Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

19.3.17

«Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση»






«Είναι πρωί, μεσημέρι ή απόγευμα, δεν θυμάμαι, πάντως έχει φως και ξυπνάω στο σαλόνι του παλιού μας σπιτιού από κάτι ήχους, φωνές μάλλον, ναι, είναι η φωνή του μπαμπά και της μαμάς μου, όμως δε μαλώνουν, ούτε απλά συζητούν. Κάτι μυστήριο συμβαίνει που ενστικτωδώς με σηκώνει από το κρεβάτι και πηγαίνω να δω. 

Προχωράω σκυφτή προσεκτικά και γονατίζω πίσω από ένα έπιπλο κοιτώντας προς την κρεβατοκάμαρα των γονιών μου.
Έχουν αφήσει την πόρτα τους ανοιχτή και αμέσως τους βλέπω μαζί στο κρεβάτι, κάτω από τα σκεπάσματα.
Μένω ακίνητη, με γουρλωμένα μάτια, δεν αναπνέω, δυσκολεύομαι πάρα πολύ να πιστέψω αυτό που βλέπω.

Απέναντί μου βρίσκεται η μαμά μου ξαπλωμένη με τον μπαμπά μου από πάνω της να κουνιέται περίεργα.
Η κουβέρτα ανυψώνεται και καταλαβαίνω πως είναι το σώμα του που κάνει αυτή την κίνηση, τουρλώνει τον ποπό του προς τα πάνω και μετά πέφτει προς τη μάνα μου, και συνέχεια έτσι.
Εν τω μεταξύ, η μάνα μου έχει το κεφάλι της έξω από τα σκεπάσματα και στο πλάι λίγο γυρισμένο, έτσι ώστε βλέπω καθαρά σχεδόν όλες τις εκφράσεις του προσώπου της.
Αυτό είναι που με κάνει να νιώθω αηδία και αποστροφή περισσότερο απ’ όλα. Νιώθω εκείνη τη στιγμή να τη σιχαίνομαι, καταπνίγω μέσα μου έναν τεράστιο θυμό και συνεχίζω κοκκαλωμένη να κοιτώ.
Έχει τα μάτια της ανοιχτά, το στόμα της ανοιχτό, τα πόδια της ανοιχτά, και τον μπαμπά μου… Μα, τι της κάνει ο μπαμπάς μου και βγάζει κάτι μικρές κραυγές ενώ της μιλάει. Της μιλάει; 

Κρατιέμαι κρυμμένη πίσω από το έπιπλο, μέχρι που ο μπαμπάς μου με μια δυνατότερη κραυγή, σταματά, και μετά φεύγει από πάνω της.
Γρήγορα γυρίζω πίσω στο κρεβάτι και σκεπάζομαι για να κάνω την κοιμισμένη΄ μιλώ με τον εαυτό μου και λέω:

Έτσι κάνουν οι μεγάλοι τα παιδιά, αλλά γιατί το κάνουν οι δικοί μου γονείς; Θα κάνουν άλλο παιδί; Σιγά μην κάνουν, τώρα είναι μεγάλοι! Και η μάνα μου πόσο απαίσια ήταν έτσι που έκανε, χάλια, όλα χάλια. Γιατί να το δω αυτό; Γιατί; Γιατί; 

Δεν μπορώ να βγάλω την εικόνα με το πρόσωπό της από το κεφάλι μου. Την μισώ, δεν θέλω να την αγαπάει ο μπαμπάς μου, αφού αυτή δεν τον αγαπάει στ’ αλήθεια!
Δεν μπορεί να τον αγαπάει και να κάνει όσα κάνει. Ο εαυτός της τη νοιάζει και πώς να κάνει το δικό της!
Κι αυτός, πάει ακόμα μαζί της και την αγαπάει. Μα, πώς; Αφού τον στενοχωρεί, του σπάει τα νεύρα, δεν τον ακούει, κάθε μέρα της φωνάζει «Γ..μώ την Παναγία σου, πουτ..να, άι στο διάολο!», και στο σπίτι και στο περίπτερο. Τον πηγαίνει με το ζόρι στους γιατρούς που δεν θέλει, μέσα σ’ εκείνο το νοσοκομείο, και μετά του βάζει κρυφά σταγόνες στον καφέ του. Δεν τον αγαπάει, αυτή κανέναν δεν αγαπάει. Μόνο τη δουλειά της κάνει.

Γιατί να της το κάνει αυτό, και να της λέει «Μάρα μου!» και «Μάρα μου!», συνέχεια, και να τη φιλάει;
Δεν θέλω να τη φιλάει, δεν θέλω καν να την βλέπω ευχαριστημένη, δεν μπορεί να νιώθει αλήθεια ευχαριστημένη, δεν της αξίζει όταν εγώ περνώ τόσο άσχημα, πάντα σχεδόν μόνη, στη σιωπή, μόνο με τη γιαγιά μου στο σπίτι και αυτή έξω.
Τα άλλα παιδιά δε με θέλουν, με κυνηγούν, με κοροϊδεύουν, με χτυπούν, και όταν της ζητώ να έρθει να τα μαλώσει, αυτή δεν έρχεται ποτέ!
Την μισώ για όλα, και τώρα επειδή την αγαπάει ο μπαμπάς, πιο πολύ ακόμα! 
Μακάρι να μην το ξανακάνουν ποτέ!» 
Άρτεμις Κ. (18/3/17)

*Κείμενο που γράφτηκε στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής.

17.3.17

«Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν»



[…] Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που αφηγείται ιστορίες. Κάνει το χρόνο να κυλά γραμμικά, θέτει τον εαυτό εντός της Ιστορίας. […] Όταν θυμάμαι ανακατεύω την τράπουλα και αναδιανέμω τους ρόλους, αλλάζω το παρελθόν μου εκ των υστέρων. [...] Για κάθε ιστορία που γράφεται υπάρχει και μια άλλη, άγραφη. Ο συγγραφέας αφήνει να αναπτύσσονται ανάμεσα στις γραμμές τα λανθάνοντα νοήματα μιας κρυφής ιστορίας, τα οποία και σε αυτόν συμβαίνουν ασυνείδητα. […] Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν. Και χαίρομαι γιατί η ίδια η ενθύμηση μεταφέρει νόημα. Ανασυνθέτοντας την ιστορία μου μετασχηματίζω τον ψυχισμό μου. [...]
--
«[…] Στο έργο τέχνης, αναζητά ο αναγνώστης να αισθανθεί ξανά σπίτι του, στον «ερμηνευμένο τούτο κόσμο». Ακολουθώντας με προσοχή τα ίχνη των αισθήσεων που άφησε ο καλλιτέχνης στο έργο, περιμένει να εμφανισθούν απρόσκλητοι επισκέπτες οι απορίες.
Στα μονοπάτια της μνήμης αναδημιουργεί στιγμές-νήματα που συνδέουν τον εξόριστο εαυτό με το πρωταρχικό αντικείμενό του. Το έργο τού θέτει ερωτήματα που αφορούν τους τρόπους της ζωής, το ήθος, την κουλτούρα του. Αφορούν το πλήθος της υποκειμενικότητάς του, το κοινό που μοιράζεται με τους άλλους, τη λαοθάλασα απ’ όπου αντλεί την αίσθηση του εαυτού και όπου καταθέτει κι αυτός το κατιτίς του.
Ο κόσμος δεν υπάρχει για να καταλήξει σε ένα βιβλίο. Το βιβλίο όμως χαράζει ένα σκοπό, δίνει στον κόσμο αρχή, μέση και τέλος. Αφηγείται μια ιστορία.
Διαβάζοντας το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Οι ναυαγοσώσται», μεταφερόμαστε στην καρδιά της οδύνης μας (του άγχους και της ενοχής μας) σήμερα με σπαρακτική υπαινικτική ακρίβεια.
Η τέχνη του λόγου του μας δίνει ένα μέτρο να συλλαβίσουμε στοιχεία του χαρακτήρα και της κουλτούρας μας.
Μας δίνει λέξεις για να περισυλλέξουμε τα στοιχεία της επανάληψης με τα οποία παρουσιάζουμε τις ανεπεξέργαστες εμπειρίες στο παρόν, για να τους δώσουμε ένα νόημα, δηλαδή να τις θέσουμε μέσα στο χρόνο και να γίνουμε υποκείμενά τους.
Όσο διαβάζουμε, καταδυόμαστε στα έγκατα του ψυχισμού, πορευόμαστε ακολουθώντας τα ίχνη της μνήμης, καθώς αναπαράγει εντός του ψυχικού πεδίου και της ιστορίας του τις επαναλήψεις των ανεπεξέργαστων ιχνών.
[…] Πώς θα σωθούν τα ναυάγια; Ό,τι από εμάς είναι αποκομμένο από τον κόσμο των άλλων χάνεται. Αυτό που συνδέεται πλέκεται με άλλα-όμοια άτομα, βρίσκει μια θέση, αυτό-αναγνωρίζεται και βρίσκει τον κόσμο μέσα του.
[…] Στο ναυάγιο, κοντά στο τραύμα, συρρέουν τα πλήθη των επενδύσεων να πολεμήσουν τον ψυχικό θάνατο, να αποκαταστήσουν την ακεραιότητα εαυτού. […] Στο βαθμό που μια εμπειρία δεν έχει υποστεί μετασχηματισμούς και διαδικασίες εσωτερίκευσης, αποτυπώνεται πέραν του νοήματος. Τα ίχνη μένουν σαν ανεπεξέργαστα πράγματα στον βυθό.
[…] Γνωρίζουμε τη δύναμη που έχουν οι λέξεις. Με τις λέξεις μια οικογένεια μπορεί να δημιουργήσει μια φυλακή συνηθειών όπου θα εγκλειστούν τα μέλη της ισόβια.
Στην κοινωνία με έναν επαναληπτικό συγκεκριμένο λόγο δημιουργούμε την κουλτούρα που μας υποδουλώνει, μας στερεί την ανθρώπινη δυνατότητα να κάνουμε δοκιμές και λάθη, να αναθεωρούμε και να μαθαίνουμε από τις εμπειρίες.
Αναλαμβάνουμε εμείς την ευθύνη ή αποδίδουμε σε εξωτερικά αντικείμενα τις παντοδύναμες φαντασιώσεις μας; Είμαστε σε θέση να αναλάβουμε τις απώλειες και την οδύνη τους; Οι ιστορίες των «μη νεκρών υπάρξεων» μας βοηθούν να σκεφτούμε την οδυνηρή πορεία από την παντοδυναμία προς την εσωτερίκευση και την ενοχή.
Όταν δεν αφιερώνουμε χρόνο να αναλογιστούμε τι κάνουμε τώρα στις σχέσεις μας, δεν θέτουμε ένα τέλος στην επανάληψη. Πλέουμε ανερμάτιστοι στην αυταπάτη του μύθου μας. Φυλακισμένοι. Πολλαπλασιάζουμε το μαγικό, αλλά δεν πάμε πουθενά. Είμαστε στο βασίλειο των φαντασμάτων.
[…] Βγαίνουμε στον κόσμο όταν από τα αμύθητα πειρατικά πλούτη αρχίζουμε να χωρίζουμε, να μετράμε, να μοιραζόμαστε, να παίρνουμε και να δίνουμε, να επιστρέφουμε στον εαυτό μας, και να ανταλλάσσουμε μεταξύ μας συναισθήματα, φαντασιώσεις μαζί με μια «σταγόνα» που έχει εξαχθεί από το όλον, το αίμα, το σύστημα της συγχώνευσης.
Από τους άπειρους κύκλους της επανάληψης εξάγουμε ένα διακριτό νόημα. Βγαίνουμε στην αγορά όταν κάνουμε τη μετάβαση από το «είναι» στο «έχειν», δεχόμενοι τα όρια της πραγματικότητας.
Στην ανάγνωση του Παπαδιαμάντη βρίσκουμε ένα θέμα ηθικής τάξεως. Το θέμα είναι αν επαναλαμβάνουμε σε πράξεις τις έξεις του χαρακτήρα και της κουλτούρας μας ή αν μπορούμε να σταθούμε και να σκεφτούμε τι κάνουμε.
Οι μάζες δεν θυμούνται. Επαναλαμβάνουν. Οι μάζες παύουν τα άτομα. Συμμορφώνονται σαν αγέλη σε επαναληπτικά πρότυπα μαζικής ψυχολογίας. Δεν μαζεύουν σε απαρτία τα σκόρπια κομμάτια, να θυμηθούν. Κανένας δε λέει «Εγώ…», δεν έχει προσωπική ευθύνη, είναι αναρμόδιος.
[…] Αυτοί που αποφεύγουν να συνειδητοποιήσουν την απώλεια κάνουν ατέλειωτους κύκλους μέσα σε ναυάγια απωλειών. Κινούν αισθήσεις, αισθήματα, ενορμητικές αναζητήσεις, αλλά χωρίς επαρκείς συνδέσεις λέξεων που να τις φέρουν στο φως των νοημάτων.
Οι κινήσεις που δεν έχουν αναπαρασταθεί συνιστούν συναισθηματικές προδιαθέσεις, εικόνες και όχι σύμβολα. Εκφράζονται με ωμό τρόπο, ως συγκινήσεις. Δημιουργούν τον συναισθηματισμό και τον αισθησιασμό μιας κουλτούρας βασισμένης στις διεργασίες μελαγχολίας, στα κεντρικά δελτία ειδήσεων, στις καμπάνιες του μάρκετινγκ, όπου σώζεται η εικόνα, αλλά αδειάζει η αίσθηση του εαυτού.
[…] Οι τραυματισμένες κοινότητες παλινδρομούν και γίνονται ομάδες και άτομα που βυθίζονται σε καταστάσεις συγχώνευσης μεταξύ τους για να αποφύγουν τη συνειδητοποίηση της απώλειας. Παρασύρονται από μια μανιακή άμυνα ανέλκυσης των καταποντισμένων ναυαγίων.  […] Αναζητούν τα πρότυπα (τις κουλτούρες) της επικοινωνίας που έχουν χαθεί.
[…] Αυτά που αισθανόμαστε και δεν τα έχουμε επεξεργαστεί ψυχικά τα εναποθέτουμε (με διχοτομήσεις, προβολές, προβλητικές ταυτίσεις και πράξεις) και διαποτίζουμε τα υλικά και ψυχικά αντικείμενα που κατασκευάζουμε. Έτσι καθιστούμε το περιβάλλον μας οικείο. Αισθανόμαστε ότι το διαπερνά μια «καλή ή κακή αύρα», μια «θετική ή αρνητική ενέργεια».
[…] Όταν συμπεριλάβουμε τα μη απαρτιωμένα στοιχεία ενός βιώματος, τότε η δημιουργικότητά μας (οι επιρροές πάνω στην εξωτερική πραγματικότητα) φέρει το σπέρμα της πρωτότυπης σκέψης και με το έργο της μεταδίδει το πνεύμα της.
[…] Σήμερα παρακάμπτουμε τη σκέψη. Σημαδεύουμε την ύπαρξή μας με κωδικούς πρόσβασης. Φοβόμαστε το σπέρμα της δημιουργικότητας.
Δεν φερόμαστε σαν ιστορικά πρόσωπα αλλά σαν φαντάσματα ενός αόρατου «θιάσου» που στόχο έχει τη διάσωσή του. Αυτό που διασώζεται είναι ο χαρακτήρας των ατόμων και της κουλτούρας τους, μετά από ένα ναυάγιο της πορείας ανταλλαγών με τον κόσμο. Η διάσωση αρχίζει με «πράξεις πειρατείας», αρπαγής, λεηλασίας, ενσωμάτωσης.
[…] Ο κόπος του αφηγητή. Η ανταμοιβή του. Η ανάμνηση ανοίγει νέους δρόμους, επεκτείνει τον ψυχισμό προσαρτώντας νέα εδάφη στη δικαιοδοσία του υποκειμένου.
Η ανάγνωση συνοδεύεται από την άρση των αντιστάσεων στο νόημα και στην ανάμνηση. Όταν θυμάμαι ανακατεύω την τράπουλα και αναδιανέμω τους ρόλους, αλλάζω το παρελθόν μου εκ των υστέρων.
Η περιήγηση δημιουργεί την ιστορία. Η αφήγηση συνιστά μια επίσκεψη, μια ψυχική εργασία, επηρεάζει ακόμα και την κυτταρική αρχιτεκτονική.
Όταν θυμόμαστε, δεν γεμίζουμε κενά. Δημιουργικά μαζεύουμε τα σκόρπια υλικά και τα μεταλλάσσουμε σε νέες μορφές, ενώ τροποποιούμε την ψυχική οικονομία τους. Μεταφερόμαστε από τη μια σκηνή σε μια άλλη, θέτουμε σε λόγο τα πράγματα, σκεφτόμαστε, καθυστερούμε.
Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που αφηγείται ιστορίες. Κάνει το χρόνο να κυλά γραμμικά, θέτει τον εαυτό εντός της Ιστορίας.
Όταν αρχίζουμε να έχουμε το όνομά μας, θέλουμε να βαπτιστούμε, να ανήκουμε στο κοινό μιας ένωσης όπου καλλιεργείται ο παράδεισος.
[…] Αυτό που κάνω είναι να καταδυθώ στο ναυάγιο του δικού μου τραύματος, για να ανακτήσω κομμάτια της μνήμης.  Η μνήμη είναι ένας εύθραυστος, ασυνεχής, σφυγμός που για μια στιγμή μάς καθιστά ικανούς να ζήσουμε ένα θαύμα, να ανακτήσουμε συναισθήματα και σκέψεις. Δεν προσθέτουμε, αλλά αναδιατάσσουμε, συναθροίζουμε και συνταιριάζουμε εκ νέου, αναδιανέμουμε και ανασυνθέτουμε τον ψυχισμό μας.
Δεν ανακαλούμε απλώς ένα γεγονός, αφηγούμαστε, αναπλαισιώνουμε. Λέμε εγώ ως πρόσωπο στη θέση της επανάληψης του ανεπεξέργαστου πράγματος των βιωμάτων. Αυτή είναι μια βαθιά ηθική πράξη. Γίνομαι υποκείμενο των φαντασιώσεών μου. Αναλαμβάνω ενδοψυχικά την ευθύνη τους. Δεν εξαναγκάζω τους άλλους να τις πράξουν εκ μέρους μου.
Κάθε φορά που θυμάμαι αλλάζω το παρελθόν. Και χαίρομαι γιατί η ίδια η ενθύμηση μεταφέρει νόημα. Ανασυνθέτοντας την ιστορία μου μετασχηματίζω τον ψυχισμό μου.
[…] η χειρονομία μας αποκτά νόημα και ανοίγει ένα δρόμο προς το μέλλον, ενώ μας συνδέει με το παρελθόν, μια ανάμνηση, για να έχουμε να επιστρέφουμε.
Για κάθε ιστορία που γράφεται υπάρχει και μια άλλη, άγραφη. Ο συγγραφέας αφήνει να αναπτύσσονται ανάμεσα στις γραμμές τα λανθάνοντα νοήματα μιας κρυφής ιστορίας, τα οποία και σε αυτόν συμβαίνουν ασυνείδητα.
Ο λόγος είναι ότι ο συγγραφέας δεν αρχίζει με μια ήδη διαμορφωμένη γνώση, μια προκαθορισμένη θεωρία, μια ιδεολογία, μια ανακάλυψη που έχει ήδη γίνει και απλώς περιμένει από το χρόνο να την αποδείξει.
Ο Παπαδιαμάντης, μετρώντας το πλήθος των υποκειμενικών εμπειριών, αφήνει να εμφανιστούν από το πουθενά και υποδέχεται με φιλόξενη διάθεση, σαν απρόσκλητους επισκέπτες, τις απορίες, τα ερωτήματα, τις σκέψεις."
Απόσπασμα από το κεφάλαιο: Οι «ναυαγοσώσται» του Παπαδιαμάντη. Μετρώντας το πλήθος της υποκειμενικότητας, του Σωτήρη Μανωλόπουλου, από το συλλογικό βιβλίο «Ψυχανάλυση και νεοελληνική λογοτεχνία: Σταυροδρόμια», με επιμέλεια – εισαγωγή του Θανάση Χατζόπουλου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
 
Οι "γραφές της ψυχανάλυσης" αποτυπώνουν κάθε φορά μια διαφορετική εκδοχή από τον πλούτο της κλινικής εμπειρίας της ψυχανάλυσης και του ιδιαίτερου τρόπου της να προσεγγίζει τα φαινόμενα της ζωής και του πολιτισμού. Τον πρώτο λόγο έχει εδώ η εκ-τροπή του ασυνειδήτου σε γραφή, ώστε -παραφράζοντας τη γνωστή φροϋδική προτροπή- "εκεί που ήταν αυτό να έρθει ...η γραφή", αλλά και η τροποποίηση του πραγματικού δια της γραφής έτσι όπως μόνον μέσω αυτής μπορεί να επισυμβεί, χάρη στο δικό της ίχνος. Η σειρά απευθύνεται σε όλους όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν αντιληφθεί ή υποψιάζονται πως ό,τι μας κινεί, και μας οδηγεί, σταθερά μας διαφεύγει. (Θ. Χ.)

Γράφουν:
η Κωνστάνς Αθανασιάδου για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης για τον Ανδρέα Εμπειρίκο
ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Κώστας Γεμενετζής για τον Γιώργο Σεφέρη
ο Θανάσης Γεωργάς για τον Γιάννη Κιουρτσάκη
η Βιβή Θεοδοσάτου για τον Γιώργο Χειμωνά
ο Γιάννης Σ. Κόντος για τον Κ. Π. Καβάφη
ο Σωτήρης Μανωλόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
ο Νίκος Παπαχριστόπουλος για τον Γεώργιο Βιζυηνό
ο Νίκος Σιδέρης για τον Διονύσιο Σολωμό
ο Θανάσης Τζαβάρας και η Ελένη Τζαβάρα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

12.3.17

Όλα για καλό. Του Γιάννη Μακριδάκη



Στο νέο ρεαλιστικό μυθιστόρημα Όλα για καλό, ο συγγραφέας, ερευνητής και φυσικός καλλιεργητής Γιάννης Μακριδάκης, σ' αυτό το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημά του και μετά από έξι νουβέλες στις εκδόσεις Εστία, για πρώτη φορά πρωτοτυπεί γράφοντας σε νεοελληνική γλώσσα και σχεδόν σε παρόντα χρόνο.

Ο κεντρικός του ήρωας, ο Δημοσθένης, από τις πρώτες σελίδες ανοίγει συνεχώς νέα μέτωπα που αναζητούν απαντήσεις για το «τι θα συμβεί;», και με αυτόν τον τρόπο λογοτεχνικής αφήγησης που μας άφησε κληρονομιά ο Όμηρος, πλέκεται το Όλα για καλό, μέχρι την τελευταία τελεία.

Κι αν «η ζωή δεν αξίζει τίποτα χωρίς ιστορίες», ο αναγνώστης δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του, μέχρι τη λύση όλων των αινιγμάτων, ενώ ο Δημοσθένης θα παραμένει διακριτικά σχεδόν στο περιθώριο για να ρίχνει το φως σε όλους τους άλλους, κάτι που θα αποδειχθεί έως και τραγική ειρωνεία, αφού μ’ αυτόν τον τρόπο θα οδηγήσει, χωρίς να το γνωρίζει, τα ίδια αυτά τα φώτα ολότελα στο δικό του πρόσωπο.

Οι φλέβες του μυθιστορήματος διασταυρώνονται από σελίδα σε σελίδα μέσα στο σώμα της ιστορίας του, όπως και οι παράπλευρες πατημασιές του κάθε ήρωα, νεκρού ή ζωντανού, νεογέννητου, ή πρόγονου, που αφήνει ανίδεος τα αποτυπώματά του στους δρόμους της ζωής των άλλων.

Όλο και πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα όσο εξελίσσονται τα γεγονότα, όλο και μεγαλύτερα μυστικά βγαίνουν στο φως. Οι φλέβες φουσκώνουν και αποκτούν επώδυνο παλμό στη σκηνή της ανάγνωσης.

«Όλα συμβαίνουν γύρω από δύο αλλόκοτες κηδείες, μια απρόσμενη γέννηση και τρία διαδοχικά δείπνα, που επισφράγισαν τα γεγονότα αυτά. Παλιά κιτρινισμένα ψιλόχαρτα ξεθάβονται, ιστορίες ξεχασμένες ξεβράζονται, τόποι έρημοι και στιγματισμένοι ζωντανεύουν ξανά, οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά ξεσφαλίζονται, άνθρωποι ξένοι αλλά και τόσο όμοιοι ανταμώνουν στης ζωής τους το διάβα. Οι αποκαλύψεις όμως, που έρχονται στο φως, αποδεικνύονται δυσβάσταχτες για τον Δημοσθένη και τη μικρή του ομήγυρη. Τόσο για τους γέροντες που αναμασούν μοιραία την κοινή φύτρα των πάντων, όσο και για τους νεότερους που ζουν τα συμβάντα για πρώτη φορά.»

Πρέπει να πεθάνουν όλα τα ψέματα για να γεννηθεί η αλήθεια, για να μεταμορφωθεί η πραγματικότητα;

Η Κατρίν που έφτασε στο νησί από το Βερολίνο για «να προσφέρει εθελοντική εργασία και να συνδράμει τους πρόσφυγες, που βγαίνανε μιλιούνια καθημερινά τότε από την απέναντι ακτή» μένει να αποκαλυφθεί για ποιόν παρασκηνιακό πραγματικό σκοπό επισκέφτηκε την άγνωστη πατρίδα.

Κι ο ξέπαπας Μιχάλης, το αυτο-αποκλεισμένο μέλος της τοπικής κοινωνίας, μέλλει να κατέχει το κλειδί της λύσης αυτού του υπόκωφου δράματος που αφορά όχι μόνο με κάποιον τρόπο όλους τους ήρωες, αλλά λαούς και κοινωνίες, που άθελά τους για πρώτη φορά αφουγκράζονται το άγνωστο κοινό παρελθόν τους.

Γιατί οι ήρωες προσπαθώντας να κατασκευάσουν το παρόν και το μέλλον τους, έρχονται αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη ανακατασκευή του παρελθόντος τους. Γιατί τελικά όλα γίνονται για καλό, όταν τα όνειρα, οι επιδιώξεις, οι επιθυμίες, χαράζονται -και πολλές φορές ανατρέπονται- από το χθες.

Το τέλος θα αποβεί αναπάντεχο, αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού σε αυτό το μυθιστόρημα, όλα αρχίζουν κι όλα τελειώνουν για καλό και πιο ώριμος από ποτέ ο συγγραφέας, μάς το υπογράφει.-



«Δεν προκάναμε όμως να πούμε πολλά γιατί σκουντουφλήσαμε και οι δυο μαζί απάνω στον Μουεζίν, που μόλις εκείνη την ώρα τον είχανε ξεβράσει τα κύματα. Φρεσκοπνιγμένος φαινότανε. Ξυλιασμένος και άκαμπτος ήτανε, σαν σανίδα. Βγάλαμε τότε και οι δυο από μια πνιχτή κραυγή, σαν καταλάβαμε τι μας έλαχε μες στα πόδια μας. Στο λεφτό η Κατρίν, με μια ψυχραιμία γερμανική μού έγνεψε ησυχία και γονάτισε σβέλτα πλάι στον πνιγμένο. Έπιασε να τον ψαχουλεύει με κινήσεις πεταχτές, να χώνει τα χέρια της μέσα στις τσέπες του και να τον ερευνά από πάνω ίσαμε κάτω. Σαν να είχε περάσει κάποια εκπαίδευση ειδική προτού να έρθει εδώ. Εγώ την κοιτούσα σαν παραλυμένος και δεν ανάπνεα καν, για να μην τρίξουνε τα λιλάδια κάτω από τα παπούτσια μου. Από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του τράβηξε μια θήκη πλαστική. Είχε μέσα την ταυτότητά του και το δίπλωμα της οδήγησης. Έριξε δυο πεταχτές ματιές ολόγυρα και αφουγκράστηκε σαν αγρίμι την ατμόσφαιρα, μην τυχόν και φάνηκε κάνα κοράκι απάνω στον λόφο. Σαν σιγουρεύτηκε ότι ήμαστε ολομόναχοι, έβγαλε τον μικρό φακό από την τσέπη της και έφεξε τα χαρτιά. Ήτανε πράγματι πολύ όμορφη, όπως την ξαναείδα στο φέγγος του».

Φωτογραφία εξωφύλλου: "Προνομιούχος Ιησούς Ε.Ε.", Δημήτρης Αντώνογλου, Φωτογραφική Λέσχη Χίου 2016.
---

Ο Γιάννης Μακριδάκης (akridaki@gmail.com - yiannismakridakis.gr)γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργάνωνε τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελούνταν τις εκδόσεις του και διηύθυνε το τριμηνιαίο περιοδικό «Πελινναίο» έως το 2011.

Κατόπιν άφησε τις πόλεις και μετακόμισε για μόνιμη διαμονή στην Βολισσό της ΒΔ Χίου. Εκεί, στράφηκε προς την φυσική καλλιέργεια της γης και έγινε παρατηρητής της αργής αβίαστης φυσικής ανάπτυξης. Ίδρυσε το Απλεπιστήμιο Βολισσού, μέσα από το οποίο διοργανώνει σεμινάρια φυσικής καλλιέργειας και πολιτικής στάσης ζωής με γνώμονα τον αντικαταναλωτισμό, την αποανάπτυξη και την πορεία της ανθρωπότητας προς την μετακαταναλωτική εποχή. Επίσης δημιούργησε το Σπίτι της Λογοτεχνίας στη Βολισσό και διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια.

Πολιτικά και φιλοσοφικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί στον διεθνή τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό στα γαλλικά, ισπανικά, ολλανδικά, σουηδικά, γερμανικά, αγγλικά.Έχει γράψει τα βιβλία:
  1. Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 - 1946 (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006 και εκδ. Εστία 2010).
  2. 10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007).
  3. Το πρώτο μυθιστόρημά του Ανάμισης ντενεκές (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά με τίτλο Bir bucuk teneke (εκδόσεις Senocak 2009). Το 2015 ανέβηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία Μαρίας Αιγινίτου.
  4. Η δεξιά τσέπη του ράσου, νουβέλα (Εστία 2009).
  5. Ήλιος με δόντια, μυθιστόρημα (Εστία 2010), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Βασίλη Βασιλάκη.
  6. Λαγού μαλλί, νουβέλα (Εστία 2010).
  7. Η άλωση της Κωσταντίας, μυθιστόρημα (Εστία 2011), το οποίο ανέβηκε στο θέατρο (2012) σε σκηνοθεσία Χρήστου Βαλαβανίδη. Κυκλοφόρησε στα Γαλλικά με τίτλο La chute de Constantia (εκδόσεις S. Wespieser 2015).
  8. Το ζουμί του πετεινού, νουβέλα (Εστία 2012).
  9. Του Θεού το μάτι, νουβέλα (Εστία 2013).
  10. Αντί στεφάνου, (Εστία 2015).
  11. Η πρώτη φλέβα, νουβέλα (Εστία 2016).
  12. Το νέο του μυθιστόρημα Όλα για καλό, μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εστία.
---
Διαβάστε επίσης στο Tvxs:

---

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/ola-gia-kalo-toy-gianni-makridaki

«Τέχνη και Τεχνική»: Μια εκδήλωση από το «Εργαστήριο Σκέψης»


Το «Εργαστήριο Σκέψης» διοργανώνει εκδήλωση με θέμα: «Τέχνη και Τεχνική». Το Θέμα περιλαμβάνει τις παρακάτω ενότητες:

1) Η γενεαλογία της Τέχνης και της Τεχνικής
2) Οι ιστορικοί σταθμοί της Τέχνης
3) Το τέλος της τέχνης και το άνοιγμα στη ποιητικότητα του Κόσμου
4) Το αίνιγμα της Τεχνικής και η υπέρβαση του Ανθρώπου

Ομιλητής ο στοχαστής Αλέξης Καρπούζος.

Οι ομιλίες θα πραγματοποιηθούν την Κυριακή 11 και στις 19 Μαρτίου στις 2 μ.μ. Λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Για περισσότερες πληροφορίες και για δηλώσεις συμμετοχής στο e-mail: ergastirioskepsis@gmail.com

---
Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/alles-texnes/texni-kai-texniki-mia-ekdilosi-apo-ergastirio-skepsis 

22.2.17

Η Οφηλία διαμαρτύρεται στο μεγάλο δραματουργό Σαίξπηρ



"Σεβαστέ μου βάρδε, πρώτα θέλω να σ’ ευχαριστήσω γιατί ασχολήθηκες με την ταπεινότητά μου και μου χάρισες την αθανασία επιλέγοντάς με ως ηρωίδα σε μια από τις σπουδαιότερες τραγωδίες σου, τον Άμλετ.

Είναι αλήθεια ότι ο τρόπος που με παρουσιάζεις -ως μια αθώα και τίμια ερωτευμένη κοπέλα που όμως πληγώνεται από τον αγαπημένο της κι αυτό την οδηγεί στην τρέλα και την αυτοκτονία- με κάνει συμπαθή στα μάτια των θεατών ανά τους αιώνες.

Από τις άλλες ηρωίδες των πασίγνωστων τραγωδιών σου, θα μπορούσα να συγκριθώ με την Ιουλιέτα που ερωτεύεται έναν εχθρό της οικογένειας της, με ολέθρια αποτελέσματα και την πιστή κόρη του βασιλιά Ληρ, Κορδέλια που όμως διώχνεται από τον πατέρα της. Κοινή μοίρα με συνδέει με αυτές τις γυναικείες μορφές που έπλασες, μεγάλε δραματουργέ, ο άδικος και πρόωρος θάνατος που καθόλου δεν μας άξιζε. Δυστυχέστερη από εμάς υπήρξε η αθώα Δυσδαιμόνα που βρήκε φρικτό τέλος από τα χέρια του τυφλωμένου από τη ζήλια Οθέλου. Αντίθετα, δίκαιη ήταν η τιμωρία της λαίδης Μάκβεθ, αφού παρότρυνε το σύζυγό της να γίνει δολοφόνος και σφετεριστής του θρόνου.

Προσωπικά, έχω να σου διατυπώσω μερικά παράπονα. Το κυριότερο είναι πως βρίσκω το ρόλο μου μικρό σε έκταση  κι επίπεδο, χωρίς μεταπτώσεις. Νομίζω ότι δεν θα σου ήταν δύσκολο να παρουσίαζες την προσωπικότητά μου περισσότερο αινιγματική κι ενδιαφέρουσα. Εξάλλου πολλοί μελετητές του έργου σου έχουν παρατηρήσει ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες σου είναι απλώς συμπληρωματικοί στους βασικούς ήρωες που δίνουν τους τίτλους στις τραγωδίες σου. Αρκετοί σ΄έχουν κατηγορήσει για μισογυνισμό στηριγμένοι κυρίως στην περίφημη κωμωδία σου "το ημέρωμα της στρίγγλας", όπου η ατίθαση Κατερίνα μεταβάλλεται σε υπάκουη σύζυγο του Πετρούκιου.

Αναρωτιέμαι γιατί δεν μιμήθηκες τον μεγάλο ομότεχνό σου της αρχαιότητας, τον Ευριπίδη, ο οποίος περιέγραφε κάποιες ηρωίδες του ως δαιμονικά όντα, αλλά τους επιφύλαξε την τιμή να πρωταγωνιστούν στα έργα του που επίσης έμειναν αθάνατα στο διάβα των αιώνων.

Πολλές φορές σκέπτομαι ότι η απαράμιλλη ευφυΐα σου θα μπορούσε να είχε κάνει την υπέρβαση και να έπλαθε την Οφηλία, όχι ως αξιολύπητο θύμα του έρωτά της και των περιστάσεων, αλλά ως δυναμική κοπέλα που σπάει τα δεσμά του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντός της και πηγαίνει να ζήσει ελεύθερη στην εξοχή, μακριά από την πνιγηρή ατμόσφαιρα του παλατιού με την υποκρισία, τις συνωμοσίες, τα εγκλήματα. Βέβαια και στη δική σου εκδοχή, η ηρωίδα επιλέγει την οριστική ελευθερία που της παρέχει η αυτοκτονία, πράγμα που την καθιστά ιδιαιτέρως τραγικό πρόσωπο.

Ωστόσο, ονειρεύομαι την πιθανότητα οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας να ζωντανεύουν και να επαναστατούν απέναντι στους συγγραφείς -δημιουργούς τους. Σκέπτομαι να κάνω την αρχή σε αυτό το είδος της εξέγερσης. Σου ζητώ να επανεξετάσεις το ρόλο μου. Ελπίζω να μη με θεωρήσεις αυθάδη.

Με σεβασμό και θαυμασμό στο μεγάλο δραματουργό,
Οφηλία"

---
*Μυθοπλαστικό κείμενο της φιλολόγου Αναστασίας Τσερεντζούλια, το οποίο γράφτηκε στο πλαίσαιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής, βασισμένο στο θεατρικό έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Άμλετ.
---
Εικονογράφηση - Ofelia (Amleto)



3.2.17

Κώστας Νασίκας για τις Εξορίες Γλώσσας: Η μαρτυρία ως επιβίωση

[...] Η έννοια της εξορίας αφορά το βίωμα αυτών που έζησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε απάνθρωπες συνθήκες αλλά και γενικότερα όλα αυτά τα ανείπωτα που μπορεί να κουβαλάει κανείς μέσα του, όπου και να ζει, όποια γλώσσα και να μιλάει. Και όλη η ιστορία είναι, το πώς μπορούν όλα αυτά τα ανείπωτα να πάρουν μορφές μαρτυρίας, έκφρασης και μοιράσματος. Γιατί, όπως έχουμε πει και παλιότερα, αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση [...]
Ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας, ο οποίος είναι μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (APF), διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Lyon-1 και είναι ιατρικός υπεύθυνος του «Οίκου του Εφήβου» της Λιόν, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το βιβλίο του Εξορίες γλώσσας, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, αφηγούμενος την προϊστορία και την ιστορία της συγγραφής της εν λόγω έκδοσης, από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο.

Η προϊστορία του βιβλίου –γιατί υπάρχει πάντα μια προϊστορία- έχει δύο παράλληλους δρόμους:
  1. Ο ένας αποτελείται από μια σειρά εργασιών έρευνας, σκέψης, αλλά και ζωγραφικής,
  2. Και ο δεύτερος παράλληλος δρόμος ήταν η δική μου προσωπική ψυχανάλυση, όπως και η εκπαίδευσή μου ως ψυχαναλυτής – γιατί αυτά τα δύο πράγματα δεν χωρίζονται και πάντα συνεχίζονται.
Αυτοί οι δύο δρόμοι, δεν συναντιούνται εύκολα, και ορισμένες φορές -για πολύ κόσμο- τα αντικείμενα έρευνας, ζωγραφικής ακόμα και λογοτεχνίας, ξαναεπεξεργάζονται κατά κάποιον τρόπο βαθύτερες εσωτερικές προβληματικές χωρίς οι συγγραφείς τους να έχουν συνείδηση γι’ αυτό.
Από πλευράς ερευνητικών εργασιών, είχα κάνει παλιότερα μία εργασία γύρω από τη ψυχοσωματική, αλλά με την έννοια ό,τι από τα πολλά αισθητηριακά ίχνη που συνθέτουν τη μνήμη, ένα μικρό μέρος μπαίνει μέσα σ’ αυτή, και πολλά άλλα παραμένουν στον αισθητηριακό χώρο και μόνο. Ένα είδος υπο-μνήμης, θα λέγαμε, που δεν μπορεί να γίνει συνειδητή μνήμη.
Μια άλλη εργασία για την οποία σας είχα μιλήσει και παλιότερα, είχε τίτλο: «Το τραύμα και η γλώσσα», που αποτελούνταν από δύο κεφάλαια, το ένα λεγόταν «Τραύμα και δημιουργία της γλώσσας» και το άλλο «Τραύμα και καταστροφή της γλώσσας», που σημαίνει τραυματισμός, με την έννοια ότι δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα, δεν μπορεί να μοιραστεί, και παραμένει εσωτερικά, σε αυτόν τον χώρο της καταστροφής της γλώσσας, να επαναλαμβάνεται μέσα από εικόνες, από αισθήσεις, κλπ.
Αυτή είναι η προϊστορία από πλευράς επιστημονικών εργασιών.
Από πλευράς εσωτερικής – ψυχαναλυτικής πορείας υπάρχει κάτι άλλο που συνδέεται και με τη ζωγραφική, και είναι πως τελειώνοντας την ψυχανάλυση (η οποία δεν τελειώνει ποτέ ουσιαστικά) ανακάλυψα σιγά σιγά –με την έννοια ότι νωρίτερα δεν είχα καμία γνώση επ’ αυτού και χωρίς να έχω καμία μνήμη- πως είχα ζήσει τα πρώτα μου χρόνια σε έναν καταυλισμό μετακινηθέντων πληθυσμών στο τέλος του ελληνικού εμφυλίου,– διότι τα χωριά είχαν εκκενωθεί και είχαν αναγκάσει όσους βρήκαν εκεί να κατέβουν στον κάμπο και να ζουν υπό την επίβλεψη του στρατού, της αστυνομίας και υπό την τρομοκρατία παραστρατιωτικών οργανώσεων. Ο πατέρας μου ήταν ήδη εξορία στον Άη Στράτη.
Γι’ αυτό το γεγονός της ζωής μου σε αυτόν τον καταυλισμό δεν έχω καμία προσωπική μνήμη, αλλά μόνο ακούσματα από αφηγήσεις άλλων. Αυτό που κατάλαβα αργότερα προσέχοντας τις εργασίες και τα θέματα που με απασχολούσαν, ακόμα και μέσα από τη ζωγραφική, ήταν το πώς τα διάφορα ασυνείδητα ίχνη και βιώματα παίρνουν μορφή. Όχι μορφή λόγου, αλλά μορφή εσωτερικής αναπαράστασης, πριν το λόγο.
Αυτές λοιπόν ήταν οι προϊστορικές αφετηρίες για το βιβλίο, θεωρητικές, ζωγραφικές και ψυχαναλυτικές.
Γύρω από το θέμα για παράδειγμα «Τραύμα και καταστροφή της γλώσσας», είχα ήδη γράψει και διαβάσει άφθονα κείμενα με μαρτυρίες διαφόρων επιβιωσάντων, όπως ο Primo Levi, ο Αntelme εδώ στη Γαλλία και άλλοι. Αυτά με τραβούσαν από παλιά από ένα επιστημονικό ενδιαφέρον, από ένα ανθρώπινο ενδιαφέρον, από ένα ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον, και πιθανώς από ένα βαθύτερο προσωπικό ενδιαφέρον χωρίς να το ξέρω.
Κι έτσι, σε μια στιγμή, όλα αυτά κάπου ενώθηκαν και άρχισα να γράφω το βιβλίο Εξορίες γλώσσας, που το πρώτο κεφάλαιό του, είχε αφετηρία ένα άλλο βιβλίο το LTI: Lingua Tiercii Imperium, που είχα διαβάσει και με είχε αφήσει άναυδο, γιατί περιγράφει όλη την εξορία της αυθεντικής γλώσσας μέσα στη γλώσσα του κόμματος των ναζί:
Πρέπει οι λέξεις να λένε άλλα πράγματα απ’ ότι έλεγαν πριν. Σε αυτό το βιβλίο βλέπουμε πάρα πολύ καλά, πως σιγά σιγά η γλώσσα αλλάζει.
Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, είχα παραμείνει, στο πως ο ίδιος ο συγγραφέας του, ο Victor Klemperer άρχισε να ενδιαφέρεται γι’ αυτό το θέμα. Ο ίδιος ήταν ένας καθηγητής φιλολογίας και ένα βράδυ το 1939-40 που έβλεπε τις ειδήσεις στην τηλεόραση, είδε μια ομάδα ναζιστών να παρελαύνει με ένα ταμπούρλο στην αρχή της παρέλασης, που έδινε το ρυθμό. Κι αυτό που του έκανε εντύπωση, ήταν πως ο ρυθμός του ταμπούρλου ήταν ενσωματωμένος από όλη την ομάδα. Περπατούσαν σα να ήταν όλοι ένα ταμπούρλο!
Και αυτή η εικόνα, του ότι όλα τα άτομα είχαν γίνει ένα ταμπούρλο, του έφερε τη σκέψη ότι η γλώσσα είναι σε κίνδυνο. Κάτι το οποίο δεν το εξηγεί, και ούτε το καταλαβαίνει καν. Έτσι όμως αρχίζει να φροντίζει τη γλώσσα, να κρατάει σημειώσεις για το πώς η γλώσσα δέχεται συνεχώς μετατροπές που της επιβάλλονται από το κόμμα των ναζί, αφενός μεν για να κρύψει αυτά που συμβαίνουν στην πραγματικότητα, και να επιβάλλει στο βάθος –κι αυτό το αναλύω σιγά σιγά σε αυτό το κεφάλαιο- μια από-υποκειμενοποίηση του κάθε πολίτη.
Και ο σκοπός –ένας σκοπός που δεν τον καταλαβαίνει κανένας- είναι αυτή η από-υποκειμενοποίηση να λειτουργεί σαν μηχανή καταστολής, ώστε να μη μπορεί κανείς να σκεφτεί μέσα από αυτή τη γλώσσα, αλλά μόνο να επαναλαμβάνει τσιτάτα του κόμματος. Σαν να δημιουργήθηκε, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της γλώσσας που από-υποκειμενικοποιεί την κάθε σκέψη. Και έτσι φτάνω και στην εξήγηση, για το πώς, βλέποντας το ταμπούρλο, έρχεται η ιδέα στον Victor Klemperer να αισθανθεί ότι η ιδία ότι η γλώσσα είναι σε κίνδυνο.
Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο, αναλύεται, λοιπόν, το πως η αυθεντική γλώσσα πάει εξορία μέσα στη μηχανοποιητική γλώσσα -ταμπούρλο του ναζιστικού κόμματος.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, περιγράφεται το πώς μιλάει τη γλώσσα ένας μεγάλος ναζί, ο Άιχμαν, ο οποίος πλέον δικάζεται. Τους διάφορους λόγους του στο δικαστήριο, τους κατέγραψε η Χάνα Άρεντ η οποία λέει ότι δεν καταλαβαίνουμε πως συμβαίνει να μιλάει αυτός ο άνθρωπος για τόσο τραγικά γεγονότα και εμείς να τον ακούμε και να γελάμε. Πρέπει, λέει, να ζητήσουμε από έναν ψυχίατρο να μας εξηγήσει. Και λέει επίσης, πως ο Άιχμαν, δίνει την εντύπωση όταν μιλάει, πως δίνει τη μάχη εναντίον της γλώσσας και κάθε φορά τη χάνει.
Οπότε, επανέρχομαι εγώ από την άλλη οπτική γωνία, και βλέπω τον Άιχμαν να μιλάει τη γλώσσα του κόμματος των ναζί, προσπαθώντας να μιλήσει για τον εαυτό του. Και εννοείται πως δεν μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του διότι είναι από-υποκειμενοποιημένος, και λέει τσιτάτα διάφορα, τα οποία προκαλούν το γέλιο, ενώ περιγράφει το πως πάρθηκε η απόφαση το 1942, της Τελικής Λύσης, δηλαδή της εξόντωσης των εβραίων, δηλαδή του λεγόμενου ολοκαυτώματος, της μαζικής καταστροφής της ανθρώπινης διάστασης.
Και ενώ μιλάει γι αυτή την κατάσταση με λόγια που δεν είναι υποκειμενικά, προκαλεί το γέλιο. Γι’ αυτό το κεφάλαιο λέγεται: Η σχιζοφρενής γλώσσα. Δηλαδή, η γλώσσα είναι σχιζοφρενής.
Αυτό το κεφάλαιο, με τίτλο Η σχιζοφρενής γλώσσα, το διάβασε ένας φίλος μου που είναι διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Ερευνών της Γαλλίας, στη γλωσσολογία, και έγραψε ένα άρθρο σε μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Νορβηγίας, όταν δικαζόταν ο Τόμας Αντρέα Μπρέιβικ που είχε σκοτώσει 77 άτομα και τον βγάλανε σχιζοφρενή σε πρώτη φάση, γιατί έλεγε διάφορα ακατάληπτα και δεν τον καταλαβαίνανε.
Αυτός ο φίλος μου, λοιπόν, έγραψε ένα άρθρο που έλεγε πως αυτά τα ακατάληπτα που λέει ο Μπρέιβικ, είναι όροι από ναζιστικά κόμματα άλλων χωρών, και τελικά είναι σχιζοφρενής η γλώσσα που μιλάει, και όχι ο ίδιος. Και τελικά, ενώ τον είχαν βγάλει σχιζοφρενή και μη δικάσιμο, του ξαναέκαναν δεύτερη εξέταση και τον έβγαλαν υπεύθυνο.
Δηλαδή, αυτή η έννοια ότι η γλώσσα είναι σχιζοφρενής κι όχι το άτομο, έφερε στο σημείο να ξαναεξεταστεί αυτός που είχαν βγάλει σχιζοφρενή, ο οποίος είχε σκοτώσει, ρατσιστικά και μόνο, 77άτομα.
Στη συνέχεια, το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Αυτοεξόριστος από τη γλώσσα: Ο Πάουλ Τσέλαν», μελετά κυρίως την περίπτωση του ουκρανού Πάουλ Τσέλαν, ενός αναγνωρισμένου πλέον παγκοσμίως μεγάλου ποιητή, που όταν ήταν 12 χρονών τον έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τους γονείς του δεν τους ξαναείδε και μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε στη Γαλλία. Ο ίδιος μετέφραζε γερμανούς ποιητές στα γαλλικά, αλλά κυρίως έγραφε ποίηση στα γερμανικά.
Είχε πει: «Το χέρι που θα ανοίξει το βιβλίο μου μπορεί να έχει σφίξει το χέρι του δολοφόνου της μητέρας μου. [...] Και θα μπορούσε να συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο [...]. Και εντούτοις, αυτό είναι το πεπρωμένο μου: να πρέπει να γράφω ποιήματα στα γερμανικά»
Έγραφε, λοιπόν, στα γερμανικά ποίηση, με σκοπό –όπως εξηγούσε- να ξαναδώσει στη γλώσσα τη ζωή της, που την είχε χάσει από τους ναζιστές. Μέσα σε αυτή την αναζήτηση –σε ένα μεγάλο βαθμό τρελή- του συνέβησαν δύο πράγματα:
Ήθελε ένας μεγάλος γερμανός διανοούμενος, ο Χάιντεγκερ, να αναγνωρίσει το έγκλημα που είχε γίνει στη γλώσσα, και προσπάθησε μέσω των γνωριμιών του να τον συναντήσει, γιατί θεωρούσε πως αν ένας μεγάλος διανοούμενος αναγνώριζε το έγκλημα που έγινε στη γλώσσα, θα μπορούσε να ξαναβρεί τη ζωή της, να γίνει κάποια, θα λέγαμε, θεραπεία στη γλώσσα.
Τελικά τον βρήκε και μάλιστα κατάφερε να τον καλέσει ο ίδιος ο Χάιντεγκερ σε μια καλύβα που είχε πάνω στον Μέλανα Δρυμό. Εκεί ο Τσέλαν του ζήτησε αυτό που ήθελε ακριβώς, αλλά λίγες μέρες μετά έγραψε ένα ποίημα στο οποίο μιλάει για την απογοήτευσή του, ότι ο Χάιντεγκερ δεν θέλησε να αναγνωρίσει με τίποτα αυτό που του ζήτησε.
Κάποιους μήνες μετά, το Μάρτη του 1970, ήταν καλεσμένος στη Χαϊδελβέργη και διάβαζε ποιήματά του στα γερμανικά. Μέσα στο ακροατήριο ήταν και ο Χάιντεγκερ, ο οποίος τον περιφρόνησε. Είχε προηγηθεί και η περιφρόνηση κάποιων γερμανών δημοσιογράφων που είπαν ότι γράφει καλή ποίηση στα γερμανικά γιατί δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα, γιατί δεν είναι γερμανός.
Δηλαδή, όλη η διαδικασία του Τσέλαν, ήταν να μπει μέσα στο «εμείς» αυτών που μιλάνε την ίδια γλώσσα, για να επανορθώσει την ίδια τη γλώσσα. Και απ” αυτό το «εμείς» τον έδιωξαν απ’ έξω. Έξω από τη γλώσσα, έξω από το «εμείς».
Τότε ο Πάουλ Τσέλαν, μετά από αυτά τα γεγονότα, γύρισε από τη Χαϊλδεβέργη στη Γαλλία και αυτοκτόνησε πέφτοντας στον Σηκουάνα.
Λέγεται και κάτι άλλο σε αυτό το τρίτο κεφάλαιο: Το πως ο Ναζισμός βασίστηκε στο Ρομαντισμό. Η καλλιέργεια του τέλειου, που έφερε ο Ρομαντισμός. Σαν πολιτικό ρεύμα ο Ρομαντισμός, της καλλιέργειας του τέλειου, αφενός μεν το 1870 παρατηρούμε τις πρώτες ρατσιστικές τάσεις και καίγονται βιβλία ξένων στη Γερμανία. Τότε ο Χάινε, που ήταν ποιητής εκείνης της εποχής, λέει: «Εκεί που καίγονται βιβλία, κάποια μέρα θα καούν άνθρωποι».
Θεωρείται, λοιπόν, ότι αυτή η αναζήτηση του τέλειου που έδωσε σαν πολιτικό ρεύμα ο Ρομαντισμός, την ξαναπαίρνει ο Ναζισμός. Ξαναέρχεται να δώσει αυτή την τάση του τέλειου, σαν πολιτικό κίνημα. Και η τάση του τέλειου έρχεται στη σκέψη του Χάιντεγκερ το 1926 που βγάζει το βιβλίο του «Είναι και χρόνος», που μιλάει για την έννοια της πατρίδας ως τόπος, ως ρίζες, και τη θεωρεί σημαντική έννοια για τη σύσταση της ταυτότητας του είναι.
Τότε κανένας δεν το πρόσεξε, αλλά σ’ αυτή την έννοια της πατρίδας όπως την εννοεί ο Χάιντεγκερ, με την έννοια της καθαρής ρίζας της γενεαλογίας, της καθαρότητας του αίματος, βασίστηκε ιδεολογικά ο Ναζισμός, και μέσα σ’ αυτή γλίστρησε όλος ο γερμανικός λαός.
Το τέταρτο κεφάλαιο, το οποίο ίσως είναι το κεντρικότερο στο βιβλίο, λέγεται «Αντίσταση μέσα στη γλώσσα». Η αντίσταση με τη γλώσσα. Με την έννοια ότι όταν κάποιος ζήσει ανείπωτες τραυματικές καταστάσεις που κινδυνεύει και η ζωή του, εκείνο που του επιτρέπει να επιβιώσει, είναι το ότι θα μπορέσει να μαρτυρήσει κάποια στιγμή όσα έζησε, το γεγονός ότι θα μοιραστεί αυτό που έζησε με άλλους.
Η ελπίδα να μαρτυρήσουμε κάτι σε άλλους, μπορεί να μας επιτρέψει να επιβιώσουμε. Εδώ μπορεί να γίνει μια αναφορά και στο βιβλίο Block 25 τη μαρτυρία ομηρίας της Καρολίνας  Ναχμούλη – Γαβριηλίδου, μητέρας του εκδότη Γαβριηλίδη, που κράτησε ημερολόγιο και επιβίωσε.
Οπότε αυτό το κεφάλαιο μιλάει για τη μαρτυρία, και σε πάρα πολλούς που έγραψαν τις μαρτυρίες τους, όπως ο Primo Levi, και πολλοί άλλοι.
Λίγο μετά, υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Περιχάραξη του άφατου» καθώς πολλές φορές η μαρτυρία, δεν καταφέρνει να περάσει στο λόγο το βίωμα, και ίσως μόνο καταφέρνει να περιχαρακώσει το ανείπωτο, ώστε να μη γίνει πηγή ψυχικής καταστροφής. Και ορισμένες φορές, παρά τη μαρτυρία, δεν το καταφέρνει κι έτσι βλέπουμε τον Primo Levi και πολλούς άλλους μάρτυρες να αυτοκτονούν με την ενοχή ότι είναι ψευδείς μάρτυρες.
Άλλο ένα υποκεφάλαιο, μιλάει για το παιδικό βλέμμα και τη μαρτυρία: Ορισμένες αφηγήσεις παιδιών, δεν λειτουργούν με λόγο, αλλά μόνο με εικόνες. Το πώς με εικόνες, προσπαθούν να περιχαρακώσουν κάτι το οποίο είναι καταστροφικό. Να φτιάξουν μια εικονική γλώσσα κατά κάποιον τρόπο.
Και άλλο ένα υποκεφάλαιο μιλάει για «το ανείπωτο, σαν κληρονομιά», για όλες αυτές τις αναζητήσεις, ώστε να καταγραφούν ονομαστικά όλοι οι εξόριστοι, οι κατεστραμμένοι. Να μπορέσει να γίνει κατάλογος των χαμένων. Το όνομα σαν τάφος. Να ξανα-υποκειμενοποιηθεί ο νεκρός, με το όνομά του, και να γίνει ταφή, κάτι που αναλύει η ταινία «Ο γιος του Σαούλ», για την οποία έχουμε μιλήσει στο παρελθόv, αυτό που συμβολίζει και το μνημείο Yad Vachem στην Ιερουσαλήμ.
Και τέλος το ίδιο κεφάλαιο, «Η ποίηση σα χώρος του άφατου» το οποίο αναφέρεται σε πολλούς ποιητές, που με την ποίηση προσπαθούν να αντισταθούν σε αυτή τη μαζική καταστροφή της ανθρώπινης διάστασης των Ναζί, που προσπαθούν να συγκρατήσουν το ανείπωτο, το άφατο, το καταστροφικό, ανάμεσα στις λέξεις. Κάπου εκεί τελειώνει το τέταρτο κεφάλαιο, που είναι, ίσως, το πιο σημαντικό του βιβλίου.
Και πάμε στο πέμπτο κεφάλαιο, το οποίο λέγεται «Αυτοεξόριστος στη γλώσσα». Και αυτό το κεφάλαιο έχει διάφορα ανοίγματα και αφορά μια προβληματική εκείνων που έχουν μία διγλωσσία, παίζει με τη λέξη εξορία, που λέγεται “exil”, αλλά αν την κόψουμε στα δύο, γίνεται «ο τέως εαυτός»(ex=τέος, il=εαυτός), όπου ο τέως εαυτός είναι εκείνος που υπήρχε στην προηγούμενη γλώσσα, και περιγράφεται πως επιβιώνει και πως γίνεται και ξένος μέσα στην καινούργια γλώσσα, μέσα στον εαυτό της καινούργιας γλώσσας.
Έχει όμως πιο πολλά κλινικά μέρη, για ανθρώπους που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να πουν τίποτα στη μητρική τους γλώσσα, άσχετο με το που ζουν, γιατί η μητρική γλώσσα συνδέεται με τρομερά βιώματα. Και μπορούν σε μια γλώσσα στην οποία εξορίστηκαν, να πλησιάσουν να πουν κάποια πράγματα.
Και αυτό το κεφάλαιο προσπαθεί να περιγράψει μέχρι που αυτό μπορεί να συμβεί και να φέρει αποτελέσματα και μέχρι που αδυνατεί. Και πως η ίδια η μεταβίβαση (που χαρακτηρίζει την ψυχαναλυτική διαδικασία και μέσα από την οποία ο αναλυόμενος επενδύει τον ψυχαναλυτή με διάφορα συναισθήματα που μεταφέρει, ασυνείδητα, από τις μορφές τις παιδικής του ηλικίας) κάνει το μεταφραστή.
Το επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Το ανείπωτο μέσα στη ψυχανάλυση», περιγράφει πως αναδύονται μέσα στην ψυχανάλυση, βιώματα που έχουν κρατηθεί έξω από τη μνήμη, στο ασυνείδητο.
Και το τελευταίο κεφάλαιο, το οποίο είναι το πιο δύσκολο, και ίσως το πιο ενδιαφέρον επιστημονικά, περιγράφει το πώς μέσα στη μεταβίβαση λειτουργεί ένα είδος χώρου αναδημιουργίας της γλώσσας. Πως τα ανείπωτα μπορούν να βρουν λόγια, όχι μόνο από αυτά που υπάρχουν, αλλά να δημιουργήσουν και το λόγο.
Προς το τέλος αυτού του κεφαλαίου, υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Η εκδίκηση της γλώσσας», που περιγράφεται πως όταν αυτή η ψυχαναλυτική διαδικασία είναι ψευδής, τεχνητή, επιφανειακή, η γλώσσα εκδικείται, εμφανίζοντας το ψέμα. Έχει μια δική της ζωή η γλώσσα κατά κάποιο τρόπο.
Και κάπου εκεί κλείνουμε.
Η εξορία, δεν είναι μόνο γλώσσα εξορισμένη. Είναι το ανείπωτο κυρίως. Αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί μέσω της γλώσσας. Η εξορία είναι κάτι πέρα από τη γλώσσα, αλλά μπορεί να είναι και γλωσσική εξορία.
Τώρα, αν κρατήσουμε την έννοια μεταξύ γλωσσών, π.χ. άνθρωποι που πάνε σε μια χώρα και έχουν μια άλλη μητρική γλώσσα κλπ., αυτοί ζουν μέσα τους μια εσωτερική μάχη, μια συνεχή εσωτερική μάχη. Και δεν είναι μόνο η γλώσσα, είναι η κουλτούρα, είναι η σκέψη μαζί, που μάχονται, από τη μια και από την άλλη μεριά.
Μια από τις τάσεις στις οποίες οδηγεί αυτή η μάχη, είναι εκείνη του κλεισίματος μέσα σε ένα πολιτιστικό ή θρησκευτικό γκέτο. Αυτό μπορεί και να φτάσει ως το σημείο παραγωγής τζιχαντιστών καθώς έχει τάση να μένει έξω από την κουλτούρα της κοινωνίας που το περιβάλλει και να παράγει τη δική του. Μπορεί να φτάσει και στην τάση τού να μάχεται ενάντια σ” αυτήν την κουλτούρα και να θέλει την καταστροφή των αξιών της και την εξαφάνισή τους.
Η άλλη τάση που παρουσιάζουν κάποιοι μετανάστες είναι εκείνη τού να ξεχνούν τον προηγούμενο εαυτό τους και να επιθυμούν μόνο να γίνουν όμοιοι με τους άλλους, εκείνους της θετής τους κουλτούρας. 
Η έννοια της εξορίας αφορά το βίωμα αυτών που έζησαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε απάνθρωπες συνθήκες αλλά και γενικότερα όλα αυτά τα ανείπωτα που μπορεί να κουβαλάει κανείς μέσα του, όπου και να ζει, όποια γλώσσα και να μιλάει. Και όλη η ιστορία είναι, το πώς μπορούν όλα αυτά τα ανείπωτα να πάρουν μορφές μαρτυρίας, έκφρασης και μοιράσματος. Γιατί όπως έχουμε πει και παλιότερα: Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση.-

nasikas_2

ΕΞΟΡΙΕΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Κώστας Νασίκας. Πρόλογος: Μπερνάρ Γκολς. Μετάφραση από τα γαλλικά: Τερέζα Βεκιαρέλλη. Σειρά: Γραφές της Ψυχανάλυσης. Εκδόσεις Γαβριηλίδης – 2017.
«Το χέρι που θα ανοίξει το βιβλίο μου μπορεί να έχει σφίξει το χέρι του δολοφόνου της μητέρας μου. [...] Και θα μπορούσε να συμβεί και κάτι ακόμα χειρότερο [...]. Και εντούτοις, αυτό είναι το πεπρωμένο μου: να πρέπει να γράφω ποιήματα στα γερμανικά» έγραφε ο Πάουλ Τσέλαν.
Από αυτή την εμπειρία μιας απόλυτης εξορίας ο Κώστας Νασίκας επιχειρεί μια μελέτη στη συμβολή της γλωσσολογίας, της λογοτεχνίας, της ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης, που μας οδηγεί, με τρόπο μερικές φορές ιλιγγιώδη, να βυθιστούμε στον κόσμο της παλινδρόμησης, της αποπροσωποποίησης και της διαρκούς κατασκευής του εαυτού μέσω της γραφής και της γλώσσας, η οποία εκ φύσεως μας προδίδει, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των προδοτών και των ­δημίων.
Αυτός ο στοχασμός τον οδηγεί στην επερώτηση τρόπων της παρουσίας του άφατου και της καταστροφής στο εσωτερικό της γλώσσας. Αναλύει ιδιαίτερα τους τρόπους επιστροφής αυτών των «παρουσιών» στο εσωτερικό της μεταβιβαστικής εμπειρίας στην ψυχανάλυση. Αυτή αποδεικνύεται προοδευτικά τόπος παλινδρόμησης της γλώσσας σε ένα σημειωτικό λουτρό που ­επιτρέπει να αναδύονται οι διαστάσεις και οι συνθήκες των απαρχών του ­χρόνου, που πλαισιώνουν τη σταθερή (ανα)κατασκευή της γλώσσας.

Ο Κώστας Νασίκας είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (APF), διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Lyon-1 και είναι ιατρικός υπεύθυνος του «Οίκου του Εφήβου» της Λιόν. Έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και έχει επιμεληθεί μερικά βιβλία. Οργανώνει τα τελευταία χρόνια ένα ερευνητικό εργαστήρι με τίτλο «Χώροι (ανα)δημιουργίας της γλώσσας (Fabriques de la langue)», όπου συμμετέχουν γλωσσολόγοι, λογοτέχνες και ψυχαναλυτές. Ένα συμπόσιο με τον αντίστοιχο τίτλο έγινε το 2010 στην Ecole Normale Superieure της Λιόν και κυκλοφόρησε από τις Presses Universitaires de France το 2012.

nasikas_3

- Το Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017 στις 12.00 το μεσημέρι, στο Poems ’n crimes, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι, οι εκδόσεις Γαβριηλίδη διοργανώνουν την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Νασίκα: ΕΞΟΡΙΕΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.  Θα μιλήσουν οι: Όλγα Μαράτου  (ψυχαναλύτρια, Ε.Ψ.Ε.), Βασίλης Δημόπουλος (ψυχαναλυτής, Ε.Ψ.Ε.), Μανόλης Στεφανουδάκης (κλινικός ψυχολόγος, ψυχαναλυτής).  Θα παρευρεθεί ο συγγραφέας και θα συντονίσει ο Θανάσης Χατζόπουλος (ψυχαναλυτής, S.P.F.), επιστημονικός υπεύθυνος της σειράς Γραφές της Ψυχανάλυσης.
Περισσότερες πληροφορίες: τηλ.: 210 6438785.
- Την Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017, ώρα 21.00, ο Κώστας Νασίκας θα μιλήσει με θέμα: Πάουλ Τσέλαν: ανάμεσα στην πάλη για τη γλώσσα και την εξορία, στην ενότητα ομιλιών με τίτλο: ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ: Συνομιλίες.
Οι υπόλοιπες ομιλίες της ίδιας ενότητας γίνονται από άλλους ομιλητές κάθε φορά, κάθε τρίτη Τρίτη του μήνα, στον χώρο εκδηλώσεων των εκδόσεων Γαβριηλίδης, Αγ. Ειρήνης 17, Μετρό Μοναστηράκι. Η είσοδος είναι ελεύθερη στο κοινό.

 Περισσότερες πληροφορίες: Κ. Αθανασιάδου (τηλ.: 210 2280366) και Θ. Χατζόπουλος (τηλ.: 210 6438785)
--
Δημοσιεύτηκε: http://fractalart.gr/kostas-nasikas/
Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου