Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

18.2.16

2 σχεδόν χρόνια μετά το σεμινάριο Αφήγηση Ζωής. Του Κωνσταντίνου Κατσίμπρα




Τελικά 2 σχεδόν χρόνια μετά το σεμινάριο Αφήγηση Ζωής, διαπιστώνω ότι το πιο σημαντικό που κατάφερες Κρυσταλία είναι ότι μας έκανες να γράφουμε (θυμήθηκα την άσκηση αυτή που είχα γράψει, καθώς η μητέρα μου πρόσθεσε μια splatter λεπτομέρεια, που την αφηγούμαι μόνο κατίποιν παραγγελίας!).

Κωνσταντίνος Κατσίμπρας / 09 / 12 / 2013

Παιδικό παραμύθι ή ιστορία που μου άρεσε όταν ήμουν παιδί

Πάντα είχα πρόβλημα με το γεγονός ότι δεν είχα ταυτιστεί πολύ με κάποιο παραμύθι ως παιδί. Υπήρχαν βέβαια κάποιες splatter ιστορίες που μου έλεγε κυρίως η γιαγιά μου και ανακάλυψα αργότερα ότι ήταν διαμάντια της λαϊκής μας παράδοσης. Δυστυχώς δεν τις θυμάμαι πια ολόκληρες, αλλά ευτυχώς υπήρξαν άλλοι που διέσωσαν τους περισσότερους από αυτούς τους λαϊκούς μύθους.
Ζήλευα επίσης την φαντασία των συγγραφέων να δημιουργούν φοβερές ιστορίες απ’ το τίποτα. Για να διαπιστώσω με τα χρόνια ότι οι λαϊκοί μύθοι ενέπνευσαν μερικά από τα μεγαλύτερα έργα που δημιούργησαν. Κατάλαβα ότι το μυστήριο που μου ενέπνεαν κι εμένα όταν τους άκουγα θα πρέπει να λειτούργησε λυτρωτικά στην αναζήτηση της αρχικής τους έμπνευσης. Ένα μυστήριο το οποίο κυρίως προήρχετο από την άγνοια σχεδόν πάντα του αρχικού τους δημιουργού. Η γιαγιά μου έπαιρνε σοβαρό ύφος για να μας πείσει ότι όλα αυτά είναι αληθινά. Η μητέρα μου πάλι αρκούταν να σημειώσει ότι ήταν βγαλμένα μέσα από την ζωή, με σκοπό πάντα της ιστορίας την διδαχή, κάτι που εμάς δεν μας καλάρεσε.
Για να μας πείσει λοιπόν αντιπαρέβαλε αληθινές ιστορίες της οικογένειάς της, άλλες που έζησε κι άλλες που της διηγήθηκαν γονείς και παππούδες. Κάπου εκεί μάλλον κόλλησα, γιατί έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ξέρεις πού διαδραματίστηκαν και τα πρόσωπα που συμμετείχαν σ’ αυτές! Έτσι κι αλλιώς μου ακούγονταν σαν παραμύθια ιστορίες που πήγαιναν μέχρι και 100 χρόνια πίσω.
Όπως του προπάππου μου του Πανάγου και του αδερφού του Γιάννη, ακριβώς 100 χρόνια πριν σ’ ένα άγριο ορεινό τοπίο στα όρια Μεσσηνίας – Αρκαδίας. Πέτρα και Θεός. Ανάμεσα στα δύο μοίραζαν την λιτή και σκληρή τους ζωή, την πέτρα που πάλευαν ολημερίς για να καλλιεργήσουν και τον Θεό που πίστευαν ότι κάποια μέρα θα συναντήσουν. Και τον συναντούσαν συνήθως πάνω σε μια πέτρα ή από μια πέτρα. Ενίοτε κι από σφαίρα, μαχαίρι ή γκρεμό, πάντως πάνω σε πέτρα θα κατέληγαν σίγουρα!
Γι’ αυτό διάλεξαν άλλωστε εκείνο το μέρος να οχυρωθούν κυνηγημένοι από τους Τούρκους μετά τα Ορλωφικά στην Μάνη απ’ όπου κατάγονταν. Η Μάνη εκείνη την εποχή ήταν ξακουστή για δύο κυρίως πράγματα: τις πέτρες της και τις βεντέτες της. Οι πρόγονοί μου έμειναν πιστοί και στα δύο.
Ο Πανάγος δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Νοικοκύρης και πάτερ-φαμίλιας, όλης όμως της φαμίλιας με την μανιάτικη έννοια. Αδέρφια, ξαδέρφια και όλο το καλό και κακό συναπάντημα σε λίγα μικρά πέτρινα σπιτάκια με μικρά παράθυρα και κοινές αυλές, οχυρωμένα εξωτερικά με μαντρότοιχους. Έπρεπε να φροντίζει για όλους κι άφησε τον εαυτό του τελευταίο, να φτάσει να παντρευτεί στα σαράντα του. Σαν πετυχημένος οικογενειάρχης αλλά και επαγγελματίας αγρότης που ήταν, δικαιούταν την καλύτερη. Και την πήρε, μόνο που δυσκολεύτηκε λίγο να την βρει την ημέρα του γάμου τους, καθώς ως συνηθισμένη 13άχρονη είχε πάει με τις φίλες της να στήσουν πλάκες (παγίδες) για πουλάκια…
Την είχε κυρά κι αρχόντισσα όμως την μικρή κυρά-Χρυσσούλα. Δεν της έλειψε λένε τίποτα, το σπίτι της, το φαγητό της, οι κουβέρτες της και μια καλή θέση το βράδυ στο πάτωμα κοντά στο τζάκι. Άσε δε που της έμαθαν τις δουλειές του σπιτιού και την βοηθούσαν οι αρκετές αδερφές και ξαδέρφες που γυρόφερναν μέσα κι έξω από το σπίτι. Ό,τι χρειαζόταν δηλαδή μια νέα νύφη εκείνη την εποχή για να είναι ευτυχισμένη. Και φυσικά παιδιά, τα οποία επίσης δεν τους έλειψαν.
Ένα από τα αρσενικά όμως ξαδέρφια που έμπλεκαν στα πόδια της απέβη τελικά μοιραίο για την νεοσύστατη οικογένειά της. Έκανε το σφάλμα να ερωτευτεί την λάθος κοπέλα, ή για την ακρίβεια από την λάθος οικογένεια. Τα χωράφια τότε ελάχιστα και γεμάτα πέτρες. Συνήθως μ’ αυτές έλυναν και τις διαφορές τους, με οδυνηρά πολλές φορές αποτελέσματα. Το άσυλο όμως που προσέφερε ο Πανάγος στο ερωτευμένο ζευγάρι, δεν ξεπλενόταν με πετροπόλεμο.     
Ήταν ακόμη χειμώνας όταν γυρνούσαν σπίτι τους το βραδάκι μαζί με τον αδερφό του το Γιάννη, φορτωμένοι με ξύλα. Τα στενοσόκακα και το ημίφως έκρυβαν τα δύο νεαρά παιδιά με τα όπλα στα χέρια που τους περίμεναν πίσω από έναν μαντρότοιχο σε μια γωνιά του δρόμου. Ήταν ο 18χρονος αδερφός και η 19χρονη αδερφή της απαχθείσας. Αφού οι γονείς τους δίσταζαν, αποφάσισαν εκείνοι που ακόμη το αίμα τους έβραζε να καθαρίσουν το όνομα της οικογένειας. Όταν σιγουρεύτηκαν για την σωστή απόσταση, ξεπρόβαλαν τους κοίταξαν για λίγο και πυροβόλησαν. Σίγουρα φοβισμένοι, δεν πήγαν να ελέγξουν. Η κυρά Χρυσούλα μαυροφορέθηκε νεότατη, αλλά ο νεώτερος Γιάννης αποδείχτηκε δυνατότερος.
Τα τελευταία λεφτά της οικογένειας ξοδεύτηκαν για την θεραπεία του στην Αθήνα. Έξι μήνες έμεινε στην πόλη αλλά δεν ομολόγησε, ούτε στις αρχές ούτε στους δικούς του. Ήταν σκοτάδι δεν τους είδα, έλεγε. Χωρίς να το ξέρει κανείς, εμφανίστηκε κρυφά μια μέρα στο χωριό. Ήταν πια Σεπτέμβρης κι όταν τους συνάντησε ήταν φορτωμένοι με τα σπαρτά. Μόλις τον είδαν τον παρακάλεσαν να ξεφορτώσουν για να μην λερωθεί το πολύτιμο στάρι με αίμα. Το δέχτηκε κι ύστερα, με καθυστέρηση έξι μηνών, τους ανταπέδωσε τα πυρά.  Ήταν εύστοχος. Δικαιοσύνη. Την ίδια χρονιά μπάρκαρε για Αμερική.
Εντόπισα τα ίχνη του πριν από μερικά χρόνια στο εκπληκτικό site του Ellis island. Όταν ρώτησα την μητέρα μου αν ενδιαφερόταν να μάθει αν υπάρχουν απόγονοί του, με κοίταξε απορημένα και μου αποκρίθηκε: τι νόημα έχει τώρα πια;

    

15.1.16

Για να δημιουργηθεί μια στενή σχέση. Χόρχε Μπουκάι


[...] Για να δημιουργηθεί μια στενή σχέση υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να συμβαίνουν.
Είναι οι τρεις πλευρές του ανθρώπινου δεσμού, σαν τα τρία πόδια ενός τραπεζιού πάνω στο οποίο στηρίζονται όλα όσα αποτελούν μια στενή σχέση.

Αυτά τα τρία πόδια λέγονται: Αγάπη, Έλξη, Εμπιστοσύνη

Μπορεί κανείς να προσπαθήσει και να μάθει να επικοινωνεί καλύτερα, μπορεί να μάθει —αν δεν ξέρει— να σέβεται τον άλλον, μπορεί να μάθει ν’ ανοίγει την καρδιά του… Υπάρχουν όμως κάποια άλλα πράγματα που δεν μαθαίνονται γιατί δεν γίνονται, συμβαίνουν. Και είναι αυτά που πρέπει να συμβούν.

Χωρίς αυτά τα τρία «πόδια» δεν υπάρχει στενή σχέση. Έχουν τόση σημασία, που αν σε μια στενή σχέση λείψει η αγάπη, η έλξη ή η εμπιστοσύνη, η οικειότητα που είχε κατακτήσει το ζευγάρι, χάνεται. Η σχέση μετατρέπεται σε μια καλή διαπροσωπική σχέση που μπορεί να είναι έντονη ή ευχάριστη, χωρίς όμως πια τα χαρακτηριστικά της στενής επαφής.

Για να συνεχιστεί μια στενή σχέση, για να παραμείνει, δηλαδή, το τρίποδο πάνω στο οποίο στηρίζεται, σώο και αβλαβές, πρέπει να μπορώ να συνεχίσω να σ’ αγαπάω, πρέπει να μπορώ να σ’ εμπιστεύομαι, πρέπει να εξακολουθείς να με βρίσκεις ελκυστικό.

Για να έχουμε μια στενή σχέση, είναι απαραίτητο να μ’ αγαπάς, να μ’ εμπιστεύεσαι και να σου αρέσω.

Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις δεν θα δημιουργούσαν πρόβλημα αν δεν υπήρχε μια μικρή, πολύ μικρή αλλά φοβερή λεπτομέρεια: Κανένα από αυτά τα τρία πράγματα (αγάπη, εμπιστοσύνη, έλξη) δεν εξαρτάται από τη θέληση μας.

Το δραματικά σημαντικό είναι ότι δεν μπορώ να επιλέξω να συμβεί κανένα απ’ αυτά τα τρία πράγματα. Είναι μια διαδικασία που δεν εξαρτάται από τη δική μου απόφαση. Δεν το αποφασίζω εγώ να σ’ αγαπάω, να σ’ εμπιστεύομαι, ή να μου αρέσεις. Όσο και να προσπαθήσω, δεν μπορώ να κάνω τίποτα αν δεν μου συμβαίνει, αν δεν το αισθάνομαι.

Συνεπώς, η στενή σχέση είναι κάτι που προκύπτει όταν, μεταξύ δύο ανθρώπων, συμβαίνουν και στους δύο αυτά τα τρία πράγματα: αγαπάμε τον άλλο, τον εμπιστευόμαστε και νιώθουμε να μας ελκύει. Όλα τ’ άλλα μπορούμε να τα δημιουργήσουμε.

Ακόμη, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για ν’ αγαπήσουμε κάποιον που δεν αγαπάμε, να αρέσουμε σε κάποιον που δεν αρέσουμε, ή να εμπιστευτούμε κάποιον που δεν εμπιστευόμαστε.

Βέβαια, δεν λέω ότι το να αισθάνεται ή να μην αισθάνεται κανείς αυτά τα πράγματα είναι ανεξάρτητο του τι είναι ή κάνει ο άλλος. Λέω πως μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια ότι, ενώ είναι βέβαιο ότι εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σ’ αγαπήσω, να αισθανθώ έλξη για σένα ή να σ’ εμπιστευτώ, εσύ, αντιθέτως, μπορείς να κάνεις κάτι.

Μπορώ να κάνω πράγματα για να καταλάβεις ότι μπορείς να μ’ εμπιστεύεσαι,μπορώ να κάνω πράγματα για να προσπαθήσω να σου αρέσω και να ξυπνήσω την αγάπη σου για μένα.

Δεν μπορώ, όμως, να κάνω τίποτα για να νιώσω κι εγώ το ίδιο για σένα αν δεν προκύψει από μόνο του.

Αν η αγάπη, η έλξη και η εμπιστοσύνη μου εξαρτώνται από κάποιον, είναι πολύ περισσότερο από σένα παρά από μένα.

Για την αγάπη μιλήσαμε και συνεχίζουμε να μιλάμε, τώρα όμως θέλω ν’ ασχοληθούμε και με τα άλλα δύο πόδια του τραπεζιού.

Για να υπάρχει αληθινά στενή σχέση, πρέπει ο άλλος να με ελκύει. Δεν έχει σημασία αν είναι αγόρι, γυναίκα, φίλος, ή αδελφός… ο άλλος πρέπει να με ελκύει. Πρέπει να μου αρέσει αυτό που βλέπω, αυτό που ακούω, αυτό που είναι ο άλλος. Όχι απόλυτα, αλλά πάντως να μου αρέσει.

Αν ο άλλος δεν μου αρέσει πραγματικά, αν δεν υπάρχει τίποτα που να με ελκύει, μπορούμε να έχουμε μια εγκάρδια επαφή, να δουλεύουμε μαζί, να συναντιόμαστε και να κάνουμε πράγματα οι δυο μας, δεν πρόκειται όμως να δημιουργήσουμε μια στενή σχέση.

Για να φτάσουμε ως εκεί, πρέπει, εκτός από τις εκμυστηρεύσεις, την εμπιστοσύνη, την ικανότητα να εκτίθεμαι, τον συναισθηματικό δεσμό, τις ομοιότητες, την ικανότητα να επικοινωνούμε, την αμοιβαία ανοχή, τις κοινές εμπειρίες, τα σχέδια, την επιθυμία να μεγαλώσουμε μαζί και τόσα άλλα… πρέπει, λες και δεν έφταναν όλα αυτά, εγώ να αρέσω στον άλλον κι ο άλλος να με ελκύει.

Η έλξη που αισθάνομαι γι’ αυτόν δεν είναι υποχρεωτικά φυσική. Μπορεί να μου αρέσει ο τρόπος που εκφράζεται, ο τρόπος που ενεργεί, ο τρόπος που σκέφτεται, ή η ευαισθησία του. Επαναλαμβάνω, όμως: πρέπει να υπάρχει έλξη.

Υπάρχουν ζευγάρια που θα τους άρεσε πολύ να είχαν μια στενή σχέση, βιώνουν όμως μια κατάσταση όπου —αν και είναι βέβαιο πως αγαπιούνται πάρα πολύ και εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον—, έχει συμβεί κάτι με την αμοιβαία έλξη: έχει χαθεί. Πάνε τότε στον ψυχοθεραπευτή, μιλάνε με μια φίλη ή τον πνευματικό τους και λένε: 

«Δεν ξέρουμε τι μας συμβαίνει, τίποτα δεν είναι πια ίδιο, δεν έχουμε διάθεση να ιδωθούμε, δεν ξέρουμε καν αν αγαπιόμαστε ακόμα». Πολλές φορές, το μόνο που συμβαίνει, είναι ότι έχει χαθεί προ πολλού η μεταξύ τους έλξη.

Δοκιμάστε να κάνετε μια άσκηση:

Διαλέξτε κάποιον με τον οποίον πιστεύετε πως έχετε μια στενή σχέση, και κάνετε ο καθένας χωριστά έναν κατάλογο με όλα εκείνα που νομίζετε ότι σήμερα σας ελκύουν στο άτομο αυτό. Προσέξτε, λέω ΣΗΜΕΡΑ. Όχι αυτό που σας τράβηξε κάποτε, αλλά αυτό που σας αρέσει στον άλλον ΤΩΡΑ. Καθίστε μετά αρκετή ώρα οι δυο σας και διαβάστε όσα γράψατε. 

Εκμεταλλευτείτε την ευκαιρία να το πείτε με λόγια. Είναι τόσο ωραίο ν’ ακούς τον άλλον να λέει: «Αυτό που μου αρέσει σ’ εσένα…».

Από τα τρία πόδια, η έλξη έχει ένα περίεργο χαρακτηριστικό: είναι το μόνο που δεν έχει μνήμη.
Δεν μπορώ να νιώθω να με ελκύει αυτό που ήσουν κάποτε,μόνο αυτό που είσαι τώρα.

Θυμάμαι, φυσικά, εκείνη την ημέρα που σε γνώρισα. Αναπολώ τη στιγμή, και η ψυχή μου αγαλλιάζει στη θύμηση της. Αλήθεια είναι. Αυτό, όμως, δεν είναι έλξη: είναι νοσταλγία.

Μπορώ να σ’ αγαπάω γι’ αυτό που υπήρξες για μένα, για το ρόλο που έπαιξες στη ζωή μου, για την κοινή μας ιστορία. Πράγματι, σ’ εμπιστεύομαι για ό,τι έχει συμβεί μεταξύ μας, γι’ αυτό που έχεις δείξει ότι είσαι. Η έλξη, όμως, λειτουργεί στο παρόν γιατί πάσχει από αμνησία.

Όταν μιλάω για εμπιστοσύνη, με όρους οικειότητας και στενών σχέσεων, αναφέρομαι στη βεβαιότητα ότι δεν μου λες ψέματα. Μπορεί να έχεις αποφασίσει να μη μου πεις κάτι, να μη μοιραστείς κάτι μαζί μου, είναι προνόμιο και δικαίωμα σου, ξέρω όμως ότι δεν πρόκειται να μου πεις ψέματα. Αυτό που αποφασίζεις να μου πεις είναι η αλήθεια, ή τουλάχιστον αυτό που ειλικρινά πιστεύεις ότι είναι αλήθεια. Μπορεί να κάνεις λάθος, όμως, δεν μου λες ψέματα.

Η εμπιστοσύνη σε μια στενή σχέση υποδηλώνει τέτοιο βαθμό ειλικρίνειας με τον άλλο, που ούτε καν διανοούμαι να του πω ψέματα.

Έχει σημασία να συμφωνήσουμε σ’ αυτήν την πρόκληση: ότι η αγάπη, η έλξη και η εμπιστοσύνη είναι πράγματα που είτε συμβαίνουν είτε δεν συμβαίνουν. Κι αν δεν συμβαίνουν, η σχέση μπορεί να είναι σχετικά καλή, δεν θα είναι όμως μια σχέση πραγματικά στενή και σημαντική.

Λέω πάντα πως η ζωή δεν είναι ούτε εμπορική συναλλαγή ούτε μια στεγνή δοσοληψία. Η στενή σχέση έχει να κάνει με το τι δίνω και τι παίρνω, κι αυτό είναι ένα μάθημα που έχει κόστος.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με την πεποίθηση ότι πρέπει συνεχώς να δίνουν χωρίς να επιτρέπουν να τους δίνει κανείς τίποτα. Έχουν την εντύπωση ότι με τη θυσία τους συμβάλλουν στη διατήρηση της σχέσης. Αν ήξεραν πόσο άσχημο είναι να ζεις δίπλα σε κάποιον που συνεχώς δίνει και δεν θέλει να πάρει, θα τους προξενούσε κατάπληξη.

Νομίζουν ότι είναι καλοί γιατί διαρκώς προσφέρουν τα πάντα «χωρίς κανένα αντάλλαγμα». Είναι πολύ εκνευριστικό να βρίσκεσαι μονίμως δίπλα σε κάποιον που δεν μπορεί να πάρει.

Είναι άλλο πράγμα να μη ζητάω ανταλλάγματα γι’ αυτό που δίνω και άλλο, πολύ διαφορετικό, να αρνούμαι να πάρω κάτι που μου δίνουν, ή να μην το δέχομαι γιατί πιστεύω πως δεν μου αξίζει. Κατά βάθος, το μήνυμα είναι: «αυτό που μου δίνεις είναι άχρηστο», «δεν μετράει η γνώμη σου», «η βοήθεια σου δεν έχει αξία», «δεν ξέρεις εσύ».

Πρέπει να καταλάβουμε πόσο κακό κάνουμε στον άλλον όταν αρνούμαστε να πάρουμε αυτό που μας δίνει με την ψυχή του.

Η δοσοληψία της ζωής επιτρέπει την αμοιβαία αφοσίωση η οποία, ασφαλώς, αποτελεί το διαβατήριο για τη στενή διαπροσωπική σχέση.

Όπως σ’ ένα οποιοδήποτε τραπέζι, έτσι κι εδώ κάθε πόδι είναι απαραίτητο. Σ’ ένα τραπέζι όμως με τρία πόδια, αυτό αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση.

Σ’ ένα τραπέζι με τέσσερα πόδια, μπορώ μέχρι ένα σημείο να ισορροπήσω κάτι που ακούμπησα πάνω του, ακόμη κι αν του λείπει το ένα. Αντίθετα, σ’ ένα τραπέζι με τρία πόδια, αρκεί να λείπει ή να είναι σπασμένο το ένα, και το τραπέζι μαζί με όλα όσα σηκώνει πάνω του θα πέσει κάτω.

Δεν πιστεύω ότι όλες οι σχέσεις πρέπει να γίνουν στενές, υποστηρίζω όμως, αληθινά, ότι μόνο αυτές δίνουν νόημα στον δρόμο της ζωής. [...]
---
Απόσπασμα από το βιβλίο: 

Ο δρόμος της συνάντησης

Ο δρόμος της συνάντησης

Φύλλα πορείας ΙΙ

Χόρχε Μπουκάι
μετάφραση: Κωνσταντίνα Επισκοποπούλου

Opera, 2010
317 σελ.
ISBN 978-960-8397-35-4, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 21,20


---
"Μας στηρίζω με όλη μου την καρδιά.
Αν, όμως, με πιέσεις να διαλέξω...
ανάμεσα σ' εσένα και σ' εμένα...
εμένα."

"Ξέρουμε πού βρίσκεται κάθε πράγμα και κάθε άτομο που αγαπάμε, αλλά πολλές φορές δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε εμείς. Σαν να ξεχάσαμε τη θέση μας στον κόσμο. Μπορούμε πολύ γρήγορα να εντοπίσουμε τη θέση των άλλων, τη θέση που έχουν οι άλλοι στη ζωή μας, και καμιά φορά μπορούμε να προσδιορίσουμε ακόμα και τη θέση που κατέχουμε εμείς στη ζωή των άλλων. Έχουμε, όμως, ξεχάσει ποια θέση κατέχουμε εμείς στη δική μας τη ζωή."

"Ο δρόμος προς την αυτοπραγμάτωση είναι αδιάκοπος και δυσχερής", επαναλαμβάνει ο Χόρχε Μπουκάι σε όλα του τα βιβλία. Σ' αυτήν τη σειρά των "Δρόμων", ο δημοφιλής αργεντινός ψυχίατρος μας παρέχει χάρτες της περιοχής για να επιλέξει ο καθένας τη δική του διαδρομή και να πορευτεί με τον δικό του ρυθμό. "Η ευτυχία" διαβεβαιώνει, "δεν είναι απλώς δικαίωμα, είναι επίσης, από πολλές απόψεις, υποχρέωσή μας: μια σύμβαση που έχουμε συνάψει με τη ζωή." Ο δρόμος της συνάντησης είναι ο δεύτερος από μια σειρά πέντε τόμων που φέρουν τον γενικό τίτλο: "Φύλλα Πορείας". 


3.1.16

17/1/16 – Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής στο Εργαστήριο Σκέψης με ελεύθερη είσοδο


Την Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016, 6μμ - 9μμ, θα πραγματοποιηθεί το εισαγωγικό μάθημα του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής με ελεύθερη είσοδο, στο Εργαστήριο Σκέψης, Μιαούλη 23, Ψυρρή.

Καθώς οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα, η δύναμη της γραφής γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο έκφρασης, επικοινωνίας, αυτογνωσίας, προσωπικής ανάπτυξης και δημιουργικότητας.

«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την διηγηθεί» Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές

Το βιωματικό σεμινάριο γραφής “Αφήγηση Ζωής” της δημοσιογράφου και συμβούλου ανθρωπίνων σχέσεων Κρυσταλίας Πατούλη, διανύει τον 7o χρόνο του με πολλές συνεργασίες και εκδηλώσεις στο ενεργητικό του.  Περισσότερες πληροφορίες: http://afigisizois.wordpress.com/about/



«Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι –λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια– μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους…» Γιάννης Ρίτσος
«Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός – που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου». Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε […] Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα· ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του» Οδυσσέας Ελύτης.
 
---
Info: Εργαστήριο Σκέψης, Κυριακή 17/01/2016, 6μμ-9μμ, Μιαούλη 23 (απέναντι από τον ηλεκτρικό σταθμό του τραίνου στο Μοναστηράκι), 1ος όροφος, Ψυρρή - Αθήνα.

Επικοινωνία – Δηλώσεις συμμετοχής: cpatouli@yahoo.gr, 6944203863.

Η πρόσκληση στο φ/β εδώ

11.12.15

Ζαν-Πολ Σαρτρ: Επιμένω σε μια παιδική αυταπάτη: την αυταπάτη πως ένας άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει τον εαυτό του.



 «Το μέλλον σας είναι προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας». Αυτή είναι η κόλαση.

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Jean - Paul Sartre, 1905-1980 που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του, Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός (εκδ. Ρούγκα). 

«Η ΚΟΛΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ»: Οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν την κόλαση από την άποψη ότι από την στιγμή που γεννιέστε βρίσκεστε σε μια κατάσταση στην οποία είστε αναγκασμένος να υποταχτείτε. Γεννιέστε σαν γιος ενός πλουσίου, ή ενός Αλγερινού, ή ενός γιατρού, ή ενός Αμερικανού. Και το μέλλον σας είναι αυστηρά προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας. Δεν το δημιούργησαν άμεσα, αλλά αποτελούν ένα μέρος μιας κοινωνικής τάξεως που κάνουν αυτό που είσθε. Όλα αυτά σωριάστηκαν πάνω σας από άλλους ανθρώπους. Κι η σωστή περιγραφή της υπάρξεως αυτής είναι κόλαση.

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ το έργο ανθρώπων που βλέπουν ξεκάθαρα και που παίρνουν υπόψη τους το σύνολο της ανθρωπότητας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να παραδεχτεί ότι υπάρχει σ’ ένα κόσμο όπου παιδιά πεθαίνουν της πείνας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να καταλάβει ότι είναι μέσα στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, σαν συγγραφέων και ανθρώπων, να κάνουμε κάτι για τους άλλους και οι άλλοι μπορούν να κάνουν κάτι για μας.


ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΠΡΩΙΑ μπορεί κανείς, τη στιγμή που θα φοράει τις κάλτσες του, ν’ αποφασίσει: «Χμ! σήμερα θ’ ανακαλύψω έναν κώδικα ηθικής». Μα ένας κώδικας ηθικής δεν είναι δυνατό να «εφευρεθεί». Σήμερα δεν υπάρχει ένα αληθινό ηθικό σύστημα, κι αυτό γιατί λείπουν οι συνθήκες που θα έκαναν έναν ηθικό κώδικα άξιο του ονόματός του. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν ο ένας τον άλλον. Πάρα πολλές μηχανές, όπως έλεγα, και κοινωνικά οικοδομήματα παρεμποδίζουν την ορατότητα. Είναι αδύνατο να μιλάμε σήμερα για ένα αληθινό ηθικό σύστημα: Μπορούμε να μιλάμε μόνο για ηθικούς κώδικες συγκεκριμένων τάξεων που αντανακλούν τις ειδικές τους συνήθειες και συμφέροντα. Λείπουν οι βασικοί όροι που θα ‘καναν τους ανθρώπους ικανούς να έχουν μια νέα κοινωνική τάξη. Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας είναι αναπόφευκτο το πλήθος των κοινωνικών οικοδομημάτων -για να μην αναφέρουμε τις προσωπικές υποχρεώσεις, την ατομική μοίρα- να δημιουργούν εμπόδια στην αμοιβαία κατανόηση. Κι έτσι βαδίζετε μαζί με την προσωπική σας μοίρα και συναντάτε ένα Νέγρο, ή έναν Άραβα, που ο καθένας του έχει τη δική του τύχη και οποιαδήποτε πραγματική σχέση μαζί τους γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Ή θα πρέπει να ανήκετε σε κάποια «κίνηση» στην οποία αποξενώνεστε ολοκληρωτικά, με οτιδήποτε βρίσκεται έξω απ’ αυτήν, για να συνδεθείτε, ας πούμε με τον αγώνα των Αλγερινών. Και σ’ αυτή όμως την περίπτωση -παρ’ όλες τις καλές προθέσεις- δεν θα πετύχετε την πλήρη αλληλεγγύη. Ο άνθρωπος με τον οποίο θα έρθετε σ’ επαφή δεν θα είναι γα σας ένας εντελώς άνθρωπος, θα είναι ένα «πράγμα». Το να μεταχειριστούμε όμως έναν άνθρωπο σαν άνθρωπο, σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη, αυτό αποτελεί ζήτημα αρχής, μιας αρχής που δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψουμε.

ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΜΟΥ, από την αυταπάτη πως ένας αστός συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να είναι απαισιόδοξος, ότι είναι καταδικασμένος στη μοναξιά από το γεγονός ότι σήκωσε κάποτε τα όπλα κατά της κοινωνίας. Στις «Λέξεις» περιγράφω πώς έφθασα στο σημείο να είμαι μέλος της κοινωνίας - μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε κίνηση. Κι επειδή έχω απαλλαγεί από τις αυταπάτες της νιότης πιστεύω πως έχω γίνει αισιόδοξος.

ΕΧΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΟΣΑ χρημάτων για ξόδεμα. Αλλά έχω και πολλές υποχρεώσεις. Και είναι γεγονός πως το αίσθημα της κατοχής μού είναι μισητό. Μου φαίνεται πως μας κατέχουν τα πράγματα που έχουμε στη διάθεσή μας. Είτε είναι αυτά χρήματα ή πράγματα τα οποία μπορούμε ν’ αγοράσουμε μ’ αυτά. Όταν κάτι μού αρέσει, θέλω πάντα να το δίνω σε κάποιον άλλον. Δεν πρόκειται για γενναιοδωρία. Είναι γιατί θέλω μόνο και μόνο να σκλαβωθούν άλλοι από τα αντικείμενα, κι όχι εγώ. Κι ευχαριστιέμαι από τη σκέψη πως κάποιος άλλος θα ευχαριστηθεί από το αντικείμενο που θα του δώσω.

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΟΤΙ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ μερικά βιβλία, αλλά το θεωρώ καθήκον μου να υπερασπιστώ τις ιδέες που εκφράζονται στα βιβλία αυτά, κι αν ακόμη τα πράγματα αλλάξουν, και τότε πια δεν είμαι ο εαυτός μου, θα γινόμουν το θύμα των βιβλίων μου. Δεν νομίζω πως θα έπρεπε κανένας να κάνει αυτό που έκανε ο Ζιντ, να ξεκόβει συστηματικά από το παρελθόν του. Θέλω όμως να είμαι πάντα προσιτός στην αλλαγή. Δεν νιώθω τον εαυτό μου δεσμευμένο από οτιδήποτε έχω γράψει. Από την άλλη όμως πλευρά και δεν αποκηρύττω ούτε μια λέξη απ’ αυτά.

ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΡΑ είναι ένας όρος που τον θεωρώ προσωρινό και που επιθυμώ να τον αφήσω πίσω. Επιμένω σε μια παιδική αυταπάτη: την αυταπάτη πως ένας άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει τον εαυτό του.

ΕΡΩΤΗΣΗ: ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΑΤΕ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ; - Σαρτρ: Καλύτερα να μη μιλήσω γι’ αυτό. - Γιατί; -Σαρτρ: Γιατί δεν νομίζω πως μία ακαδημία ή ένα βραβείο μπορεί να έχει καμιά σχέση μαζί μου. Εκείνο που θεωρώ για μεγαλύτερη τιμή είναι να με διαβάζουν.

---
Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ (Jean-Paul Charles Aymard Sartre, 21 Ιουνίου 1905 - Παρίσι 15 Απριλίου 1980), ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης και κριτικός, γνωστότερος εκπρόσωπος του υπαρξισμού. Σπούδασε Φιλοσοφία και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα. Μετά τη λήξη του, ίδρυσε μαζί με τον Μορίς Mερλό Ποντί το περιοδικό «Σύγχρονοι Καιροί». Σύντροφος της ζωής του υπήρξε η Σιμόν ντε Μποβουάρ, αν και δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Θεωρούσε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και ο ίδιος στήριζε τις αριστερές πολιτικές επιλογές του με τη ζωή του και το έργο του. Ο Σαρτρ υποστήριζε ένα νέο ουμανισμό, σ’ ένα κόσμο χωρίς την ανάγκη θεού. Τις ιδέες του κατόρθωσε να τις περάσει και μέσα από τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του έργα. Λόγω της αθεϊστικής στάσης του, όλα τα βιβλία του τοποθετήθηκαν από την καθολική εκκλησία στη λίστα των απαγορευμένων. Αποστρεφόταν τις επίσημες τελετές και τα αξιώματα και για αυτό το λόγο, το 1964, αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1964. Τα δύο πιο σημαντικά φιλοσοφικά του έργα θεωρούνται «Το είναι και το μηδέν» (1943) και η «Κριτική της διαλεκτικής λογικής» (1960). 

[Πηγή: www.doctv.gr]



Σαρτρ: Επιμένω στην παιδική αυταπάτη «Το μέλλον σας είναι προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας». Αυτή είναι η κόλαση. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ με δικά του λόγια DOC TV 18.06.2014 Ζαν-Πωλ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Ζαν-Πολ Σαρτρ που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του, Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός (εκδ. Ρούγκα). «Η ΚΟΛΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ»: Οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν την κόλαση από την άποψη ότι από την στιγμή που γεννιέστε βρίσκεστε σε μια κατάσταση στην οποία είστε αναγκασμένος να υποταχτείτε. Γεννιέστε σαν γιος ενός πλουσίου, ή ενός Αλγερινού, ή ενός γιατρού, ή ενός Αμερικανού. Και το μέλλον σας είναι αυστηρά προσχεδιασμένο, ένα μέλλον που έφτιαξαν άλλοι για σας. Δεν το δημιούργησαν άμεσα, αλλά αποτελούν ένα μέρος μιας κοινωνικής τάξεως που κάνουν αυτό που είσθε. Όλα αυτά σωριάστηκαν πάνω σας από άλλους ανθρώπους. Κι η σωστή περιγραφή της υπάρξεως αυτής είναι κόλαση. Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ το έργον ανθρώπων που βλέπουν ξεκάθαρα και που παίρνουν υπόψη τους το σύνολο της ανθρωπότητας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να παραδεχτεί ότι υπάρχει σ’ ένα κόσμο όπου παιδιά πεθαίνουν της πείνας. Η λογοτεχνία θα πρέπει να καταλάβει ότι είναι μέσα στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, σαν συγγραφέων και ανθρώπων, να κάνουμε κάτι για τους άλλους και οι άλλοι μπορούν να κάνουν κάτι για μας. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΠΡΩΙΑ μπορεί κανείς, τη στιγμή που θα φοράει τις κάλτσες του, ν’ αποφασίσει: «Χμ! σήμερα θ’ ανακαλύψω έναν κώδικα ηθικής». Μα ένας κώδικας ηθικής δεν είναι δυνατό να «εφευρεθεί». Σήμερα δεν υπάρχει ένα αληθινό ηθικό σύστημα, κι αυτό γιατί λείπουν οι συνθήκες που θα έκαναν έναν ηθικό κώδικα άξιο του ονόματός του. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν ο ένας τον άλλον. Πάρα πολλές μηχανές, όπως έλεγα, και κοινωνικά οικοδομήματα παρεμποδίζουν την ορατότητα. Είναι αδύνατο να μιλάμε σήμερα για ένα αληθινό ηθικό σύστημα: Μπορούμε να μιλάμε μόνο για ηθικούς κώδικες συγκεκριμένων τάξεων που αντανακλούν τις ειδικές τους συνήθειες και συμφέροντα. Λείπουν οι βασικοί όροι που θα ‘καναν τους ανθρώπους ικανούς να έχουν μια νέα κοινωνική τάξη. Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας είναι αναπόφευκτο το πλήθος των κοινωνικών οικοδομημάτων -για να μην αναφέρουμε τις προσωπικές υποχρεώσεις, την ατομική μοίρα- να δημιουργούν εμπόδια στην αμοιβαία κατανόηση. Κι έτσι βαδίζετε μαζί με την προσωπική σας μοίρα και συναντάτε ένα Νέγρο, ή έναν Άραβα, που ο καθένας του έχει τη δική του τύχη και οποιαδήποτε πραγματική σχέση μαζί τους γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Ή θα πρέπει να ανήκετε σε κάποια «κίνηση» στην οποία αποξενώνεστε ολοκληρωτικά, με οτιδήποτε βρίσκεται έξω απ’ αυτήν, για να συνδεθείτε, ας πούμε με τον αγώνα των Αλγερινών. Και σ’ αυτή όμως την περίπτωση -παρ’ όλες τις καλές προθέσεις- δεν θα πετύχετε την πλήρη αλληλεγγύη. Ο άνθρωπος με τον οποίο θα έρθετε σ’ επαφή δεν θα είναι γα σας ένας εντελώς άνθρωπος, θα είναι ένα «πράγμα». Το να μεταχειριστούμε όμως έναν άνθρωπο σαν άνθρωπο, σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη, αυτό αποτελεί ζήτημα αρχής, μιας αρχής που δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψουμε. ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΜΟΥ, από την αυταπάτη πως ένας αστός συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να είναι απαισιόδοξος, ότι είναι καταδικασμένος στη μοναξιά από το γεγονός ότι σήκωσε κάποτε τα όπλα κατά της κοινωνίας. Στις «Λέξεις» περιγράφω πώς έφθασα στο σημείο να είμαι μέλος της κοινωνίας - μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε κίνηση. Κι επειδή έχω απαλλαγεί από τις αυταπάτες της νιότης πιστεύω πως έχω γίνει αισιόδοξος. ΕΧΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΟΣΑ χρημάτων για ξόδεμα. Αλλά έχω και πολλές υποχρεώσεις. Και είναι γεγονός πως το αίσθημα της κατοχής μού είναι μισητό. Μου φαίνεται πως μας κατέχουν τα πράγματα που έχουμε στη διάθεσή μας. Είτε είναι αυτά χρήματα ή πράγματα τα οποία μπορούμε ν’ αγοράσουμε μ’ αυτά. Όταν κάτι μού αρέσει, θέλω πάντα να το δίνω σε κάποιον άλλον. Δεν πρόκειται για γενναιοδωρία. Είναι γιατί θέλω μόνο και μόνο να σκλαβωθούν άλλοι από τα αντικείμενα, κι όχι εγώ. Κι ευχαριστιέμαι από τη σκέψη πως κάποιος άλλος θα ευχαριστηθεί από το αντικείμενο που θα του δώσω. ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΟΤΙ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ μερικά βιβλία, αλλά το θεωρώ καθήκον μου να υπερασπιστώ τις ιδέες που εκφράζονται στα βιβλία αυτά, κι αν ακόμη τα πράγματα αλλάξουν, και τότε πια δεν είμαι ο εαυτός μου, θα γινόμουν το θύμα των βιβλίων μου. Δεν νομίζω πως θα έπρεπε κανένας να κάνει αυτό που έκανε ο Ζιντ, να ξεκόβει συστηματικά από το παρελθόν του. Θέλω όμως να είμαι πάντα προσιτός στην αλλαγή. Δεν νιώθω τον εαυτό μου δεσμευμένο από οτιδήποτε έχω γράψει. Από την άλλη όμως πλευρά και δεν αποκηρύττω ούτε μια λέξη απ’ αυτά. ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΡΑ είναι ένας όρος που τον θεωρώ προσωρινό και που επιθυμώ να τον αφήσω πίσω. Επιμένω σε μια παιδική αυταπάτη: την αυταπάτη πως ένας άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει τον εαυτό του. ΕΡΩΤΗΣΗ: ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΑΤΕ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ; - Σαρτρ: Καλύτερα να μη μιλήσω γι’ αυτό. - Γιατί; -Σαρτρ: Γιατί δεν νομίζω πως μία ακαδημία ή ένα βραβείο μπορεί να έχει καμιά σχέση μαζί μου. Εκείνο που θεωρώ για μεγαλύτερη τιμή είναι να με διαβάζουν. Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ (Jean-Paul Charles Aymard Sartre, 21 Ιουνίου 1905 - Παρίσι 15 Απριλίου 1980), ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης και κριτικός, γνωστότερος εκπρόσωπος του υπαρξισμού. Σπούδασε Φιλοσοφία και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα. Μετά τη λήξη του, ίδρυσε μαζί με τον Μορίς Mερλό Ποντί το περιοδικό «Σύγχρονοι Καιροί». Σύντροφος της ζωής του υπήρξε η Σιμόν ντε Μποβουάρ, αν και δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Θεωρούσε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και ο ίδιος στήριζε τις αριστερές πολιτικές επιλογές του με τη ζωή του και το έργο του. Ο Σαρτρ υποστήριζε ένα νέο ουμανισμό, σ’ ένα κόσμο χωρίς την ανάγκη θεού. Τις ιδέες του κατόρθωσε να τις περάσει και μέσα από τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του έργα. Λόγω της αθεϊστικής στάσης του, όλα τα βιβλία του τοποθετήθηκαν από την καθολική εκκλησία στη λίστα των απαγορευμένων. Αποστρεφόταν τις επίσημες τελετές και τα αξιώματα και για αυτό το λόγο, το 1964, αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1964. Τα δύο πιο σημαντικά φιλοσοφικά του έργα θεωρούνται «Το είναι και το μηδέν» (1943) και η «Κριτική της διαλεκτικής λογικής» (1960). [Πηγή: www.doctv.gr]

24.10.15

Όλα τα λάθη των μαμάδων σε 10 φωτογραφίες

Kαθόλου πρωτότυπο, μάλλον χιλιοειπωμένο μα οι άνθρωποι που μας μεγαλώνουν είναι γεγονός πως διαμορφώνουν σε τεράστιο βαθμό την ψυχοσύνθεσή μας και είναι αυτοί που βάζουν με μικρές καθημερινές κινήσεις τις ρόδες μας σε συγκεκριμένες ράγες. Η σχέση δε με τη μητέρα έχει πλουτίσει γενιές ψυχοθεραπευτών που ορίζουν τις πράξεις της ή την απουσία τους, ως τη βασικότερη αιτία σχηματισμού της προσωπικότητάς μας.

Δυο είναι οι λέξεις κλειδιά που ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου: προσωπική θεώρηση των πραγμάτων και προβολή αποθημένων στο παιδί μας. Αυτές είναι οι κυριότερες αφετηρίες που μπορούν να κάνουν την ανατροφή ενός πειδιού τοξική. Άλλες φορές από υπέρμετρη αγάπη, άλλες από άγνοια και άλλες από δικά τους βιώματα οδηγούν τα παιδιά σε αδιέξοδα και αγκυλωμένο μεγάλωμα. Η Ρωσίδα φωτογράφος Anna Padchenko μέσα σε μερικές εικόνες έκλεισε όλα τα θανάσιμα λάθη που κάνουν οι μαμάδες όλου του κόσμου.
skoteini_mitrotita_400
h-allh-pleura-ths-mhtrikhs-agaphs5
Η υπερπροστατευτικότητα που μπορεί να πνίξει.
h-allh-pleura-ths-mhtrikhs-agaphs7
Τα παιδιά δεν είναι τηλεκατευθυνόμενα. Κανένα κουμπί δεν μπορεί να τα ορίσει ουσιαστικά.
skoteini_mitrotita_400_2
Η χειραγώγηση δεν είναι ο δρόμος, αλλά το αδιέξοδο.
PicMonkey Collage
Το παιδί που υπηρετεί έστω και έμμεσα τη μητέρα και μάλιστα… εφ’ όρου ζωής.
skoteini_mitrotita_550_3
Η παραβίαση της ιδιωτικότητας.
skoteini_mitrotita_550_10
Η μητέρα που κρατάει το παιδί δίπλα της, με κάθε κόστος.
skoteini_mitrotita_550_4
Αυτό που δεν κατάφερε η μαμά, ασφαλώς θα το καταφέρει το παιδί της…θέλοντας και μη.
skoteini_mitrotita_550_7
Νο comments… κάθε Ελληνίδα μάνα καταλαβαίνει…
h-allh-pleura-ths-mhtrikhs-agaphs10
Μητέρα-βασίλισσα και μάλιστα αλάνθαστη.
---
Πηγή: 4moms.gr
Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου