Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

25.5.17

Ήθελα να είμαι αγόρι

[...] Εγώ δεν ήμουν ένα κανονικό κορίτσι. Εμένα μου άρεσαν τα αγόρια, όχι ακόμα με την έννοια της έλξης, αλλά με την έννοια της ταύτισης: ήθελα να είμαι αγόρι. Αν ήμουν αγόρι, δεν θα είχα την υποχρέωση να πλύνω τα πιάτα ή να σιδερώσω τα σώβρακα. Ομηρικοί καβγάδες με τη γιαγιά μου, που έλεγε πως αν ο πατέρας μου ή ο αδερφός μου πλύνει τα πιάτα, εκείνη θα πέσει από το μπαλκόνι [...]

Η μητέρα μου δεν φορούσε ρούχα, αλλά στολές. Φούστες κάτω από το γόνατο, ίσιες και φαρδουλές, μαύρες ή γκρι ή καφέ. Όλες ίδιες. Τις μπλούζες δεν τις θυμάμαι. Όλες ίδιες ήταν μάλλον κι αυτές. Το δέρμα της ήταν πολύ άσπρο – φοβόταν το νερό επειδή όταν ήταν μικρή είχε κινδυνέψει να πνιγεί, κι έτσι δεν πήγαινε ποτέ για θαλασσινό μπάνιο. Θα την έλεγε κανείς χοντρή, αλλά με ένα ιδιότυπο πάχος, κυρίως στην κοιλιά και στο πάνω μέρος του σώματος (πλάτη, στήθος, μπράτσα). Το πρόσωπο ήταν μάλλον στεγνό και τα πόδια καλαμάκια.

Την έβλεπα καμιά φορά να ντύνεται΄ με άφηνε να τη βλέπω, δεν με έδιωχνε. Μισούσα αυτό το πλαδαρό και παχύ σώμα, αυτή την σαμπρέλα που είχε για κοιλιά, αυτά τα ποδαράκια του σπουργίτη. Μισούσα κάθε τι παράταιρο, ασύμμετρο.  Κάπως έτσι ήταν ο σωματότυπος και της γιαγιάς μου και της μιας θείας μου, αλλά στο πιο αδύνατο. Ίδρωνα στη σκέψη ότι θα μπορούσα κι εγώ να γίνω έτσι, αλλά όλοι έλεγαν πως στο σώμα μοιάζω του μπαμπά μου.

Μισούσα κι αυτές τις βυζάρες, κι ευχόμουν εμένα να μη γίνουν τόσο μεγάλα, ή να μη γίνουν καθόλου. Φανταζόμουν το βρεφικό μου κεφαλάκι στριμωγμένο και πνιγμένο κάτω από αυτό το πράγμα και μ’ έπιανε ασφυξία και αηδία. Κι αν η κοιλάρα της οφειλόταν στις τρεις γέννες που είχε κάνει; Κι αν οφειλόταν στην τρίτη γέννα, από την οποία γεννήθηκα εγώ; Εγώ δεν θα γεννούσα, δεν θα γεννούσα τρεις φορές, ή εμένα έτσι κι αλλιώς δεν θα γινόταν ποτέ έτσι η κοιλιά μου; Καλά σίγουρα δεν θα γεννούσα τρεις φορές: δεν θα έφερνα ποτέ ένα παιδί στο κόσμο για να μεγαλώνει μόνο του.

Τα μαλλιά της πάντα κοντά, σχεδόν σαν τους άντρες. Όταν γέννησε κι εμένα, κι ενώ ήταν μόλις 29 χρονών, άρχισε να έχει σοβαρή τριχόπτωση, ανδρικού τύπου, μαζί με διαταραχές του κύκλου κι αιμορραγίες. Έτσι τα μαλλιά της στο πάνω μέρος του κεφαλιού ήταν πολύ αραιά, σαν χνούδι. Για χρόνια έτρεχε από δερματολόγο σε δερματολόγο, και δοκίμαζε κάθε φάρμακο και μαντζούνι που κάποιος της πρότεινε. Έκλαιγε κάθε βράδυ για να ξυπνήσει το πρωί να μετρήσει τις πεσμένες τρίχες που είχε πάνω του το μαξιλάρι της.

Αρρώσταινε προκαταβολικά όταν ερχόταν κανένας γάμος ή βάφτιση, γιατί εκείνη θα ήταν «η καραφλή», η άσχημη. Δεν προσπαθούσε να διορθώσει την εμφάνισή της ως προς το πάχος ή ως προς την ένδυση, άλλωστε δεν είχαμε και λεφτά για ακριβά ρούχα. Δεν βαφόταν ποτέ: το πρώτο κραγιόν ή μολύβι το έφερα στο σπίτι εγώ, φοιτήτρια πια.

Το μόνο της στολίδι, τα μαλλιά της, το είχε χάσει, κι αυτό ήταν το μόνο σημαντικό. Κάποια στιγμή πολύ αργότερα αγόρασε μια πανάκριβη περούκα, αλλά δεν την έβαλε πάνω από δυο φορές, νομίζω μόνο στους γάμους μας. Για να μην είναι η καραφλή που θα ασχημαίνει τις φωτογραφίες από τις χαρές μας. Πολλές φορές με έχει ρωτήσει αν έχω ντραπεί για τους γονείς μου στον κύκλο των συμφοιτητών ή των συναδέλφων μου.

Τα παιχνίδια που προτιμούσα είχαν κινητικότητα και ανταγωνισμό. Έτρεχα πιο γρήγορα από όλους, αγόρια και κορίτσια. Στα μήλα έπιανα 100 και δεν έχανα ποτέ. Στο σχολείο έπαιζα ποδόσφαιρο με τα αγόρια, την ώρα που τα κορίτσια ίσιωναν τις ποδίτσες τους και πρόσεχαν να μην τις λερώσουν, ή τις κορδέλες τους σαν όμορφες κι ακίνητες κουκλίτσες.

Έτρεχα 36 γύρους του προαυλίου χωρίς καν να ανεβάσω παλμούς, κι ήμουν το μόνο κορίτσι που μπορούσε να κάνει 20 push ups. Στο σπίτι βλέπαμε με τους αδερφούς μου αγώνες ποδοσφαίρου, στήναμε γήπεδο βόλεϊ μεταξύ των κρεβατιών και σπάγαμε δυο τρείς σανίδες κάθε φορά, μαζεύαμε αυτοκόλλητα με τον Καρούλια και τον Βαμβακούλα, κάναμε αγώνες bras de fer.

Γρήγορα όλα τα κοριτσίστικα παιχνίδια άρχισαν να μου φαίνονται στατικά, βαρετά και υπερβολικά εύκολα. Δεν ήθελα να χτενίζω ξανθές χαζές κούκλες, δεν ήθελα να ταΐζω ηλίθια μωρά που κατουράνε από το πιπί τους αυτό που τους δίνεις στο στόμα, δεν ήθελα να μένω ατσαλάκωτη και διακοσμητική.

Εγώ δεν ήμουν ένα κανονικό κορίτσι. Εμένα μου άρεσαν τα αγόρια, όχι ακόμα με την έννοια της έλξης, αλλά με την έννοια της ταύτισης: ήθελα να είμαι αγόρι. Αν ήμουν αγόρι, δεν θα είχα την υποχρέωση να πλύνω τα πιάτα ή να σιδερώσω τα σώβρακα. Ομηρικοί καβγάδες με τη γιαγιά μου, που έλεγε πως αν ο πατέρας μου ή ο αδερφός μου πλύνει τα πιάτα, εκείνη θα πέσει από το μπαλκόνι.

Τη ρωτούσα: αφού τα ίδια πράγματα κάνουμε με τα αγόρια, πάμε σχολείο και αγγλικά, και μάλιστα εγώ τα κάνω επιτυχέστερα από αυτούς, γιατί εγώ πρέπει να σηκώσω το τραπέζι ενώ αυτοί όχι; Γιατί εγώ πρέπει να βοηθήσω τη μανούλα στο ξεσκόνισμα ενώ αυτοί όχι; Γιατί είσαι γυναίκα, γιατί έτσι τα βρήκαμε αυτά τα πράγματα, γιατί οι άντρες είναι φτιαγμένοι για άλλες δουλειές, πιο βαριές, πιο κοινωνικές, κι έχουν την ευθύνη για την οικονομική μας επιβίωση.

Η μητέρα μου από την άλλη, άλλα έλεγε κι άλλα έκανε: ενώ με προέτρεπε να σπουδάσω και να κερδίζω χρήματα και να μη εξαρτώμαι από κανέναν, η ίδια έμενε συμβιβασμένη και θυμωμένη. Ποτέ δεν αντιμίλησε στη μάνα της, ποτέ δεν τοποθετήθηκε υπέρ μου σ’ εκείνους τους καβγάδες. Περίμενε από εμένα να ανατρέψω ότι δεν είχαν ανατρέψει γενεές δεκατέσσερις.

Όταν της ζητούσα να βάλω κι εγώ παντελόνι όπως τα αγόρια, μου έλεγε πως θα μαλώσει ο μπαμπάς, κι όταν της απαντούσα πως ποτέ δεν έχει μαλώσει ο μπαμπάς και δεν πιστεύω ότι θα μαλώσει ούτε τώρα, καταλάβαινα πως αυτόν που φοβόταν ήταν ο δικός της μπαμπάς και κυρίως μην τυχόν η ίδια κατηγορηθεί πως δεν κάνει τα καθωσπρέπει. Έτσι λοιπόν κι εγώ χρεώθηκα και τα δυο: και την αδυσώπητη προσπάθεια να κάνω την ανατροπή που περίμενε εκείνη από εμένα, και την βαθιά αίσθηση ανημπόριας, εξάρτησης και ντροπής που ήταν συνυφασμένη με το να είσαι γυναίκα.

Ε λοιπόν όχι: δεν θα γινόμουν ένα με το νεροχύτη και την κατσαρόλα, θα μορφωνόμουν και θα εργαζόμουν και θα ταξίδευα και δεν θα είχα ανάγκη κανέναν σωτήρα.

Τα γυναικεία ρούχα ήδη από την παιδική ηλικία με δυσκόλευαν, δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει το πόδι μου να στριμώχνεται σ’ αυτό το σκληρό και στενό γοβάκι, γιατί πρέπει να φοράω καλσόν και να κρυώνω, γιατί το παντελόνι εθεωρείτο ανδρικό ένδυμα, και κυρίως γιατί εθεωρείτο άσεμνο. Πολύ πιο άσεμνο μου φαινόταν το φουστάνι.

Οι άντρες είχαν κρατήσει για τους εαυτούς τους τα άνετα και τα λογικά και μας είχαν αναγκάσει να ντυνόμαστε και κυρίως να φερόμαστε σαν σκεύη της ηδονής τους. Μα κι αυτοί, πώς είχαν σχηματίσει μια τόσο φτηνή και ρηχή εικόνα για τη γυναίκα; Τα μόνα ρούχα που με γοήτευαν ήταν τα αθλητικά, μόνο μέσα σε αυτά ένιωθα ο εαυτός μου.

Η μητέρα μου έκανε τελικά την «επανάσταση» κι έβαλα παντελόνια. Μια μέρα στην 5η Δημοτικού, είχα βάλει κρυφά ένα άσπρο σορτσάκι κάτω από την ποδιά, γιατί είχαμε αγώνες ταχύτητας. Καθώς καθόμουν στα σκαλιά και περίμενα τη σειρά μου, πέρασε ο δάσκαλός μου κι ένιωσα πως με κοίταξε περίεργα. Ταυτόχρονα άρχισα να νιώθω κομάρες και πόνους, πήγα στην τουαλέτα -ίσως για πρώτη φορά στα πέντε χρόνια που πήγαινα σχολείο- κι είδα αίμα. Ντρεπόμουν αφόρητα, που εκείνος το είχε δει. Στους αγώνες πάτωσα, δεν ήξερα τι ήταν αυτό που μου συμβαίνει, ήλπιζα μόνο να μην ξανασυμβεί.

Εν τω μεταξύ το στήθος μου μεγάλωνε, κι εγώ σκεφτόμουν διάφορες πατέντες για να το κρύψω. Η καλύτερη που βρήκα ήταν να ενώσω δυο κορδόνια από παπούτσια, και να τα δέσω σφιχτά γύρω από το στήθος μου ώστε να το πατικώσω. Αν έγερνα και λίγο τους ώμους προς τα εμπρός, δε φαινόταν σχεδόν καθόλου καθώς κοιταζόμουν στον καθρέφτη. Αλλά θα έπρεπε να προσέχω να μη χοροπηδάω, γιατί ήταν εύκολο να βγει το κορδόνι και να αποκαλυφτώ, σαν την Σταχτοπούτα τα μεσάνυχτα.

Ένα πρωί βγήκα τρέχοντας από το σπίτι – σχεδόν πάντα πήγαινα παντού τρέχοντας – και δυο νεαροί που πήγα να πέσω πάνω τους μου φώναξαν «τι τρέχεις ρε φίλε;». Είχα πρόσφατα κόψει τα μαλλιά μου κοντά, τα είχα καταφέρει να μοιάζω σαν αγόρι. Έτσι δεν θα με καταδίωκαν οι σκάφες και τα σώβρακα, δεν θα χρειαζόταν ούτε να μοιάσω ούτε να υπερβώ εκείνες τις στρατιές από γυναίκες με γκρίζα ρούχα και μαντήλες που ήταν οι προγονές μου. Μπορούσα να είμαι ελεύθερη.-
Α.Κ.
---
*Κείμενο της Α. Κ. γραμμένο στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής.
Διαβάστε επίσης:
Φωτογραφία από την ταινία Αγοροκόριτσο (Tomboy). 




Εγώ έφερα τη δικτατορία





Θα σας πω ένα μεγάλο μυστικό: Εγώ έφερα τη δικτατορία στην Ελλάδα. Ήταν αναπόφευκτο. Όποιος κάνει κακό σε μικρό παιδί, πρέπει να πληρώσει. Αυτό είναι το δίκαιο.
Είναι βράδυ, σκοτεινά. Όλοι κοιμόνται εκτός από τις τσιγγάνες που έχουν έρθει και χορεύουν στο σαλόνι μας που είναι και το υπνοδωμάτιο το δικό μου της Βαγγελιώ και της θείας Γιάσμης, της Γιάμη μου, που κοιμάται με μένα. Αλλά σήμερα δεν είναι εδώ μαζί μου.
Εγώ φοβάμαι. Μένω ακίνητη, αφουγκράζομαι βγάζοντας λίγο το κεφάλι μου από την κουβέρτα. Τι λέει η μαμά σουτ και σουτ. Καλέ δεν βλέπει; Τι σκιές; Είναι οι τσιγγάνες, κάτι ωραίες γελαστές θαρρετές, παιχνιδιάρες με πλεγμένα στις κοτσίδες τους κουρελάκια.
Τις βλέπω. Κλείνω τα μάτια να φύγουν. Τα ανοίγω και πάλι είναι εκεί. Παίρνω το θάρρος μου. Τρέχω με όση δύναμη έχω και πέφτω με όλη μου τη φόρα στο μπαμπά. Δεν κατάλαβα τι ακολούθησε!
Με έβγαλε έξω στο δρόμο, ξυπόλητη με το πυτζαμάκι μου μόνο, και μου έδωσε ένα διπλό χαστούκι. «Θα μείνεις στο δρόμο, αν δεν μπορείς να κοιμηθείς εσύ, εμείς θέλουμε να κοιμηθούμε. Σταμάτα τα ψέματα και τα κλάματα. Κατάλαβες;» 
Και έφυγε….
Τα φανάρια αναβοσβήνουν κόκκινο, πράσινο, πορτοκαλί. Ο δρόμος μισοφωτισμένος, ο δρόμος ο άδειος… Άδεια.
Η μαμά βγήκε από την πίσω πόρτα και με πήρε από το χέρι. Με πήγε στην τουαλέτα. Με έβαλε κοντά στον νιπτήρα και με το χέρι της μου έριχνε νερό να πλύνει το πρόσωπό μου και τη μύτη μου. Εγώ δεν ξέρω πού βρισκόμουνα. «Είδες τι έπαθες; Τι κλαις όλο το βράδυ σήμερα; Έλα σταμάτα, πια». Και με έσπρωξε να μπω στο δωμάτιο της, εγώ αντιστάθηκα εκεί κοιμόταν ο μπαμπάς. Εκείνη με πήρε αγκαλιά.
Σκοτάδι δεν θυμάμαι τίποτα. Θεάρεστη λήθη. Σίγουρα κοιμήθηκα.
Ένα βράδυ, η αστυνομία ήρθε και πήρε τον μπαμπά μου από το σπίτι μας.
Αυτό συνέβη  γιατί ο μπαμπάς είχε κάνει αυτό το κακό σε μένα. Γι αυτό τον συνέλαβαν!
Σε κανένα άλλον ο μπαμπάς δεν είχε κάνει κακό. Είναι  πολύ καλός άνθρωπος. 

*Το κείμενο είναι γραμμένο στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής, και παρουσιάστηκε μαζί με άλλα, την Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016, στην Πύλη 82, στην Βιωματική θεατρική παράσταση «Αφήγηση Ζωής», σε διδασκαλία – επιμέλεια του Βασίλη Ανδρέου και της Μαρίας Αιγινίτου(που είχε την ιδέα της παράστασης) με την ομάδα τους:

21.4.17

«Ταξίδι στη Λέρο», της Αγγελικής Κυβέλου




Ήταν πολύ ωραίο το ταξίδι! Το καράβι ήταν γεμάτο. Εμείς μιλάγαμε σε όλους και μας μίλαγαν όλοι. Οι καμαρώτοι, που η κόρη της Αλίκης τούς φώναζε καμαρωτούς και εμείς γελούσαμε, ήταν πολύ καλοί μαζί μας. Οι γυναίκες λέγανε αστεία, ήταν ζωντανές, ωραίες και θαρρετές, τέτοιες δεν συναντάς κάθε μέρα. 
Εμείς κάναμε πιο πολύ παρέα με την Αλίκη και την κόρη της, την Νίνα και την κόρη της την Κανέλλη που  ήταν μικρότερη και στα παιχνίδια μας δάγκωνε. Αυτές οι δυο μικρές δεν ξέρανε τον μπαμπά τους, γεννήθηκαν ενώ είχε φύγει. Και βέβαια τα αγόρια τον Βασίλη και τον Γρηγόρη, ο ένας μεγαλύτερος ένα χρόνο από τη Βαγγελίτσα μας και ο άλλος σαν εκείνη, αλλά φαινόταν σαν να πήγαιναν αυτοί γυμνάσιο και εμείς νηπιαγωγείο. Όποτε συναντιόμαστε, έλεγαν «από τα κόκκαλα βγαλμένες» και η Νίνα τους έλεγε «Έλα, βλακείες τώρα».  Το πλοίο γεμάτο από συγγενείς,  γυναίκες και παιδιά εξορίστων.
(Ο μπαμπάς μάς έλεγε ότι ήταν στην ζούγκλα και διηγιόταν περιπέτειες με το κροκόδειλο που νίκησε, και τον φίλο του τον Φώτη το καγκουρό. Κάποια χρόνια αργότερα μάς τον σύστησε: «από εδώ ο φίλος μου ο Φώτης το καγκουρώ», εκείνος έλεγε «Ρε Λούη…» και του κοβόταν η ανάσα από τα γέλια. Ο Φώτης πουλούσε βιβλία σε σπίτια, όπως και τόσοι άλλοι αριστεροί.)
Ήταν πάντως διασκεδαστικό το ταξίδι με το καράβι. Έβλεπα τα δελφίνια και τους γλάρους. Τότε πίστευα ότι σε όλη μου τη ζωή θα μπορώ όποτε επιθυμήσω να δω ένα δελφίνι, να πάω κοντά στη θάλασσα και σίγουρα θα είναι εκεί, γιατί αυτά τα δελφίνια ξετρελαίνονται να μας ακολουθούν καθώς ταξιδεύαμε.  
Φτάσαμε, πήγαμε στο ξενοδοχείο αλλά την άλλη μέρα όλα ήταν αλλιώτικα. Στο λιμάνι ήταν μαζεμένος πολύ κόσμος. Δυο φορτηγά ανοικτά και η αστυνομία παντού. Δεν το είχα ξαναδεί αυτό. Κάθε φορά πηγαίναμε με ταξί ή λεωφορείο. Σήμερα είχε φορτηγά με ανοικτές καρότσες και η αστυνομία εκεί, να κοιτά τα χαρτιά. Κόσμος έσπρωχνε. Φτάσαμε επιτέλους στο φορτηγό με τα χαρτιά μας και μας είπαν, δεν μπαίνετε.
Ο θείος Γιώργος, ο μικρότερος αδελφός του μπαμπά, είχε έρθει μαζί μας. Η μαμά του είπε κράτα τα κορίτσια και θα έρθω να σας βρω. Μάς πήγε στο ζαχαροπλαστείο που ήταν στο λιμάνι και όλο μας ρωτούσε τι θέλετε και μας πήρε από όλα, λεμονάδες και πάστες. Εγώ δεν άγγιξα τίποτα. Έχασα από τα μάτια μου τη μαμά μου, δεν ήξερα τι έγινε, τα φορτηγά γεμάτα συγγενείς, γυναίκες και παιδιά έφευγαν.
Μείναμε μόνοι μας στο λιμάνι, στο ζαχαροπλαστείο, μια μέρα τόσο ωραία και λαμπερή. Εγώ έκανα ότι κοιτούσα κάτι κάτω από την καρέκλα μου. Τα δάκρυα μου έτρεχαν. Από μακριά ακουγόταν χαχανητά, ρώτησα ποιοί γελάνε; «Είναι από το τρελοκομείο» μου είπαν.
Είχα κλάψει τόσο σιγά και τόσο πολύ που το κεφάλι μου βάρυνε. Ένοιωθα χαμένη. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η μαμά μου, φουριόζα, «ελάτε» είπε και μας πήρε προς το τελωνείο. Μας άφησε στο μπαλκόνι  να περιμένουμε. Χάζευα, το μέρος είχε τόσες χελιδονοφωλιές και από την τρύπα έβλεπες ουρές μικρών χελιδονιών να ξεπροβάλλουν που σκέφτηκα ότι η μαμά κατάλαβε πόσο είχα κλάψει και μας έφερε εδώ να μου περάσει. Ένα σπίτι με τόσα χελιδόνια θα είναι καλοί άνθρωποι εδώ.
Ξάφνου ξεχωρίζω από όλες τις φωνές τη φωνή της μαμάς μου. Η μαμά μου δουλεύει όλη μέρα και ήξερε τον καθένα να τον βάζει στη θέση του. Βγαίνει έξω μας παίρνει από το χέρι χωρίς να μας ρίξει ούτε μια ματιά και μας βάζει σε ένα γραφείο όπου ήταν ένα διοικητής.
«Δείξτε ανθρωπιά, μην με αφήνετε εμένα, αφήστε τις κόρες του να τον δουν» και τότε έσφιξε το μαντίλι  που κρατούσε στο χέρι της,  το έβαλε κάτω από τα γυαλιά της και σκούπισε δάκρυα. Η μαμά μου που δεν κλαίει ποτέ. Έκλαιγε. Αυτός την έκανε να κλαίει. Τότε λυπήθηκα τα χελιδόνια. Αυτά πιο πολύ από όλα και όλους μας, γιατί δεν καταλάβαιναν τα χαζά και έκαναν τη φωλιά τους σε τόσο κακούς ανθρώπους.  
Δεν ξέρω τι έγινε ούτε με ποια σειρά. Πάντως η μαμά μου, που δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ και ξέρει να βάζει στη θέση του τον καθένα, καθόταν στο ταξί μαζί μας το οποίο πήγαινε φουλαριστό για το στρατόπεδο. Κάτι την ρώτησε ο ταξιτζής και εκείνη είπε όλα είναι εντάξει θα μας περιμένετε απ΄ έξω.  Όταν πλησιάζαμε η μαμά είπε «Κορίτσια χαιρετάτε».Τ ην κοίταξα, τα μάτια της ήταν καθαρά χωρίς δάκρυα, χωρίς φόβο. Ανοίξαμε τα παράθυρα και χαιρετάγαμε. Οι όψεις τρομακτικές, άνθρωποι με ξυρισμένα κεφάλια, χωρίς δόντια, κάποιοι με σκισμένα ρούχα, κρεμασμένοι από τα κάγκελα χαιρετάγανε και γελάγανε… Το ταξί κυλούσε δίπλα από το συρματόπλεγμα. Εμείς χαιρετούσαμε τα πρόσωπα άλλαξαν, χειροκροτούσαν, και κάποιοι μαζεμένοι στα συρματοπλέγματα τραγουδούσαν: 
"Όταν σφίγγουν το χέρι όταν σφίγγουν το χέρι ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο, όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι βγαίνει μέσα από τα άγρια γένια τους…"  
Επιτέλους φτάσαμε στην Πύλη. Διαφορετικά αυτή τη φορά, όλοι είχαν έρθει με το φορτηγό, εμείς τελευταίες, τιμωρημένες. Ανεβήκαμε κάτι σκάλες και σε ένα χωλ με μωσαϊκό, ένας αστυφύλακας έφερε τον μπαμπά. Είχε κάτι πάγκους ξύλινους. Κάθισα στην αγκαλιά του μπαμπά, έγειρα και κόλλησα το αφτί μου στην καρδιά του και άκουγα την φωνή του μέσα από το σώμα του. Ο αστυφύλακας είπε «Να μιλάτε πιο δυνατά». «Ας έρθει πιο κοντά αυτός άμα δεν ακούει» είπα. Δεν νομίζω ότι με άκουσε κανένας.
Δεν έχω καμιά αίσθηση αν μου έφτανε η ώρα που έβλεπα τον μπαμπά μου. Ποιος νοιαζόταν;
Πάλι στο ταξί για την επιστροφή. Ανοίξαμε το απέναντι παράθυρο και χαιρετούσαμε. Η μαμά ήξερε και κάποιους με τα ονόματά τους, και εκείνοι το ίδιο, και φυσικά στη συνέχεια οι άλλοι που περίμεναν να τους χαιρετήσουμ΄ βλέπεις το στρατόπεδο στο Λακί είναι δίπλα στο τρελοκομείο. 
12/11/15
Αγγελική Κυβέλου 
---
*Το κείμενο είναι γραμμένο στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής, και παρουσιάστηκε μαζί με άλλα, την Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016, στην Πύλη 82, στην Βιωματική θεατρική παράσταση «Αφήγηση Ζωής», σε διδασκαλία – επιμέλεια του Βασίλη Ανδρέου και της Μαρίας Αιγινίτου(που είχε την ιδέα της παράστασης) με την ομάδα τους:


Για την εικονογράφηση:



"Η μνήμη αυτής της μέρας βαραίνει ολους μας.Νησιά του Αιγαίου,της θάλασσας και του πολιτισμού,έγιναν τόποι μαρτυρίου για πολλούς πατριώτες.Μέχρι σήμερα ηχεί στα αυτιά μου....
-Μπάρμπα υπέγραψε(δήλωση μετανοίας).
-Όχι.
-Αν δε ξέρεις γράμματα,να υπογράψω εγω για σένα.
-Γράμματα ξέρω,αλλά,δεν τα έχω για πέταμα.
Εκεί στην Αγία Κιουρά οι εξόριστοι της Λέρου ζωγράφισαν τις μοναδικές στο είδος τους αγιογραφίες των αγίων χωρίς φωτοστέφανο, με το Χριστό να είναι ο νεότερος εξόριστος και κάθε ζωγραφιά ήταν ένας συμβολισμός του αδύναμου που τρόμαζε τον δυνατό."
Panagiota Ntanta

 

12.4.17

Καλοκαιρινά λογοτεχνικά εργαστήρια στη Βολισσό

Στη Βολισσό φέτος θα διοργανωθούν καλοκαιρινά εργαστήρια λογοτεχνίας από τον Γιάννη Μακριδάκη.

Θα διεξαχθούν κατά τις εξής περιόδους:

Από 18 έως 22 Ιουνίου και από 23 έως 27 Ιουνίου,
Από 18 έως 22 Ιουλίου και από 23 έως 27 Ιουλίου,
Από 18 έως 22 Αυγούστου και από 23 έως 27 Αυγούστου

Το πρόγραμμα θα περιέχει καθημερινό δίωρο εργαστήρι λογοτεχνίας, ασκήσεις λογοτεχνικής γραφής, ομαδικές αναγνώσεις και σχολιασμό των κειμένων, καθώς και παράλληλες προαιρετικές δράσεις γύρω από τη φυσική ζωή και καλλιέργεια, τους φυσικούς πόρους και την αρμονική συνύπαρξη των πλασμάτων στο οικοσύστημα.

Συμβολική τιμή συμμετοχής στο εργαστήρι: 50 ευρώ το άτομο για κάθε περίοδο

Οι συμμετέχοντες θα μπορούν να παρακολουθήσουν την πρώτη περίοδο κάθε μήνα ή και τις δύο.
Θα μένουν σε επιλεγμένα δωμάτια και σπιτάκια στο χωριό και στις γύρω παραλίες, οι τιμές των οποίων θα διαμορφωθούν ειδικά για τους συμμετέχοντες στα εργαστήρια. Κάθε εργαστήρι θα δέχεται το πολύ 15 συμμετοχές, οπότε θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.

Για πληροφορίες – δηλώσεις συμμετοχής :
akridaki@gmail.com και 6977000744
--

Πηγή: http://yiannismakridakis.gr/?p=9595

9.4.17

Έγραψαν στο σεμινάριο "Αφήγηση Ζωής"



Για το κλείσιμο ενός κύκλου σεμιναρίου Αφήγησης Ζωής https://afigisizois.wordpress.com/about/ γράφουν οι συμμετέχοντες:
**********
«Αυτή τη φάση της ζωής μου, όταν θα τη σκέφτομαι μετά από χρόνια, θα λέω "πριν και μετά την αφήγηση ζωής".
Συνταρακτικό σεμινάριο.
Πήγαμε παντού στο παρελθόν, γράψαμε ένα νέο παρόν, είμαστε πιο κοντά στο μέλλον. [...] Μαγική αίσθηση - απελευθέρωση κι επαναπροσδιορισμός. [...]» Α.Κ.
***
«Κρυσταλία, σ' ευχαριστώ πολύ γι' αυτό το ταξίδι, βουτιά στο μέσα μας, στην παιδική ηλικία, τη μόνη μας πατρίδα, αλλά και τον πολύτιμο θησαυρό που βρίσκουμε εκεί για να συνεχίσουμε τη ζωή μας και την προσωπική μας ανάπτυξη.
Το σεμινάριο μού πρόσφερε πολλές γνώσεις και πληροφορίες για τον συγγραφικό μου εαυτό΄ ήταν όμως και ένα μοίρασμα εμπειριών και συναισθημάτων συγκίνησης. [...] » Γ.Γ.
***
«[...] Το άγγιγμα ψυχής, οι μυστικοί δίαυλοι της επικοινωνίας, η προσφορά φιλίας, η γενναιοδωρία της γνώσης. Σας ευγνωμονώ και σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Ιδιαίτερα εσένα Κρυσταλλία, που πάνω στις φτερούγες σου μάς βοήθησες να κάνουμε αυτή την υπέροχη πτήση.» Α.Σ.
***
«[...] νιώθω πως επιτέλους έμαθα καινούρια πράγματα και επανανοηματοδοτώ τον εαυτό μου!» Α.Κ.
****************
Ο νέος κύκλος ξεκινά με το εισαγωγικό σεμινάριο Αφήγηση Ζωής, με ελεύθερη είσοδο, στις 29/4/17, 6μμ., και για όσους λείπουν αυτό το τριήμερο της Πρωτομαγιάς, θα επαναληφθεί στις 6/5/17. Περισσότερες πληροφορίες, δηλώσεις συμμετοχής, επικοινωνία: https://afigisizois.wordpress.com/about/


Κάποια από τα κείμενα που γράφτηκαν στο σεμινάριο "Αφήγηση Ζωής":

6.4.17

Αλλάζοντας κρεβάτια






Πέντε άτομα σε 69 τετραγωνικά σπίτι, είναι κάπως πολλά. Μπαίνοντας στο χωλ, μια βιβλιοθήκη, η τραπεζαρία κι ένας καθρέφτης. Ύστερα το σαλόνι, με την κρυστάλλινη συρόμενη πόρτα του συνήθως κλειστή, για να μη γεμίζει σκόνη και για να μην κάνουμε ζημιές. Δυο κρεβατοκάμαρες, οι γονείς μου στη μια και τα αγόρια στην άλλη. Και μια κουζίνα, με το τραπέζι καθημερινής χρήσης κι ένα ραδιόφωνο μόνιμα ανοιχτό. Η μαμά το άνοιγε. Εμένα δε μου άρεσε να ακούω συνεχώς ένα θόρυβο.
Μέχρι τα 7-8 μου χρόνια κοιμόμουν κι εγώ στο ίδιο δωμάτιο με τους αδερφούς μου: σε ένα σπαστό κρεβατάκι που το άνοιγα στα πόδια των δικών τους σταθερών κρεβατιών κι όταν ερχόταν κόσμος το έκλεινα. Ύστερα οι γονείς μου αποφάσισαν πως ‘τώρα που μεγαλώσαμε’ δεν μπορούμε να είμαστε στο ίδιο δωμάτιο, και με εξόρισαν στο σαλόνι. Δεν μας εξήγησαν γιατί έπρεπε να χωριστούμε ‘τώρα που μεγαλώσαμε’. Υποψιάστηκα ότι υπαινίσσονται κάτι πονηρό, και ντράπηκα και μόνο που το σκέφτηκαν. Ίσως και να ντράπηκα που άρχιζα να μοιάζω με γυναίκα… Άλλαξα και κρεβάτι: είχα τώρα μόνο το στρώμα από μια πολυθρόνα που γινόταν κρεβάτι, το έστρωνα πάνω στο χαλί και κοιμόμουν, και το πρωί το μάζευα στον τοίχο. Η μαμά το σκέφτηκε αυτό, γιατί ολόκληρη η πολυθρόνα θα έπιανε πολύ χώρο και θα χάλαγε την κατά τα άλλα άψογη αισθητική του σαλονιού… Δεν ήξερα αν εγώ είμαι η πτυσσόμενη επειδή είμαι η μικρότερη ή επειδή είμαι το μοναδικό κορίτσι. Αν ήμασταν δυο κορίτσια κι ένα αγόρι, μπορεί να διώχναμε αυτό από το δωμάτιο όταν θα έφτανε 7 ή 8;
Το σαλόνι είχε τα καλά του. Μπορούσα να έχω την ησυχία μου, να μη με βλέπει κάποιος συνέχεια. Και δεν χρειαζόταν να ακούω τα αδέρφια μου να συζητάνε για θέματα που δεν με ενδιέφεραν, ή να τσακώνονται για το ποιος είναι πιο έξυπνος ή πιο δυνατός. Μπορούσα να γεμίσω τον κενό χώρο απλώνοντας τον εαυτό μου και πλάθοντας όνειρα για το μέλλον… Ονειρευόμουν πως όταν μεγαλώσω θα είμαι ασφαλής με κάποιον που μ’ αγαπάει. Ήταν σαν να υπάρχουν δυο πραγματικότητες: αυτή που ξέρουν οι άλλοι κι αυτή που χτίζω μόνη μου εγώ. Ήταν σαν να υπάρχουν δύο εγώ: αυτή που κάνει ότι ζητούν για να την αφήνουν ήσυχη να είναι αυτή που δεν ξέρουν…
Μια φορά, πήρα μια κιμωλία κι έκανα ζωγραφιές στο ξύλινο πίσω μέρος του στρώματος. Είχα φοβηθεί μήπως η μαμά με μαλώσει, αλλά ένιωθα την ανάγκη να ομορφύνω κάπως αυτό το ριγέ γκριζο-άσπρο ποσοστό κρεβατιού, με την τραχιά ταπετσαρία. Έστω κι αν την κρυμμένη αυτή ομορφιά θα την ήξερα και θα την έβλεπα μόνο εγώ. Δεν με μάλωσε, ίσως και να μην το παρατήρησε ποτέ.
Το χειμώνα ερχόταν στο σπίτι μας και ο παππούς, ο πατέρας του πατέρα μου. Έμενε μαζί μας ώσπου ν’ ανοίξει ο καιρός, ίσως μέχρι την 25η Μαρτίου. Ερχόταν να «ξεχειμωνιάσει», επειδή το σπίτι του στο χωριό έμπαζε κρύο αέρα. Όταν όμως ερχόταν το καλοκαίρι και θέλαμε εμείς να «ξεκαλοκαιριάσουμε», έκανε πως δεν μας ήξερε… Αδιάφορος άνθρωπος, παρτάκιας. Αλλά εμείς οφείλαμε να τον υποστούμε: κυρίως εγώ, που έπρεπε και πάλι να αφήσω το υποτιθέμενο κρεβάτι μου για να του παραχωρήσω το σαλόνι, και να κοιμάμαι ακριβώς πίσω από την εξώπορτα, σ’ ένα ανοιγόμενο έπιπλο. Υπέφερα εκεί: με ξυπνούσε οποιοδήποτε ξύπναγε για να πιεί νερό ή να πάει τουαλέτα, οποιοδήποτε έβγαινε πρώτος το πρωί. Κι είχε κι ένα σίδερο κάτω ακριβώς από τη μέση μου που με σακάτευε.
Δε θυμάμαι ούτε μία μέρα ως παιδί να κοιμήθηκα ως τις 10. Πεταγόμουν από το ξημέρωμα και πονούσε η μέση μου…
Όταν γυρνούσα από το σχολείο, περίμενα να φάμε και να τα μαζέψουμε για να αδειάσει το τραπέζι της κουζίνας και να καθίσω εκεί για διάβασμα. Όταν οι γονείς μου ξυπνούσαν από το μεσημεριανό τους ύπνο, εγώ και τα βιβλία μου μεταφερόμασταν στο δωμάτιο των γονιών, και διάβαζα πάνω στην τουαλέτα της μαμάς. Τα βιβλία που δεν χρησιμοποιούσα εκείνη τη μέρα συνήθως ήταν στοιβαγμένα πάνω στο ψυγείο. Αργότερα στο λύκειο, διάβαζα και στο σαλόνι, σ’ ένα μικρό στρογγυλό τραπεζάκι με τρία πόδια, που ίσα ίσα χωρούσε ένα ανοιχτό βιβλίο.
Ήμουν πάντα, σε όλες τις τάξεις (δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου, πανεπιστημίου, ξένων γλωσσών) η καλύτερη μαθήτρια. Επιβεβαίωνα μια φράση που είχε πει η δασκάλα μου της Α’ Δημοτικού στη μαμά μου: «τον καλό μαθητή, ακόμα κι αν τον βάλεις να κάτσει πάνω στη μύτη ενός μολυβιού, αυτός πάλι θα είναι ο καλύτερος». Γι’ αυτό μάλλον η Κυρία Τζούλια με είχε στο τελευταίο θρανίο…
Όταν ήμουν 19 νοικιάσαμε επιτέλους τη διπλανή γκαρσονιέρα. Τα αγόρια μεταφέρθηκαν εκεί κι εγώ στο δωμάτιό τους. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα κρεβάτι που δεν ανοιγόκλεινε, γραφείο για να διαβάζω, και κάποια ιδιωτικότητα. Αν και το χάρηκα αρκετά, ποτέ δεν κατάφερα να νιώσω πως ‘εδώ είναι το σπίτι’.
Παντρεύτηκα στα 25 και μετακόμισα σ’ ένα σπίτι διπλάσιο. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να του βρω ένα σταθερό κρεβάτι, και να μην τον ξανακουνήσω για κανένα λόγο. Και όντως, για παραπάνω από 15 χρόνια, δεν έφυγα ποτέ από το κρεβάτι μου για να κοιμηθεί κάποιος άλλος.
Για την κόρη μου είχα κρατήσει το πιο φωτεινό δωμάτιο του σπιτιού. Το βάψαμε ροζ με φιστικί κι αρχίσαμε μια συλλογή με λούτρινα αρκουδάκια από όταν ήταν μωρό. Όταν πήγαινα κάποιο ταξίδι της έφερνα κι από ένα – σήμερα πρέπει να έχουμε πάνω από 70 ζώα. Έχουν μάλιστα όλα όνομα και χαρακτήρα, μιλούν μεταξύ τους και μαζί μας και συχνά εκφράζουν όσα εμείς δυσκολευόμαστε… Όταν η μικρή λείπει στο χωριό το καλοκαίρι, πηγαίνω και κοιμάμαι στο δωμάτιό της: κάτι τα χρώματα, κάτι τα ζώα, κάτι τα αστεράκια στο ταβάνι και κυρίως η λάμψη της ψυχής της, ξυπνάω άλλος άνθρωπος...
Αθανασία Κ. 

---
Κείμενο γραμμένο στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση ζωής. 29/4/17 νέο εισαγωγικό 3ωρο βιωματικό μάθημα με ελεύθερη είσοδο στο Εργαστήριο Σκέψης. Περισσότερα εδώ.

Διαβάστε επίσης:

 (φωτο: "Flying Bed" by Artem Rhads Cheboha)

Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου