκλική κίνηση με αρχή, μέση και τέλος και ανανεούμενη αρχή, διαφορετικά η γέννηση θα έμοιαζε με θάνατο.
Η αύξηση και η μείωση των δύο πλευρών του τριγώνου μεταβάλλει τις δύο τάξεις της μοίρας, θέτει τη «μοίρα σε κίνηση» μετακινεί και βάζει και πάλι εκ νέου την ψυχή σε κίνηση, ώστε έτσι να ξεδιπλωθούν οι «κινήσεις της ψυχής».
Θεωρώ ότι η ατομική ηθική συνείδηση, που τείνει προς την ύβρη, κατοικεί στην Κλωθώ, ενώ η «συλλογική συνείδηση» επιβλέπει έτσι ώστε κανείς να μην αναμιχθεί με υπεροψία στην Άτροπο.
Διαφορετικά ο άνθρωπος εμπλέκεται και υφίσταται τα κτυπήματα της μοίρας (στην αρχαιότητα αυτή η εμπλοκή χαρακτηριζόταν ως «τιμωρία» από τους Θεούς), έως ότου βρει την κατάλληλη πρόσβαση, δηλαδή την αναγνώριση της Άτροπου ως αμετάβλητης και την ένωσή του μαζί της.
Αυτό επιτρέπει χειρισμούς σε συμφωνία με τις τάξεις της μοίρας και οδηγεί στην αποδοχή και την συναίνεση στη μοίρα, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση του ανθρώπου και την διαμόρφωση της δικής του ζωής, στην οποία είναι συνυπεύθυνος.

Όμως «δεν μπορούμε να μπούμε δεύτερη φορά στον ίδιο ποταμό»! (Ηράκλειτος). Αυτό καθορίζεται κατ’ αρχάς από την αποδοχή της ίδιας της ύπαρξης.
Η εμπλοκή σημαίνει εντούτοις την προσπάθεια να μπούμε δεύτερη φορά στον ποταμό, ενεργώντας δηλαδή ως εκπρόσωποι του προσώπου με το οποίο ταυτιζόμαστε με «τυφλή αγάπη».
Ο Ορφέας περνά για δεύτερη φορά τον ποταμό, προσπαθώντας να πάρει πίσω στην ζωή την αγαπημένη του Ευρυδίκη από τον κάτω κόσμο, κάτι που οδηγεί σε αποτυχία και σε πόνο. Η αποτυχία τον φέρνει τελικά αντιμέτωπο με το αμετάκλητο της μοίρας, δηλαδή το τελεσίδικο του θανάτου της Ευρυδίκης, επιβάλλοντάς του έτσι την αποδοχή του γεγονότος.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Επιστροφή - Αρχέτυπα και Αναπαράσταση» του Δημήτρη Σταυρόπουλου, Εκδόσεις Κλωθώ
(*Για τον Πυθαγόρα, η Λάχεσις εκπροσωπεί τον νόμο του «αντιπεπονθότος», της ανταπόδοσης, ως αντιστάθισμα πρότερων πράξεων)
----------
Ο Δημήτρης Σταυρόπουλος γεννήθηκε το 1942 στην Αθήνα. Απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα στις εφαρμοσμένες επιστήμες και Μ.Α. στην κοινωνιολογία - ψυχολογία - φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Εργάζεται από το 1978 στην Ελλάδα, ως Σύμβουλος Επικοινωνίας και Συστημικός Θεραπευτής και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Οικογενειακής Θεραπείας (EFTA) και της Ελληνικής Εταιρείας Συστημικής Θεραπείας (ΕΛΕΣΥΘ). Η προσωπική φιλία του από το 1973 με τον Bert Hellinger κατέστησε δυνατή την συμμετοχή του σε όλες τις εξελίξεις της Αναπαράστασης.
Εισήγαγε στην Ελλάδα την μέθοδο της Συστημικής Αναπαράστασης, όπως την ονόμασε ο ίδιος, και ίδρυσε και διευθύνει το ‘Ελληνικό Ινστιτούτο Συστημικής Αναπαράστασης Bert Hellinger’, μέλος του ‘Bert Hellinger International’ και της αντίστοιχης Διεθνούς Ομοσπονδίας ‘International Systemic Constellation Association’ (ISCA). Έχει συμμετάσχει σε πολλά ελληνικά και διεθνή επιστημονικά συνέδρια με ανακοινώσεις και θεραπευτικά εργαστήρια.
Έχει αρθρογραφήσει σε ξένα περιοδικά και έχει συγγράψει το βιβλίο Επιστροφή – Αρχέτυπα και Αναπαράσταση (Κλωθώ, 2007). Η εργασία με τα Αρχέτυπα και η σύνδεση της συστημικής ψυχολογίας και ψυχοθεραπείας με την αρχαιοελληνική μυθολογία, τραγωδία και φιλοσοφία εμπεδώνει ήδη μια νέα θεραπευτική πρότασή του, το «Ελληνικό Παράδειγμα». Παράλληλα έχει αναπτύξει την ‘Ομαδική Συνήχηση’, μια προσέγγιση στην διεξαγωγή της Συστημικής Αναπαράστασης, που οργανικά συνδέεται με την ‘Νέα Οικογενειακή Αναπαράσταση’ του Hellinger.
--------
Το τι σημαίνουν για μας οι τάξεις, το διδαχτήκαμε αρχικά από τους μεγάλους έλληνες τραγικούς ποιητές και φιλοσόφους. Εκείνοι, ανεξάρτητα από τους κυρίαρχους μύθους, κοίταξαν απροκατάληπτα και ανεμπόδιστα το εμφανές… Έτσι, έφτασαν σε αποκαλύψεις, οι οποίες καθορίζουν μέχρι σήμερα τις σκέψεις και τις πράξεις μας…
Ο Δρ Δημήτρης Σταυρόπουλος, με τον οποίο είμαι φιλικά συνδεδεμένος και ο οποίος με συνόδεψε για μεγάλο διάστημα στο δρόμο που οδήγησε σ’αυτές τις γνώσεις, θέλησε να τις μεταφέρει στο ελληνικό κοινό…
Συζητώντας συχνά μαζί μου για τις ελληνικές τραγωδίες, μου υπέδειξε τους συσχετισμούς ανάμεσα στις τραγωδίες και στις τραγικές εμπλοκές στις οικογένειες. Έχει διακρίνει πως, ό,τι καταλογιζόταν στους θεούς, δεν είναι άλλο από την επίδραση στην ψυχή των κρυμμένων τάξεων της αγάπης, που φέρνει στο φως η οικογενειακή αναπαράσταση.
Bert Hellinger

Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου