Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

6.6.12

Ελλάς _ Γαλλία απελπισία... Του Λάζαρου Μαυροματίδη

11:06, 06 Ιουν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη  tvxs.gr/node/96565
Μάης του 2012. Όνειρο διαρκείας. Δεν έχω το πρόσωπό μου αλλά είμαι εγώ. Ανάμεσα σε αρχαία μάρμαρα, συντρίμμια μιας εποχής που δεν θα ξαναέρθει, κάθομαι και καμαρώνω. Καμαρώνω γιατί απλώς είχα την τύχη να γεννηθώ σε αυτό τον τόπο.
Τον βαφτίζω τόπο μου χωρίς να τον ρωτήσω αν αυτός με θέλει και αποφασίζω ότι κανένας άλλος δεν έχει το δικαίωμα να τον χρησιμοποιήσει. Έπειτα μοιράζω τους ανθρώπους σε ομάδες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά, τη σεξουαλικότητα, τη διαφορετικότητά τους ή την κακιά τους μοίρα που τους κληρονομεί την αδικία ως υπόσταση της αυθυπαρξίας τους.
Μαζεύω όσους μου μοιάζουν και κατηγορώ τους υπόλοιπους για όλα μου τα προβλήματα. Τους στήνω στον τοίχο, τους εκτελώ, τους ξαναγεννάω μόνο και μόνο για να τους εκτελέσω ξανά και ξανά εκτονώνοντας την οργή μου ή απλά και μόνο για να περάσω ευχάριστα την ώρα μου. Κι όλα αυτά γιατί δεν μπορώ να αντέξω τον εαυτό μου. Νιώθω περήφανος με το ζόρι, για πολιτισμούς άλλων, ενώ ξεχνάω ότι αυτοί οι πολιτισμοί δεν θα ήταν περήφανοι για μένα.
Δε με νοιάζει, έχω το αποκλειστικό προνόμιο να αποφασίζω. Λέω ότι είναι θέμα γονιδίων. Λέω ότι είναι θέμα ανωτερότητας. Λέω, λέω, λέω...Κλείνομαι στο παραμύθι μου και καταναλώνω οξυγόνο μόνο και μόνο για να μισώ όλους όσους δεν μου μοιάζουν. Όλους όσους δεν συμφωνούν μαζί μου. Απομονώνομαι. Πεθαίνω. Πεθαίνω σαν χώρα... Πεθαίνω σαν άτομο...
Εφιάλτης. Ξυπνάω. Θυμάμαι εμένα πια.
Γεννιέμαι το Φεβρουάριο του 1984 στην Αθήνα ένα πρωί. Βρέχει. Τα χρόνια περνάνε ήσυχα. Γράφομαι στην αρχιτεκτονική σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου μετά από πανελλαδικές εξετάσεις τον Οκτώβριο του 2001. Τον Οκτώβριο του 2005 βρίσκομαι στο Παρίσι στην Ecole d' Architecture Paris Val de Seine. Κάποιοι το λένε ανταλλαγή φοιτητών, εγώ αντικατάσταση σπουδών.
Αφήνομαι στην πόλη. Την αφήνω να με οδηγήσει αυτή εκεί που θέλει. Με ξεβράζει σε μια  εγκαταλελειμμένη σιδηροδρομική γραμμή πάνω από ένα κανάλι στις κακόφημες γειτονιές του Βόρειου Παρισιού. Αλληλουχία εικόνων. Συντρίμμια σωμάτων και ψυχών ανάμεσα στα παλιοσίδερα της 'πόλης του φωτός'. Η 'πόλη του φωτός' κατανέμει στις περιοχές της τα σώματα ανάλογα με το χρώμα, τη θρησκεία και την προέλευση. Η δικτατορία της κατανομής.
Κλέβω με όποιο μέσο διαθέτω λίγες από τις στιγμές που ζω εγώ ή οι άλλοι. Στο σπίτι μου, προσπαθώ να τις ξαναφτιάξω. Προσπαθώ να σκηνοθετήσω τα άυλα συναισθήματά μου με υλικά μέσα όπως η εικόνα, ο ήχος και τα λόγια. Μόνο και μόνο για να μπορέσω κι εγώ να συγκροτήσω το «ίδιο» και το «άλλο» σε έναν εαυτό, επηρεασμένος ίσως από τα βιβλία του Γιάννη Κιουρτσάκη.
Μια αέναη σκηνοθεσία είναι η ζωή. Ένα ακαθόριστο άθροισμα στιγμών που καθορίζει την αλληλουχία των αισθήσεων με ένα ασαφή τρόπο. Κι ο χώρος ίσως να είναι εκείνη η διάσταση που έχει τη δύναμη να εγκλωβίζει τις στιγμές όσο αυτές βρίσκονται στη σφαίρα του αοράτου και να τις μετατρέπει σε πραγματικότητα. Ένα χρόνο αργότερα επιστρέφω στη Αθήνα και πάιρνω το πτυχίο μου.
Κι όμως νιώθω σιγά σιγά ότι δεν μπορώ να συνεχίσω να υπάρχω στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα της εικονικής ευφορίας βασισμένης στις ποδοσφαιρικές μας ικανότητες και τα Ολυμπιακά μας μετάλλια. Ιδιωτική περιθωριοποίηση ως προσωπική επιλογή. Πάνω απ'όλα σεβασμός στην επιλογή της πλειοψηφίας. Και στο βάθος η Ελλάδα της γονιδιακής ανωτερότητας και της Eurovision. Η δικτατορία των γονιδίων ή η δικτατορία της ανωτερότητας;
Με πλακώνει το βάρος της ανωτερότητας όπου μας επιβάλλεται διαρκώς από τις τηλεοράσεις. Με πλακώνει η Ελλάδα σαν κέντρο του κόσμου. Αμετροέπεια. Όχι από όλους. Μόνο από αυτούς των οποίων η φωνή φτάνει στα αυτιά μου. Πρόβλημα αισθητικής κατά βάση. Το σώμα, υλικό περίβλημα της ύπαρξης. Και η ίδια η ύπαρξη τίποτα περισσότερο. Η δικτατορία της χαμένης αισθητικής.
Ξαναφεύγω. Είμαι στη Lyon. Συνεχίζω να συλλέγω «τυπικά προσόντα». Κατά καιρούς διδάσκω στο πανεπιστήμιο. Νέα παιδιά, 'αυτιστικά κρυμμένα' πίσω από υπερσύγχρονους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Προσπαθώ να επικοινωνήσω μαζί τους. Με κάποιους το καταφέρνω. Είμαι ξένος μεταξύ ξένων.
Νιώθω ότι πρέπει να δουλέψω διπλά και τριπλά για να γίνω αποδεκτός. Πάλι καλά. Στην Ελλάδα κάποιοι ξένοι δουλεύουν δεκαπλάσιες φορές από εμένα και ποτέ δεν γίνονται αποδεκτοί. Η δικτατορία των γηγενών. Ελληνική ιδιαιτερότητα ή μεγαλομανία ;
Γίνομαι διδάκτορας. Ασχολούμαι από τη μια με τη φυσική του κτηρίου και από την άλλη με την εμβάθυνση στις θεωρίες αστικού σχεδιασμού στην Ecole Nationale Superieure d'Architecture de Lyon. Έτσι επιβιώνω ευχάριστα ενώ προσπαθώ να συλλέξω τα υλικά μέσα ώστε να ασχοληθώ και με άλλα πράγματα εξασφαλίζοντας την ουσιαστική και καλλιτεχνική μου ανεξαρτησία.
Η δικτατορία της επιβίωσης. Στον ελεύθερο χρόνο μου παρατηρώ και καταγράφω. Προσπαθώ να καταγράψω την πραγματικότητα ή την αλήθεια. Αμφιβάλλω αν το πετυχαίνω και η αμφιβολία μου γίνεται η κινητήρια δύναμή μου. Απαλάσσομαι από τη δικτατορία της βεβαιότητας. Αμφιβάλλω για τα πάντα και είμαι ελεύθερος.
Κατα τ'άλλα παρακολουθώ την Ελλάδα από απόσταση. Σαν αρχιτέκτονας κοιτάω την κάτοψη της κοινωνίας. Φοβάμαι. Φοβάμαι τους ανθρώπους που το 2009 πανηγύριζαν στο Σύνταγμα για την εκλογή και το 2011 μουντζώνουν την επιλογή τους. Κι αυτή τους η επιλογή τους φέρεται αχάριστα. Ξύλο και χημικά ξανά και ξανά. Μαζί τους την πληρώνουν και οι υπόλοιποι. Αυτοί που η δική τους επιλογή μειοψηφούσε πάντα. Η δικτατορία των επιλογών. Η δικτατορία της εκλογικής πλειοψηφίας.
Φοβάμαι. Φοβάμαι τους αυτοαποκαλούμενους φασίστες, εθνικιστές, σοσιαλιστές, δημοκράτες, συντηρητικούς, αριστερούς, κομμουνιστές, αναρχικούς και εν γένει όλους τους αυτοπροσδιοριζόμενους ή ετεροπροσδιοριζόμενους. Φοβάμαι τους ταμπελοφόρους ιδεολογιών απ'όπου και αν προέρχονται. Η δικτατορία της ταμπέλας.
Και φοβάμαι και τους άλλους. Αυτούς που φτιάχνουν κρίσεις κι εξαθλιώνουν λαούς.
Και μαζί με αυτούς φοβάμαι και τους συμμάχους τους. Αυτούς που υποδεικνύουν το σωστό από μακριά. Αυτούς που ξεχνάνε ότι έχουν προκαλέσει δύο παγκόσμιους πολέμους κι όλη η ανθρωπότητα τους το έχει συγχωρήσει. Αχαριστία. Η δικτατορία της αχαριστίας. Η δικτατορία της υπόδειξης.
Αλλά πιο πολύ φοβάμαι τους αδιάφορους. Αυτούς που περιμένουν το πρόβλημα να τους αγγίξει ώστε να ασχοληθούν μαζί του. Η δικτατορία της αδιαφορίας. Και απο μακριά δίνουν συμβουλές. Και υποκρίνονται συμπόνοια. Η δικτατορία των συμβουλών. Άραγε υπήρξαμε κι εμείς αδιάφοροι;
Κι η ευφορία του 2004 και των χρυσών μεταλλίων ενταφιάζεται με το πέρασμα του καιρού. Αυτοκτονίες και πείνα. Αυτοκτονία στο Σύνταγμα. Αναζήτηση εχθρού στην Ομόνοια. Επιλογή του πιο αδύναμου εχθρού. Μετανάστες, ναρκομανείς και πόρνες. Θεωρούνται εξ ορισμού εγκληματίες. Γενικεύσεις. Η δικτατορία της γενίκευσης. Διχασμός και κοινωνική αποσταθεροποίηση.
Μέσα σε όλα συμβουλές από τους ετέρους στις εταίρες. Ευρώπη και πολιτισμός ή χάος. Το μικροαστικό όνειρο που μας καλλιεργήθηκε τόσα χρόνια λιώνει. Το μικροαστικό όνειρο σε πλήρη σήψη κι ο φόβος του χάους πανταχού παρών. Ακολουθεί ο θάνατος της ατομικότητας. Η συλλογικότητα κρίνεται αναγκαία. Κι όμως κάποιοι αποκλείονται. Είναι οι διαφορετικοί. Είναι οι διαφωνούντες που κινδυνεύουν να θεωρηθούν λιγότερο Έλληνες. Ελληνόμετρο σε πλήρη μέτρηση.
Μπερδεύομαι. Απελευθέρωση της πληροφορίας και διακίνησή της σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορείς να τη διαχειριστείς. Η δικτατορία της πληροφορίας. Διαμαρτυρίες. Πολιτικοί σχηματισμοί καπηλεύονται τη συλλογικότητα. Διχασμός ξανά. Αναζήτηση εχθρού μόνο και μόνο για να καλλιεργείται το μίσος. Τηλεόραση και φοβισμένοι δημοσιγραφίσκοι. Γραβατομένα μηδενικά ή επαγγελματίες πολιτικοί ως εκλεγμένοι αντιπρόσωποι. Καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του. Δικτατορία της υπερπροβολής. Δικτατορία της γραβάτας.
Από την άλλη νοσταλγοί της παρελθούσης υπαρκτής δικτατορίας εκλέγονται. Δεχόμαστε να εκλεγούν! Δέχονται να εκλεγούν και όχι να επιβληθούν! Παλινδρόμηση ιστορίας και εκατέρωθεν μετατροπή του τανκ σε ψήφο.
Στη Γαλλία τα ίδια. Η κατάσταση παραπέμπει στην Ελλάδα του 2004. Η Ελλάδα χλευάζεται. Με εκνευρίζει ο χλευασμός. Αλλά ξέρω ότι πάντα ο χλευασμός ακολουθεί την αποθέωση. Ιδίως όταν η δόξα στηρίςεται σε χάρτινα πόδια και όχι σε στέρεη συνεισφορά. Έρχεται κι εδώ όμως η τρικυμία. Και πλανιέται ο 'φόβος' της αριστεράς παντού. Η αριστερά ξανά καταδικαστέα.
Υπάρχει, άραγε, αληθινή αριστερά σήμερα; Κι αν υπάρχει μπορεί να λειτουργήσει ως αριστερά στο υπάρχον πλαίσιο άραγε; Πόσο εκτός εποχής είναι να μιλάμε με όρους προϊστορικούς που γεννήθηκαν σε άλλο αιώνα με βάση το πως τα κόμματα καθόντουσαν στα τότε κοινοβούλια; Γόνιμες αμφιβολίες και λαϊκισμοί. Η συνύπαρξη αυτών των δύο ως αποπροσανατολισμός.
Η δικτατορία των διαρκών αποπροσανατολισμών. Κι αν η κρίση σε οικονομικό επίπεδο μας φέρνει 20 χρόνια πίσω, σε πολιτικό επίπεδο γυρνάμε στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο. Ρητορική εξαθλίωση από τους μνηστήρες της εξουσίας. Κανένα επιχείρημα. Μόνο αφορισμοί. Μόνοι διαχωρισμοί και μοίρασμα των ανθρώπων σε ιδεολογίες. Μικροί κοινωνικοί διχασμοί. Η δικτατορία των διχασμών. Ελλάς Γαλλία απελπισία. Η δικτατορία της απουσίας επιχειρημάτων. Η δικτατορία των αφορισμών.
Και μικρές ειδήσεις που δείχνουν το μέλλον. Κάποιοι ανακαλύπτουν το Μεταξουργείο και τα σώματα σκιές. Είναι το ίδιο Μεταξουργείο που παραμένει ίδιο όλα αυτά τα χρόνια. Κι όμως τώρα το ανακαλύπτει η τηλεόραση. Προεκλογικός δημόσιος κίνδυνος και διαπόμπευση. Σύντομα όλοι θα είμαστε εν δυνάμει δημόσιοι κίνδυνοι. Για αυτά που πιστεύουμε, για αυτά που δεν πιστεύουμε, για αυτά που επιλέγουμε, για αυτά που δεν επιλέγουμε, για αυτά που είμαστε, για αυτά που δεν είμαστε.
Απογοήτευση και μόνη διέξοδος η επικοινωνία. Σε δανεική γλώσσα μεταφράζω σκέψεις άλλων. Προσπαθούμε ασυνείδητα όλοι μαζί να φτιάξουμε μια αλυσίδα κυκλοφορίας ελεύθερων ιδεών. Στον υλικό κόσμο δημιουργείται από μόνος του ένας άυλος κύκλος ελεύθερης διακίνησης σκέψεων. Κρυσταλία Πατούλη, Κώστας Ντάρας, Γιάννης Μακριδάκης και Χαϊνης Δημήτρης Αποστολάκης είναι τα ονόματα που συναναστρέφομαι. Τους ξέρω μέσα από συγκεκριμένα γραπτά τους.  Αργότερα προστίθεται και ο Jose Manuel Lamarque και άλλοι που δεν τους γνωρίζω καν. Δίκτυο μέσα στο διαδίκτυο. Ανοιχτό σε όλους. Με σκοπό να μεγαλώνει μέσα από την εθελοντική συμμετοχή. Διαρκής ανοιχτή πρόσκληση. Διέξοδος; Ίσως.
Αδιέξοδο. Εκλογές μπροστά και συνεχείς αμφιβολίες. Διλήμματα. Στην Ελλάδα επικρατεί γενικευμένο αίσθημα αδικίας και ανάγκη για εκδίκηση. Αλήθεια ποιον θέλουμε να εκδικηθούμε; Αυτούς που μας διώχνουν από το Ευρωπαϊκό πανηγύρι του "προηγμένου κόσμου". Γιατί η Ευρώπη θεωρείται προηγμένος κόσμος; Το λέει η τηλεόραση. Μας κρύβει όμως την πραγματικότητα και την αλήθεια. Η δικτατορία της απόκρυψης.
Ναι, στην Ελλάδα θεωρούμε ότι έχουμε εξ ορισμού δικαίωμα να ανήκουμε σε αυτό τον "προηγμένο κόσμο" που τόσο πολύ θαυμάζουμε. Τον κόσμο της κοινωνικής δικτύωσης, των τηλεραντεβού, των γκλαμουρ Ολυμπιάδων, των χρυσών μεταλλίων, των τυπικών συναναστροφών και της κίβδηλης ευημερίας. Πιο παλιά ένιωθα ότι έπρεπε να διώξω αυτόν τον κόσμο πριν με διώξει.
Δεν τα κατάφερα, με έδιωξε αυτός πρώτος και συνεχίζει να με διώχνει. Πάντα σέβομαι τη άποψη της 'πλειοψηφίας'. Γιατί και στην Ελλάδα, τόσο καιρό αυτό τον κόσμο τον υπερασπιζόμασταν. Εξάλλου, νομίζουμε ότι μας τον χρωστάνε αυτό τον κόσμο λόγω της καλής μας καταγωγής και του ένδοξου παρελθόντος μας. Η δικτατορία του ένδοξου παρελθόντος.
Αδυνατούμε να καταλάβουμε σαν ολότητα ότι μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα τα κράτη λειτουργούν σαν Ανώνυμες Εταιρίες και έτσι η κοινωνία καθοδηγείται με γνώμονα το ιδιωτικό και όχι το κοινωνικό συμφέρον. Μόνο όταν το καταλάβουμε όλοι αυτό θα μπορέσουμε να αλλάξουμε τη φορά του καιρού. Κι αυτό θα αργήσει να γίνει. Ίσως γιατί η μετάβαση πρέπει να γίνει σταδιακά. Ίσως γιατί η μετάβαση θα είναι οδυνηρή και δεν θα αντέξουμε. Ίσως γιατί δεν θα μας αφήσουν. Αμφιβολίες. Καλός οιωνός. Μακριά από τη δικτατορία της σιγουριάς.
Προτείνω όμως να θυμηθούμε. Νομίζω ότι έχουμε ανάγκη να θυμηθούμε. Να θυμηθούμε όλοι μαζί τις αφετηρίες μας και το παρελθόν μας. Και κυρίως την αληθινή μας ιστορία. Μακριά από την πραγματικότητα ας προσπαθήσουμε να δούμε την αλήθεια. Να καθίσουμε και να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα όσα μας πονάνε. Για τα λάθη μας, ατομικά και συλλογικά. Εις μνήμη. Φόρος τιμής στο παρελθόν. Όχι στο ένδοξο παρελθόν. Στο άλλο.
Στο καταδικασμένο στη λήθη παρελθόν που φοβόμαστε να αντικρύσουμε. Κάποιος λέει ότι ο λαός που ξεχνά την ιστορία του την ξαναζεί. Ας αποφασίσουμε λοιπόν αν θέλουμε να την ξαναζήσουμε. Ας αποφασίσουμε λοιπόν με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε.
Προτείνω να θυμηθούμε το παρελθόν μας ως κατακτημένοι. Ας θυμηθούμε σφαγές, γενοκτονίες, κατοχές, παγκόσμιους, βαλκανικούς και εμφύλιους πολέμους, μαζική μετανάστευση, οικογένειες που μείνανε μισές και άλλα τόσα. Ας θυμηθούμε και τον πόνο που εμείς έχουμε προκαλέσει σε άλλους. Γι' αυτό φέρουμε διπλή ευθύνη για τις επιλογές μας και για τη συμπεριφορά μας σε βάρος τον αδυνάτων. Υπήρξαμε κι εμείς αδικημένοι και τώρα που ξανανιώθουμε έτσι είναι η ευκαιρία να σταματήσουμε να αδικούμε όσους αδικούσαμε.
Ας ξαναζήσουμε το παρελθόν λοιπόν όχι σαν απλή ανάμνηση, όχι σαν στείρα περηφάνια αλλά σαν παρόν και μέλλον. Σαν στάση ζωής. Μακριά από φτηνούς πατριωτισμούς, εθνικές κορώνες και εκδικητικές μανίες ας ζήσουμε ξανά τα γεγονότα αντικειμενικά και ας συνειδητοποιήσουμε πως πέρα από την πολιτισμική μας ταυτότητα καθένας από εμάς είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Και ας προσεγγίσουμε και τους υπόλοιπους πολιτισμούς. Ίσως όλοι μαζί μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι. Ίσως όχι. Στην παρούσα φάση το αποτέλεσμα δεν έχει σημασία.
Το αξιακό σύστημα κάθε εποχής μας χώριζε σε ομάδες ανάλογα με την καταγωγή, το φυλό, τη μόρφωση, το επάγγελμα, τη γλώσσα και μας έστρεφε τον ένα ενάντια στον άλλο. Πλέον προτείνω όλοι μαζί να διεκδικήσουμε ισότητα για όλους. Ισότητα χωρίς σύνορα. Αυτή είναι η ιστορική μας ευθύνη και υποχρέωση. Η εθνική ανεξαρτησία μας είναι πλέον συνυφασμένη με τον αγώνα μας για ισότητα, ίσες ευκαιρίες και ίσα δικαιώματα για οποιονδήποτε σέβεται κάθε μέλος της κοινωνίας εντός της επικράτειας που εμείς ορίζουμε.
Έννοιες αυτονόητες που σήμερα διαστρεβλώνονται στους κώδικες του διαδικτύου και της εικονικής πραγματικότητας. Ας ξανατρέξουμε λοιπόν πίσω από τα αυτονόητα. Όχι σήμερα δεν είμαστε ίσοι. Όχι, σήμερα δεν είμαστε ελεύθεροι. Έχουμε μια ψευδαίσθηση ισότητας και ελευθερίας. Η δικτατορία της ψευδαίσθησης. Όλα αυτά ίσως να πηγάζουν από την ανάγκη να αναζητούμε μόνο την εύκολη αλήθεια όπως αυτή προσφέρεται απλόχερα από το κάθε λογής αξιακό σύστημα που ανήκουμε. Η δικτατορία της εύκολης αλήθειας.
Πιστεύω ότι σήμερα έφτασε η στιγμή καθένας από εμάς να αναζητήσει τη δική του ιδιωτική αλήθεια προς όφελος όλων. Και θεωρώ ότι μόνο αν απλώσουμε το χέρι μας στον διπλανό μας χωρίς προκαταλήψεις θα μπορέσουμε να την αποκτήσουμε. Στην Ελλάδα της δικτατορίας των ΜΜΕ και των μικρών προσωπικών μικροαστικών δικτατοριών αχνοφέγγει μια μικρή ελπίδα για κάτι μεγάλο που προσωρινά παραμένει ανολοκλήρωτο. Ας το ολοκληρώσουμε επιτέλους και ας μη διχαστούμε ξανά. Ας φτιάξουμε για πρώτη φορά μόνοι μας το μέλλον μας και ας αποτύχουμε ύστερα.
Θυμάμαι τέλος μια άλλη εικόνα. Δεύτερο όνειρο.
Ένας άνθρωπος δικάζεται σε θάνατο. Προδομένος από εχθρούς και φίλους. Δικάζεται σε θάνατο και γελάει κρατώντας στα χέρια ένα γαρύφαλλο. Το μόνο όπλο της αθανασίας του. Κι όμως στην Ελλάδα αυτόν τον άνθρωπο τον εκτελέσαμε. Δεν τον εκτελέσανε. Τον εκτελέσαμε και τον εκτελούμε καθημερινά μέσα από τις μικρές προσωπικές μας δικτατορίες.
Ξυπνάω και θυμάμαι τα λόγια του :
"Αγωνιστήκαμε δίχως να γνωρίσουμε ύπνο για να προφτάσουμε την αυγή και το αύριο και να δημιουργήσουμε νέους χρόνους και εποχές στο μπόι των ονείρων μας στο μπόι των ανθρώπων" (Νίκος Μπελογιάννης, απολογία)
Κι ίσως για αυτό να πρέπει να συνεχίσουν να ακούγονται τραγούδια. Γιατί σε ένα μόνο τραγούδι πως να χωρέσουν όλα αυτά ;
Μετά τιμής
λάζαρος μαυροματίδης
[youtube=http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=gAGHWFjTcrw]

2.6.12

Πες την αλήθεια _ σκέφτηκα. Της Αμάντας Μιχαλοπούλου

09:06, 01 Ιουν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/96174
Τα διηγήματα είναι η παρηγοριά μου. Στις δύσκολες στιγμές διαβάζω Τσέχοφ ή Άλις Μονρό- κάτι πρέπει να σημαίνει αυτό.  Μ’ένα διήγημα ξεκίνησα ως συγγραφέας το 1993, πριν ασχοληθώ με το μυθιστόρημα..." η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική εμπειρία -από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο- του νέου της βιβλίου "Λαμπερή μέρα" των εκδ. Καστανιώτη.
"...Και στο διήγημα επέστρεψα το 2005, γράφοντας το “Θα ήθελα” ένα υβριδικό είδος, διηγηματομυθιστορήματος. Γράφω ακόμη διηγήματα- χωρίς σύστημα, με βουλιμικό τρόπο, όπως τρώει κανείς μικρά σοκολατάκια.  Τα διηγήματά μου, αν μη τι άλλο, είναι η απόδειξη του βιωμένου χρόνου. Τα γράφω και τα ξεχνάω. Κι εκείνα αυξάνονται και κατακυριεύουν τη μνήμη του υπολογιστή.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα από τη Γερμανία το 2010 έμπαινα κάθε εβδομάδα στο Bonsai, τον ιστότοπο του ποιητή Γιάννη Πατίλη με μικρά διηγήματα, για να πάρω τη δόση μου. Δεν έγραφα. Μόλις είχα εκδώσει το μυθιστόρημα “Πώς να κρυφτείς”, κι εξάλλου αυτό που συνέβαινε στην ελληνική κοινωνία, αυτό για το οποίο θα ήθελα κάποια μέρα να γράψω, χρειαζόταν χρόνο για να βιωθεί, για να εξηγηθεί. Χρόνο και μια αίσθηση προοπτικής που δεν υπάρχει ακόμη.
Άρχισα τότε να γράφω σουρεαλιστικές νουβέλες εκτός τόπου και χρόνου. Ξανάπιασα και τα διηγήματα. Κι ενώ τα δούλευα, δούλευε ερήμην μου και η μοίρα: την Πρωτομαγιά του 2011 πέθανε ξαφνικά ένας πολύ αγαπημένος μου άνθρωπος, συγγενής και φίλος μαζί. Η απώλειά του προστέθηκε σε μια λίστα δυσθεώρητων απωλειών. Είχα ήδη χάσει τη δουλειά μου και τον πατέρα μου (με αυτή τη σειρά, σε απόσταση ενός μήνα) και μαζί κάθε έννοια σιγουριάς και ασφάλειας.
Η επιστροφή στην Ελλάδα, ύστερα από την επταετία του Βερολίνου, ήταν επίσης ένα είδος απώλειας. Αυτό που χάθηκε για μένα ήταν η εύκολη ανώδυνη ζωή, τα χρόνια του νηπιαγωγείου, όπως τα αποκαλώ. Στη θέση τους ξεπετάχτηκε μια άγρια και δύσκολη συγκυρία- οικονομική, κοινωνική, καλλιτεχνική.
Μέσα σε αυτή τη δραματική ένταση, τα διηγήματα φωτίστηκαν με νέο φως. Συνειδητοποίησα, σε μια από αυτές τις πολυσυζητημένες στιγμές όπου η έμπνευση χτυπάει σαν κεραυνός, ότι ένας χαλαρός ιστός διέτρεχε μερικές ιστορίες: το ζήτημα της απώλειας. Αποφάσισα να εστιάσω εκεί, να γράψω κι άλλα διηγήματα με αυτό το θέμα. Δεν ήταν μια εγκεφαλική απόφαση. Ήταν, και το έβλεπα πια καθαρά, το πρόβλημα της ζωής μου. Ο μεγαλύτερος φόβος μου.
Πρόσθεσα ιστορίες που είχαν γραφτεί στα ελληνικά αλλά είχαν κυκλοφορήσει μόνο σε αγγλική ή γερμανική μετάφραση. Ξανακοίταξα ακόμη και παλιές, πολύ παλιές ιστορίες που υπό αυτό το πρίσμα μου φάνηκαν νέες.  Κι έγραψα πολλές νέες ιστορίες με αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, όπως “Το φθινόπωρο στο Φρίουλι”, “Δεν θα πεθάνεις ποτέ”, “Ελάφια στα δάση” και την ίδια την “Αυτοβιογραφία”.
Σε αυτές τις ιστορίες χάνονται αντικείμενα, βεβαιότητες, ακόμη και άνθρωποι. Στόχος μου όμως δεν ήταν η καταγραφή, αλλά η αποδοχή της απώλειας. Ήθελα να περιγράψω την απώλεια χωρίς μοιρολατρία, σαν την άλλη πλευρά της κτήσης. Κάτι που συμβαίνει με φυσικό τρόπο, όπως τα φύλλα των δέντρων που πέφτουν το χειμώνα. Μια φυσική ιστορία της καταστροφής.
Άρχισε να ωριμάζει μέσα μου η ιδέα ότι αν μπορέσω να περιγράψω την απώλεια σαν κάτι φυσικό για το οποίο δεν ευθυνόμαστε πάντα εμείς –ή μόνο εμείς- θα το πιστέψω κιόλας. Ο αυτοπεριορισμός μου, όσο έγραφα, ήταν μια στιγμιαία ανακωχή με τη μοίρα. Σύμφωνοι, σκεφτόμουν, τρομερά πράγματα συμβαίνουν. Μίλα γι αυτά, αλλά όπως θα τα έλεγες σε έναν άγνωστο, που δεν θα ξαναδείς ποτέ, στο βαγόνι ενός τρένου. Δεν θέλεις να φορτώσεις τον ξένον άνθρωπο με το πρόβλημά σου, θέλεις απλώς να του πεις την ιστορία. Αυτή η σκέψη ήταν ο υφολογικός μου οδηγός.
Πιο δύσκολο από τα διηγήματα ήταν το στήσιμο του βιβλίου, η ενορχήστρωση όλων αυτών των παραλλαγών απώλειας. Μόνο προς το τέλος ξεπήδησε πάλι μια σωτήρια ιδέα. Πες την αλήθεια- σκέφτηκα. Πότε και που γράφτηκε τι. Και ταυτόχρονα: δες τη χωροταξία σαν ένα συμβολικό πλαίσιο. Κι έτσι οι ιστορίες σχημάτισαν τρεις ζώνες: “Εδώ κι εκεί” (τα χρόνια της ξενιτείας). “Εκεί, τότε” (μερικές παλιές ιστορίες). “Εδώ, τώρα”.
Λόγω του φετιχισμού που με διακρίνει δυσκολεύτηκα όπως πάντα με το εξώφυλλο και τον τίτλο, με τις γραμματοσειρές, με τα πάντα. Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους όταν το Πάσχα, στην Αίγινα, ο άντρας μου έβγαλε τη φωτογραφία ένα κοριτσιού, σκαρφαλωμένου σ’έναν τοίχο. Έκανε το σήμα της νίκης με τα χέρια ανοιχτά προς τον ουρανό. Αυτό είναι το εξώφυλλο είπα, φέρνοντας τα πάνω κάτω ακόμη μια φορά.
Αλλά με έχουν συνηθίσει στις εκδόσεις Καστανιώτη και κάνουν υπομονή μαζί μου. Να το πω, γιατί να μην το πω; Ένας εκδοτικός οίκος είναι το άθροισμα των ανθρώπων που έχουν μαζευτεί γύρω του, της οικογένειας που έχει σχηματιστεί και από αυτή την άποψη είμαι πολύ τυχερή. Το σημειώνω αυτό επειδή πολλά πράγματα τείνουν να γίνουν απρόσωπα τώρα με την κρίση- απρόσωπα και δημοσιουπαλληλικά. Νομίζω ότι η μόνη λύση σε αυτές τις δύσκολες εποχές  είναι η αλληλουποστήριξη και η αληθινή, έως βλακείας, αγάπη για το βιβλίο.-"

12/6/2012, 8μμ
Το 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των Εκδόσεων Καστανιώτη σας προσκαλεί στην παρουσίαση του νέου βιβλίου της Αμάντας Μιχαλοπούλου Λαμπερή μέρα.
Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, ο Ηλίας Μαγκλίνης, ο Γιώργος Πυρπασόπουλος και η Μαριέττα Φαφούτη μιλούν, διαβάζουν και τραγουδούν με αφορμή το βιβλίο.
104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης
Θεμιστοκλέους 104
Αθήνα , 210 3826185

30.5.12

Δεν είμαστε ελεύθεροι όταν φοβόμαστε. Της Τασούλας Βερβενιώτη

21:05, 30 Μάιος 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/95996
Τούτη τη στιγμή αυτό που υπάρχει στην κοινωνία είναι ένας τεράστιος φόβος, από όλες τις μεριές. Οι αγορές από τη μία πλευρά φοβούνται για το τι θα ψηφίσει ο ελληνικός λαός, και ο λαός φοβάται τις αγορές. Είναι ένα δίπολο. Και στην ουσία, ο φόβος, είναι το αντίθετο της ελευθερίας: Δεν είμαστε ελεύθεροι όταν φοβόμαστε [...] Αλλα αυτό που είμαστε, αυτό θα κάνουμε. Αν είμαστε αποφασισμένοι να αλλάξουμε προς το καλύτερο τον κόσμο και τη ζωή μας, θα το κάνουμε. Θα νικήσουμε και τους δισταγμούς και τους φόβους…" η Ιστορικός - Ερευνήτρια, και Καθηγήτρια στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Τασούλα Βερβενιώτη συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο που έχει ξεκινήσει η Κρυσταλία Πατούλη στο tvxs.gr, μιλά για την σημασία της ιστορικής μνήμης στο κρίσιμο πολιτικό παρόν και μέλλον της χώρας μας.
...Γι αυτό το λόγο, χρειάζεται να έχουμε μνήμη, να γνωρίζουμε την ιστορία μας, και να… μην τα παρατάμε. Μου έρχεται στο νου το παράδειγμα της Κούλας Ξηραδάκη. Ήταν μία εξαιρετική γυναίκα, μια αυτοδίδακτη ιστορικός... Είναι χαρακτηριστικός και ο υπότιτλος στην αυτοβιογραφία της που εκδόθηκε πρόσφατα: «Εγώ δεν τα παράτησα». Η ίδια, αγωνίστηκε στην Αντίσταση, και μετά επειδή έπρεπε να δουλέψει, δεν μπορούσε να σπουδάσει Ιστορία, γιατί τα μαθήματα γίνονταν το πρωί, και όμως τα κατάφερε να γίνει αυτό που ήθελε: μία ιστορικός με σημαντικό έργο.
- Tι σημασία έχει στην σημερινή συγκυρία της κρίσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, η ιστορία και η ιστορική μνήμη; Τώρα που τα πάντα αλλάζουν και επαναπροσδιορίζονται, πόσο ανάγκη έχουμε να... γνωρίζουμε;

Θα αναφέρω αυτό που λέει ο Σαββόπουλος στους στίχους του, και έχει απόλυτο δίκιο:
«Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου
δεν θα βρεις τον εαυτό σου
αλλά όλους τους άλλους
τους μικρούς και τους μεγάλους
Γιατί ο χρόνος είναι ένας και δεν πέθανε κανένας»

Είμαστε γεννήματα της εποχής μας αλλά κουβαλάμε και την ιστορία των παλιότερων γενιών, γιατί «δεν πέθανε κανένας». Τούτες τις μέρες όλοι μιλούν για το πώς βγήκε η Χρυσή Αυγή με τόσο μεγάλο ποσοστό.
Ξεχνούν όμως, ένα πράγμα: η γενιά των πατεράδων μας, και για τους νεώτερους των παππούδων τους, είχε ανθρώπους της Δεξιάς, οι οποίοι έπαιρναν λεφτά κόβοντας κεφάλια. Υπήρχαν συμμορίες που σκότωναν ανθρώπους για χρήματα, κόβανε τα κεφάλια των αριστερών και τα έβαζαν σε ένα σακούλι… Μιλάμε για μεγάλη αγριότητα στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Είχαμε δηλαδή κυνηγούς κεφαλών. Αυτό σίγουρα, μπορούμε να το ξεπεράσουμε μόνο με τον πολιτισμό, μόνο με τη γνώση. Αλλά ωστόσο, αυτά είναι τα φαντάσματα του παρελθόντος που επιβιώνουν ακόμη.
Και είναι πολύ αρνητικό όταν δεν θέλουμε να δούμε αυτό το παρελθόν. Γι αυτό, θεωρώ ότι το χειρότερο το πράγμα που έκαναν στην διάρκεια της συγκυβέρνησης, το 1989, ήταν που έκαψαν τα αρχεία της Αστυνομίας.
Διότι, στην πραγματικότητα, ακόμα και το πώς είναι διαμορφωμένες σήμερα οι νοοτροπίες μας, οι απόψεις μας και οι αντιλήψεις μας, έχει πάρα πολύ να κάνει με τις προηγούμενες γενιές και όχι μόνο με τους κυνηγούς κεφαλών, 60τόσα χρόνια πριν, αλλά, έχει να κάνει και με άλλα πράγματα.
Στη διάρκεια της Κατοχής ριζοσπαστικοποιήθηκαν μεγάλες κοινωνικές ομάδες και οραματίστηκαν να φτιάξουν μια κοινωνία, πιο σωστή, πιο δίκαιη, μετά το τέλος του πολέμου. Και αυτό δεν συνέβη μόνο στην Ελλάδα. Ήταν γενικότερο. Εδώ όμως η «αντίσταση» αυτών που δεν ήθελαν αυτή τη νέα κοινωνία (είχαμε και το παλάτι τότε) ήταν πολλή μεγάλη και η κοινωνία διχάστηκε, έγινε ο εμφύλιος. Όταν μοιράζεται η κοινωνία στα δύο, αυτό είναι πάρα πολύ αρνητικό όχι μόνο για τα άτομα αλλά για όλη την κοινωνία.
Επικράτησαν οι συντηρητικές δυνάμεις και κατά τη γνώμη μου το χειρότερο από όλα (ακόμα και από τις εκτελέσεις) ήταν ότι ζητούσαν από τους ανθρώπους της Αριστεράς να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας. Δηλαδή, στην ουσία τους εξευτέλιζαν, τους έκαναν να χάνουν την αξιοπρέπειά τους και όποιος δεν το έκανε του στερούσαν πολλά «καθημερινά» δικαιώματα, όπως το να στείλει τα παιδιά του στο Πανεπιστήμιο, να βγάλει άδεια οδήγησης, κλπ.
Η υπογραφή της δήλωσης λειτούργησε ως οδοστρωτήρας πάνω στο πιο ζωντανό κομμάτι της κοινωνίας μας, αυτό που ονειρεύτηκε μια «άλλη», μια καλύτερη κοινωνία. Υποχρεώθηκε να υπογράψει δηλώσεις μετανοίας για να αποκτήσει κάποια στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία τα έχει ο καθένας σε κάθε δημοκρατία, π.χ. να βγάλεις μια ταυτότητα ή ένα διαβατήριο. Για να επιτύχει ένας πολίτης «δεύτερης κατηγορίας» αυτούς τους «απλούς» στόχους έπρεπε να κάνει αυτό που λέγεται στα απλά ελληνικά: «να φιλήσει κατουρημένες ποδιές».
Όταν λοιπόν μετά τον πόλεμο φτιάξαμε μια κοινωνία στην οποία υπήρχε από τη μία το Σύνταγμα και από την άλλη ένα παρασύνταγμα, κι όταν υπήρχαν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, όπου οι της δεύτερης κατηγορίας, δηλ. οι αριστεροί, ακόμα και για όσους υπήρχε υπόνοια για Αριστερή δράση, τους «συνοδοιπόρους» όπως τους έλεγαν, που δεν μπορούσαν να έχουν στοιχειώδη δικαιώματα και έπρεπε για να τα αποκτήσουν να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές, οδήγησαν έναν λαό, κυριολεκτικά μέσα στον φόβο!
Στην ουσία, τυπικά ο εμφύλιος τελείωσε το 1989, με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και το νόμο «για την άρση των συνεπειών του εμφυλίου», αλλά για να τελειώσει, κάψανε τους φακέλους της Αστυνομίας. Πιθανόν εκεί θα είχαμε μια καλύτερη εικόνα για το πώς στήθηκε ένας κράτος με ένα τεράστιο δίκτυο χαφιέδων και πιθανόν να γνωρίζαμε ποιοι ακριβώς έδιναν λεφτά π.χ στους κυνηγούς κεφαλών.
Και επιπλέον, αυτό που έγινε μετά τον εμφύλιο από τους νικητές, ήταν να ταπεινώσουνε τους ηττημένους, σε βαθμό να χάσουν την αξιοπρέπειά τους, να μην έχουνε δικαιώματα, και τελικά οδήγησαν έναν λαό στην υποταγή, και στο φόβο για την εξουσία. Να πηγαίνεις στο Αστυνομικό Τμήμα και να μην «βλέπεις» τους αστυνομικούς ως υπαλλήλους που είναι υποχρεωμένοι να σε εξυπηρετήσουν –εμείς τους πληρώνουμε- αλλά με φόβο. Ωστόσο, οι άνθρωποι  ξεσηκώνονται, αντιστέκονται σε όλες αυτές τις αυθαιρεσίες, συνήθως μαζί με τους φόβους τους, γιατί έχουν προβλήματα και γιατί έχουν και δικαιώματα κατακτημένα με αγώνες, από την εποχή του Σπάρτακου.
Και τούτη την ώρα, είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχει ένας φόβος πολύ μεγάλος. Βέβαια, ο φόβος είναι διπλός: από τη μία μεριά οι αγορές φοβούνται τι θα ψηφίσει ο ελληνικός λαός, μήπως δεν είναι υπέρ τους, και από την άλλη μεριά ο ελληνικός λαός φοβάται τη δύναμη που έχουν οι αγορές εναντίον του, μήπως δεν του επιτρέψουν να κάνει αυτά τα οποία δικαιούται, και να έχει ένα κοινωνικό κράτος: παιδεία, υγεία, περίθαλψη, συνταξιοδότηση, εργασία, αξιοκρατία, και τόσα άλλα.

- Τι δεν θα πρέπει, λοιπόν, να... ξεχάσουν οι έλληνες όταν θα βρίσκονται πάνω από την κάλπη στις 17 Ιουνίου;

Είναι κοινός τόπος ότι η ανθρωπότητα βαδίζει σε μια καινούργια εποχή, πολύ διαφορετική και στο κοινωνικό επίπεδο (θα διαμορφωθούν αλλιώς οι κοινωνικές τάξεις) και το πολιτικό (θα αλλάξει ο τρόπος αντιπροσώπευσης) και στο οικονομικό. Το εάν θα νικήσουν οι αγορές ή οι «απλές» ανθρώπινες ανάγκες θα κριθεί στα χρόνια που έρχονται.
Γι αυτό οι άνθρωποι χρειάζεται να θυμηθούν την Ιστορία. Χωρίς τη μνήμη δεν είμαστε τίποτα.
Είναι αλήθεια πως τη μνήμη την κατασκευάζουμε κατά πώς μας βολεύει. Νομίζω, ότι τούτη τη στιγμή, μέσα στην πολυδαίδαλη κρίση που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία, στην προσπάθειά της να σχηματίσει μια νέα ταυτότητα θα φτιάξει και ένα νέο αφήγημα. Ελπίζω και εύχομαι να είναι όσο γίνεται πιο κοντά στην πραγματικότητα, χωρίς τόσους πολλούς ζωτικούς μύθους.
Γιατί η μυθολογία δεν μας βοηθάει σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές όπως αυτές που ζούμε τώρα.
Πρέπει να ξέρουμε πραγματικά τι έχει γίνει, πώς φτιάχτηκε το ελληνικό κράτος, τι είναι οι πελατειακές σχέσεις, πώς ακριβώς εμπλακήκαμε σε αυτές σαν λαός, γιατί εμπλακήκαμε, και γνωρίζοντας όλα αυτά, θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε.
Διότι, σε αυτή την καινούργια κοινωνία που έρχεται, δεν μπορεί να σταθεί ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων. Είναι πολύ παλιό, ξεπερασμένο και αποτελεί τροχοπέδη για την κοινωνία. Τούτη την ώρα η ανάγκη αυτής της αλλαγής εκφράζεται κοινωνικά μέσα από το ΣΥΡΙΖΑ και γι αυτό τον χτυπάνε.
Πάντως αυτήν την αλλαγή δεν μπορούμε να την «αναθέσουμε» σε ένα κόμμα, γιατί δεν μπορεί να γίνει από ένα κόμμα. Πρέπει να γίνει από όλο τον κόσμο, ο οποίος θα αποκτήσει συνείδηση αυτής της ανάγκης και θα τη διεκδικήσει. Και κυρίως πιστεύω ότι αυτό θα γίνει από τους νέους, από τα παιδιά που γεννήθηκαν μετά το 1974. Σε αυτούς έχω τις ελπίδες μου.
Οι πιο μεγάλες ηλικίες, η γενιά της Αντίστασης -όπως τους λέμε- κοντεύει να εκλείψει, στη διάρκεια της Χούντας έχουμε μια κάποια μικρή παρακαταθήκη αγώνων και οι ηλικίες 40 με 50 δεν μπορούν και πολύ να βοηθήσουν, γιατί έχουν κοινωνικοποιηθεί σε μία κοινωνία ευμάρειας όπου επικράτησαν πολλοί ζωτικοί μύθοι για το παρελθόν μας.
Αυτές τις στιγμές, είναι απαραίτητο να ξεφύγουμε από αυτούς, να δούμε τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν στις πραγματικές τους διαστάσεις, να δούμε τους ανθρώπους όχι σαν ήρωες αλλά σαν ανθρώπους. Όχι ως υπερφυσικά όντα, αλλά ως καθημερινούς, απλούς άνθρωποι.
Γιατί μετά το 1974 φτιάχτηκε ένα πάρα πολύ ηρωοποιημένο παρελθόν και ξεχάσαμε πολλά σημεία της πραγματικότητας, ειδικά για την Αντίσταση. Ξεχάσαμε, για παράδειγμα, ότι ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας ήτανε δοσίλογοι, ήταν συνεργάτες των Γερμανών, είχαν πάρει όπλα από τους Γερμανούς, και ότι οι Έλληνες πολέμησαν εναντίον Ελλήνων. Δεν το είπαμε αυτό δυνατά. Επιμείναμε ότι η Αντίσταση ήταν «παλλαϊκή», ότι συμμετείχαν όλοι οι Έλληνες.
Δεν μιλήσαμε αρκετά για το φόβο των ανθρώπων. Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα φυσιολογικό, μεν, αλλά όταν σε πιάνει σε μεγάλο βαθμό, και κυρίως όταν ασκείται τρομοκρατία από την εξουσία, ο άνθρωπος βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση.
Στη διάρκεια της Κατοχής, για παράδειγμα, οι γερμανοί, ανακοίνωναν κάθε μέρα από το ραδιόφωνο, πόσους εκτέλεσαν στο Χαϊδάρι, και πόσους επρόκειτο να εκτελέσουν. Δηλαδή, διακήρυσσαν τις εκτελέσεις και τις χρησιμοποιούσαν για να τρομοκρατήσουν τον υπόλοιπο πληθυσμό.
Σήμερα λοιπόν, που κάθε μέρα ανακοινώνεται και κάτι δυσάρεστο για το λαό, βρισκόμαστε κάτω από ένα καθεστώς τρομοκρατίας. Αναρωτιόμαστε: να κάνουμε αυτό; Αλλά αν συμβεί το χειρότερο; Και τι θα γίνει σε αυτή την περίπτωση;
Αυτό που έχει αποδειχτεί από την έρευνα που έχω κάνει, είναι ότι οι άνθρωποι φοβούνται κυρίως πριν συμβεί κάτι. Όταν το γεγονός συμβαίνει, τότε οι άνθρωποι πραγματικά το αντιμετωπίζουν. Άλλοι με μεγαλύτερη ψυχραιμία, και άλλοι με μικρότερη.
- Φοβούνται το άγνωστο δηλαδή;  
Φοβούνται αυτό που… μπορεί να τους συμβεί. Αλλά όταν αυτό το άγνωστο συμβεί, τότε βλέπουν ότι είναι διαχειρίσιμο. Δεν υπάρχουν καταστάσεις στη ζωή που δεν είναι διαχειρίσιμες. Οι άνθρωποι δεν βάζουν προβλήματα στα οποία δεν μπορούν να απαντήσουν. Από τη στιγμή που θέτουν ένα πρόβλημα, ήδη βρίσκονται στην πορεία για τη λύση του.
Το θέμα είναι πόσο οι άνθρωποι, είναι αποφασισμένοι να κάνουν κάτι, να αλλάξουν κάτι, να αλλάξουνε τη ζωή τους. Και εκεί θα χρειαστεί να ενώσουν τις δυνάμεις τους με άλλους.
- Από τις γνώσεις που έχεις που έχεις, ως ιστορικός, πόσο πιστεύεις ότι έχουν αλλάξει οι έλληνες από τον εμφύλιο και μετά; 
Νομίζω ότι, η Μεταπολίτευση έδωσε τη δυνατότητα για πρώτη φορά στην ιστορία του Νεοελληνικού κράτους, να υπάρξει μια ήρεμη περίοδος, και να γεννηθεί μια γενιά η οποία μεγάλωσε με λιγότερο φόβο, σε καλύτερες συνθήκες, και αυτό είναι πολύ παρήγορο. Δεν μπορείς δηλαδή να αποτινάξεις το φόβο όταν δεν έχεις αυτή τη δύναμη που σου δίνουν οι ειρηνικές συνθήκες διαβίωσης.
- Την περίοδο της μεταπολίτευσης όμως, όπως αποδείχθηκε, αναπτύχθηκε η διαφθορά, θα λέγαμε ένα παρακράτος που δούλευε κάτω από τα τραπέζια… με τις πελατειακές σχέσεις και τη διαπλοκή…
Η κοινωνία έτσι ήταν. Υπήρχε αυτό από πριν. Δεν ήταν κάτι καινούργιο. Γινόταν σε μικρές κοινωνικές ομάδες, και στη μεταπολίτευση, επεκτάθηκε και σε μεγαλύτερες. Από την άλλη μεριά δεν νομίζω ότι το έκαναν όλοι με ελαφριά συνείδηση. Για πολλούς ανθρώπους στοίχιζε ψυχολογικά. Ξέρανε, ότι δεν πρέπει να πάνε να παρακαλέσουν τον βουλευτή, αλλά το έκαναν γιατί δεν έβλεπαν άλλη δυνατότητα.
Μπορεί κάποιος να είχε όλα τα προσόντα και παρόλα αυτά να έπρεπε να παρακαλέσει, να «φιλήσει τις κατουρημένες ποδιές» που λέγαμε για να πάρει τη θέση… Πάντως, επειδή η εξουσία του «βουλευτή» τελείωσε –και λόγω της κρίσης-  έχει περισσότερες δυνατότητες να τελειώσουμε και με το πελατειακό κράτος και να εμποδίσουμε τη διαφθορά και τη διαπλοκή με θεσμικούς τρόπους. Μπορούμε για παράδειγμα, να φτιάξουμε κάποιους κανόνες, κάποιες αξίες, κάποιες αρχές και να τις σεβαστούμε.
- Επειδή σε περιόδους κρίσεων και αλλαγών,  το θέμα της συνεργασίας και της αλληλεγγύης είναι πολύ σημαντικό… Τί βάσεις, πιστεύεις, έχει στην ελληνική κοινωνία; Πότε συνεργαστήκαμε εμείς οι έλληνες;  
Νομίζω ότι δεν το γνωρίζουμε αυτό. Ποτέ δεν συνεργαστήκαμε. Ούτε στο σχολείο το διδαχτήκαμε. Είμαστε πάρα πολύ έξυπνοι άνθρωποι, θα έλεγα, σε μια μικρή χώρα. Και για να επιπλεύσουμε, γιατί πέρασε πάρα πολλά αυτή η χώρα, υπήρχε ένας μεγάλος ανταγωνισμός. Ωστόσο αυτή τη στιγμή, δεν έχουμε παρά να συνεργαστούμε. Κι ύστερα αυτό που βγαίνει από τις συλλογικότητες είναι πάντα μεγαλύτερο, σημαντικότερο και με μεγαλύτερη ικανοποίηση.
Ένα πρόσφατο παράδειγμα, έχω από την Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης. Στην Ημερίδα που οργανώσαμε, οι ομάδες που απόκτησαν μεγαλύτερη συλλογικότητα, παρουσίασαν και το πιο αξιόλογο έργο. Το να στήνουμε συλλογικότητες, είναι κάτι που πρέπει να το μάθουμε…
- Η συνεργασία και η συλλογικότητα δεν υπήρχε στο ΕΑΜ; 
Δούλεψαν τότε, αλλά κάτω από μια καθοδήγηση, μια ηγεσία. Αντίθετα, η συνεργασία προϋποθέτει την ισοτιμία. Αν συνεργάζεσαι σε μία οργάνωση που είναι πυραμιδωτή, δηλ. έχει αρχηγό, ηγεσία που μάλιστα έχει πείσει τους από κάτω, ότι «το κόμμα πάντα ξέρει καλύτερα», όπου δεν μπορεί κάποιος να εκφράσει τις αντιρρήσεις τους γιατί γίνεται ύποπτος, αυτό είναι μία άλλου είδους εμπειρία.
Στη σημερινή κοινωνία, με την τεχνολογία που διαθέτουμε, η δομή της οργάνωσης μπορεί να είναι οριζόντια και να υπάρχει συνεργασία με ισοτιμία. Στην πραγματικότητα για να επιτύχουμε τις αναγκαίες κοινωνικές αλλαγές πρέπει να βρούμε νέους τρόπους για να συνεργαστούμε. Να αποδεχτούμε ο ένας τον άλλον. Και κυρίως να ακούμε ο ένας τον άλλον!
Και δεν τον ακούμε τον άλλον, διότι η σκέψη μας έχει δύο πόλους, γιατί έχουμε περάσει από έναν εμφύλιο (ή ο δικός μας, ή ο εχθρός μας).
- Αυτό συνέβη πέρυσι στην πλατεία Συντάγματος με το κίνημα της Άμεσης Δημοκρατίας… Εφόσον όμως, δεν έχουμε διαχειριστεί ακόμα τον εμφύλιο, ίσως αυτή την ώρα τον διαχειριζόμαστε, γι αυτό και μιλάμε και για συνεργασία; 
Ναι, γιατί ο εμφύλιος και ο ψυχρός πόλεμος, δεν χώρισαν μόνο όλη την ανθρωπότητα και κατά συνέπεια όλη την Ελλάδα στα δύο, αλλά δημιούργησαν στη σκέψη μας δύο πόλους: Οι δικοί μας και οι εχθροί μας. Οι δικοί μας είναι πάντα καλοί, οι εχθροί μας είναι πάντα κακοί. Και βέβαια, δαιμονοποιούμε τον αντίπαλο. Αν δούμε όμως τον άλλον άνθρωπο, τον… αντίπαλο, ως άνθρωπο με άλλη άποψη, τότε τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά. Στην ουσία, δηλαδή, αν διαχειριστούμε σωστά τον εμφύλιο, όπως λες.
- Εσύ τι πιστεύεις ότι θα γίνει στις εκλογές που θα γίνουν σε λίγο, στις 17 Ιουνίου; 
Νομίζω ότι ο κόσμος είναι έτοιμος να αλλάξει λίγο τα πράγματα. Λίγο. Δεν ξέρω αν έχει πάρει απόφαση να τα αλλάξει όλα. Θέλει να τα αλλάξει, δεν τον παίρνει άλλο, αλλά δεν ξέρω αν έχει πάρει την απόφαση μέσα του.
- Μήπως είναι αυτός ο φόβος που έλεγες; 
Μα, ναι! Είναι ο φόβος μπροστά την ελευθερία! Είναι ο φόβος γιατί δεν το έχει ξανακάνει. Είναι ο φόβος για το καινούργιο. Είναι αυτό που ονομάζουμε κοινωνική αδράνεια, να μην θέλεις να αλλάξεις μια κατάσταση παρόλο που δεν ζεις καλά μέσα σε αυτήν. Αυτό είναι δεδομένο. Αλλά φτάνει μια στιγμή, όπου υπερτερεί η ανάγκη της αλλαγής απέναντι στο φόβο για το καινούργιο.
- Μέχρι στιγμής, οι δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να βγάζουν και πάλι πρώτο κόμμα τη ΝΔ. 
Βέβαια, όχι με μεγάλη διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ… Ζούμε μία περίοδο που είναι πολύ φορτισμένη με γεγονότα και νομίζω ότι ως έλληνες, ως έθνος, ως κοινωνία, φτιάχνουμε μια καινούργια ταυτότητα. Είναι η εποχή, ακριβώς, που φτιάχνεται η καινούργια ταυτότητα, και βασικά θα στηριχτεί πάνω στο παρελθόν, για να φτιαχτεί αυτό το καινούργιο.
Είναι μια περίοδος μεγάλων ανατροπών. Θα αλλάξει ο κοινωνικός χάρτης, θα φτιάξουμε στην πραγματικότητα μια νέα ταυτότητα, παρ’ όλους τους υπαρκτούς φόβους μας. Είναι απαραίτητο, δηλαδή, να κοιτάξουμε το παρελθόν, όλους αυτούς που έζησαν πίσω μας για να προχωρήσουμε στο μέλλον.
Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο  μυαλό των ζωντανών. Και όταν ακόμα οι ζωντανοί φαίνονται ν'  ασχολούνται ν' ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα  και να δημιουργήσουν κάτι που δεν έχει προϋπάρξει, σ' αυτές  ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης επικαλούνται  φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους,  δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις  στολές τους για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή  σεβάσμια μεταμφίεση και μ' αυτή τη δανεισμένη γλώσσα τη νέα  σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας. [...]
Σ' αυτές λοιπόν τις επαναστάσεις, η ανάσταση των νεκρών  χρησίμευε για να λαμπρύνει τους καινούργιους αγώνες κι όχι  για να παρωδήσει τους παλιούς, για να υπερβάλλει στη  φαντασία το καθήκον που είχε μπει και όχι για να αποφύγει την εκπλήρωσή του στην πράξη, για να ξαναβρεί το πνεύμα της  επανάστασης και όχι για να κάνει να πλανιέται το φάντασμά  της» Καρλ Μαρξ, Η 18 Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη.
- Τι νομίζεις ότι πρέπει να κρατήσουμε από το παρελθόν για να το πάρουμε μαζί στη νέα μας ταυτότητα; 
Να κρατήσουμε το γεγονός ότι υπάρχει μια υπερηφάνεια σε αυτό το λαό, και στο επίπεδο αυτό που λέμε: του απλού ανθρώπου, υπάρχουνε πάρα πολύ σημαντικές αξίες, σε αντίθεση με το επίπεδο των ελίτ… Υπάρχει δοτικότητα για παράδειγμα στον απλό κόσμο (κυρίως μέσα στην οικογένεια, αλλά μπορεί να γίνει και στην κοινωνία…), όπως υπάρχει βέβαια και κρυψίνοια και καχυποψία - ως συνέπειες του εμφυλίου.
Αλλά, επειδή, ποτέ δεν είχαμε ένα κράτος πρόνοιας, ένα κράτος «προστάτη», έχουμε μάθει να είμαστε ευέλικτοι, επινοητικοί, να μπορούμε να διαχειριζόμαστε δύσκολες καταστάσεις, να τα βγάζουμε πέρα. Και αυτό είναι θετικό.
Και, βέβαια, να κρατήσουμε τους αγώνες μας! Και οι αγώνες δεν είναι ατομικοί, είναι συλλογικοί. Να κρατήσουμε τη μνήμη π.χ. της Μαρίας Μπέικου… τη μνήμη της Κούλας Ξηραδάκη που παρόλο που δεν μπόρεσε να σπουδάσει Ιστορία, έγινε ιστορικός… Να κρατήσουμε τις αγώνες των ανθρώπων που έκαναν για να καλυτερεύσουν την καθημερινότητά τους και όχι μόνο τους ήρωες.
Αυτό που είμαστε, αυτό θα κάνουμε. Αν είμαστε αποφασισμένοι να αλλάξουμε προς το καλύτερο τον κόσμο και τη ζωή μας, θα το κάνουμε. Θα νικήσουμε και τους δισταγμούς και τους φόβους… Υπάρχει δισταγμός και φόβος, γιατί υπάρχει το άγνωστο και κανείς δεν θέλει να χάσει όσα είχε…
- Κάθε αλλαγή όμως, έχει ένα τίμημα. Δεν γίνεται να αλλάξεις για να κερδίσεις κάτι, αν δεν χάσεις κάτι άλλο… 
Υπάρχει ένας ωραίος στίχος του Ευριπίδη, που σε ελεύθερη μετάφραση, λέει, ότι οι άνθρωποι στεναχωριούνται όταν χάνουνε αυτά που είχανε κι όχι  εκείνα που δεν είχανε, που δεν είχανε βιώσει...
«το μετ’ ευτυχίας κακού-
σθαι θνατοίς βαρύς αιών
(για τους θνητούς είναι πολύ βαρύ
να κακοπαθαίνουν μετά από μια ευτυχία)»
Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Ταύροις

Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, του Βαγγέλη Ραπτόπουλου


tvxs.gr/node/95837
Eιδικά στους μικρότερους, το σχοινοτενές αυτό ημερολόγιο ή γραπτό ντοκιμαντέρ, θα δώσει τα κατάλληλα κλειδιά για να αντιληφθούν τι συνέβαινε, μ’ έναν τρόπο εντελώς αλλιώτικο απ’ ό,τι η ειδησεογραφική δημοσιογραφία, ακριβώς εξαιτίας των προσωπικών μου εμμονών, μέσα από τις οποίες διϋλίζονται τα γεγονότα και τα πρόσωπα», ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής - από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο - του νέου του βιβλίου με τίτλο «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».
"Το 23o κατά σειρά βιβλίο μου γράφτηκε λίγο λίγο, καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Κατά περιόδους, ξαναδούλευα το υλικό, γεφυρώνοντας τα κενά και παρεμβάλλοντας νέα κομμάτια. Ώσπου η πορεία τής ίδιας της δεκαετίας του 2000, που είναι το πραγματικό θέμα αυτού του βιβλίου, μού υπέδειξε ένα τέρμα.
Κατά κάποιον τρόπο, οι ζωές μας μέσα στη συγκεκριμένη δεκαετία ακολούθησαν μια διαδρομή που είναι το αντίθετο του παραμυθιού. Αντί να αρχίζουν με τα προβλήματα και τις περιπέτειες, και να καταλήγουν σ’ ένα «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», εδώ συνέβη το ακριβώς αντίθετο.
Ελπίζω ότι, προσθέτοντας κείμενα και εμπλουτίζοντας τα ήδη δημοσιευμένα στον Τύπο (τα δύο τελευταία, μάλιστα, πρωτοδημοσιεύτηκαν στο tvxs.gr), αποκατέστησα την ομαλή ροή μιας εξομολόγησης, ή ίσως μιας κατάθεσης, ενός αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος ακολουθεί και καταγράφει τη συλλογική πορεία μας, από την επιτυχία του ευρώ ώς την αποτυχία της Κρίσης.

Εντέλει, θα έλεγα ότι σ’ αυτό το βιβλίο μου ένας συγγραφέας αυτοβιογραφείται, καταγράφοντας, άλλοτε την πνευματική διαδρομή του, κι άλλοτε κάποια σημάδια τού πνεύματος αυτής της εποχής. Φτάνοντας μέχρι σήμερα, που καλούμαστε να μάθουμε την «υψηλή τέχνη της αποτυχίας».

Κατά τα άλλα, «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας» με βασάνισε, όσο ακριβώς κι ένα έργο μυθοπλασίας μου, για να μην πω περισσότερο. Παθιάστηκα μ’ αυτό το γραπτό και, παλεύοντας τόσα χρόνια μαζί του, βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που καταπιάστηκα με άλλο ένα πολυσέλιδο βιβλίο.
Ο τόπος μας, και κυρίως το εύκρατο κλίμα μας, ωθούν τους ανθρώπους στην εξωστρέφεια, τους την επιβάλλουν. Οι μεγάλες φόρμες, οι καθεδρικοί της λογοτεχνίας, δεν ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία μας. Ευτυχώς, αυτό, το πιο ογκώδες απ’ όλα τα βιβλία μου, αποτελείται από μια απίθανη ποσότητα μικροσκοπικών κειμένων, κάποτε ακόμα και της μισής σελίδας. Απ’ αυτή την άποψη, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς!

Τελικά, «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας» είναι κάτι ανάμεσα σε ημερολόγιο, αυτοβιογραφία, εξομολογητικό δοκίμιο, χρονικό, ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ, μαρτυρία, οδοιπορικό, λεξικό και πανόραμα της δεκαετίας του 2000.

Ας μείνουμε στην πρώτη εκδοχή, στο ημερολόγιο.
Εν προκειμένω, δεν έχουμε να κάνουμε μ’ έναν συνηθισμένο τύπο του, αλλά με το ημερολόγιο υπό μία ευρύτερη έννοια. Ένα είδος «δημόσιου» ημερολογίου. Το ημερολόγιο, με την έννοια του εξομολογητικού δοκιμίου, της πνευματικής αυτοπροσωπογραφίας ή αυτοβιογραφίας ενός συγγραφέα, ο οποίος, ως ζωντανή συνείδηση της γενιάς και της εποχής του, γράφει εκ των πραγμάτων δημόσια κείμενα, ακόμη κι όταν αυτά είναι ιδιωτικά.

Αν δεν το είχε κατοχυρώσει ήδη ο Ντοστογιέφσκι, θα το τιτλοφορούσα «Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα».

Μιλάμε για ένα βιβλίο που έχει προπαντός μια πολιτική και κοινωνική διάσταση, μέσα από την οποία παρακολουθούμε τη ζωή στην Ελλάδα να αλλάζει προς το πιο νεοπλουτίστικο και το ευρωπαϊκό, αληθινό ή δήθεν, ώσπου τελικά οδηγείται στο δρόμο της κατάρρευσης.

Ένα βιβλίο που μιλάει για τη «διασκεδαστούπολη»
στο Μπουρνάζι, για το ολοκαίνουργιο Μετρό και για το «διαστημόπλοιο των πολυεθνικών» που λέγεται Mall. Για το ΟΑΚΑ και τη μεταολυμπιακή μελαγχολία, για τα ριάλιτι όπως το «Big Brother» και για την καπναπαγόρευση. Για την άνοδο των γυναικών και την πτώση των αντρών, το Ίντερνετ, την οικολογία, την παγκοσμιοποίηση και τον πατριωτισμό. Για τα Δεκεμβριανά του 2008, την τρομοκρατία, τις ταραχές στην Κερατέα, το κόμμα του Λαζόπουλου και τους Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα.

Αλλά, την ίδια στιγμή, μιλάμε και για το ημερολόγιο εργασίας ενός συγγραφέα, ο οποίος στοχάζεται διαρκώς πάνω στη δουλειά του, και κυρίως πάνω στη σχέση της με το πνεύμα της εποχής μας, ενώ παράλληλα καταθέτει μαρτυρίες για συναδέλφους του, από τον Ταχτσή, τον Σαμαράκη και τον Κουμανταρέα, ώς τους πολύ νεότερους.
Με άλλα λόγια, «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας» αποτελεί μια, τρόπον τινά, δημοσιογραφική περιπλάνηση στο σκηνικό της τελευταίας δεκαετίας, και παράλληλα περιλαμβάνει ένα πολύ προσωπικό υλικό, που όμως τείνει διαρκώς προς τη γενίκευση, αφού ο προβληματισμός ενός συγγραφέα λειτουργεί αναπόφευκτα έτσι ακριβώς.

Εάν με ρωτούσαν σε ποιον απευθύνεται αυτό το βιβλίο, θα προσπερνούσα τους συνομηλίκους μου ή τους μεγαλύτερους, ως κάτι αυτονόητο. Και θα πήγαινα, κατευθείαν, στις πολύ μικρότερες ηλικίες, σε όλους εκείνους που ουσιαστικά δεν έζησαν, ή δεν πολυκατάλαβαν, τη δεκατία την οποία καλύπτει «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».

Στους μικρότερους, λοιπόν, το σχοινοτενές αυτό ημερολόγιο ή γραπτό ντοκιμαντέρ, θα δώσει τα κατάλληλα κλειδιά για να αντιληφθούν τι συνέβαινε, μ’ έναν τρόπο εντελώς αλλιώτικο απ’ ό,τι η ειδησεογραφική δημοσιογραφία, ακριβώς εξαιτίας των προσωπικών μου εμμονών, μέσα από τις οποίες διϋλίζονται τα γεγονότα και τα πρόσωπα.

Και τέλος πάντων, τόσο σε όσους απουσίαζαν από τη δεκαετία του 2000, όσο και σε όσους ήταν παρόντες, θα προσφέρει μια διαισθητική ματιά, ιδιόμορφα διεισδυτική, με στόχο όχι τόσο να αναπαραστήσει την εποχή, όσο να συνοψίσει κάτι από τον βαθύτερο πυρήνα της, πάντα υπό το μανδύα του επικαιρικού.-"


Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος (Αθήνα, 1959) εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο στα είκοσί του. Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα και νουβέλες: «Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματος», «Λούλα», «Mαύρος γάμος», «Χάσαμε τον Μπαμπά», «Φίλοι», «Η Μεγάλη Άμμος» κ.ά. Σπονδυλωτά έργα: «Έμμονες ιδέες», «Η γενιά μου», «Ιστορίες της Λίμνης». Μεταξύ χρονικού και αυτοβιογραφίας: «Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;», «Η δική μου Αμερική», «Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».Καθώς και μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους έλληνες συγγραφείς. «Τα τζιτζίκια» εκδόθηκαν στα αγγλικά, «Η απίστευτη ιστορία της πάπισσας Ιωάννας» στα ιταλικά. «Ο εργένης» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, τα «Διόδια» στην τηλεόραση, ενώ «Η επινόηση της πραγματικότητας» διασκευάστηκε για το θέατρο. Συνολικά έχουν τυπωθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα των βιβλίων του. Ιστοσελίδα: http://vangelisraptopoulos.wordpress.com
*Το βιβλίο "Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

26.5.12

Ο δρόμος

Τα κύματα έσκασαν στα πόδια του και το νερό της θάλασσας χάιδεψε το πρόσωπό του. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν. Μόλις άνοιξε τα μάτια του διαπίστωσε ότι ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα και το πρόσωπό του ήταν χωμένο μέσα στην άμμο. Στηρίχθηκε στα χέρια του, σηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω του. Βρισκόταν σε μια άγνωστη τοποθεσία, κοίταξε τα ρούχα του, ήταν γεμάτα από την λευκή άμμο που δέσποζε στην παραλία. Την τίναξε από πάνω του και διαπίστωσε ότι ήταν ξυπόλητος. Προσπάθησε να θυμηθεί πως βρέθηκε σε αυτό το μέρος, μετά από λίγη ώρα σκέψης κατάλαβε πως δεν θυμόταν τίποτα. Ούτε ποιος ήταν, ούτε πως βρέθηκε εκεί.
Συνέχισε να κοιτάει το τοπίο, τη θάλασσα και τον ήλιο, ο οποίος βρισκόταν στο πιο ψηλό σημείο του ουρανού. Πίσω από τα βράχια που έριχναν τον ίσκιο τους στην παραλία είδε ένα δρόμο που οδηγούσε σε ορισμένα σπίτια. «Ένα χωριό,» σκέφτηκε. «Ίσως οι άνθρωποι εκεί μπορέσουν να με βοηθήσουν.»
Άρχισε να σκαρφαλώνει τα βράχια, τα βρεγμένα ρούχα τον δυσκόλευαν αρκετά, έπεσε δύο φορές και γλίστρησε περισσότερες. Όταν έφτασε στο δρόμο τα χέρια του ήταν ματωμένα, τα γόνατά του γεμάτα πληγές και οι πατούσες του γδαρμένες από άκρη σε άκρη.
Κοίταξε το δρόμο που ανηφόριζε προς το χωριό και αναφώνησε: «τρία χιλιόμετρα». Αμέσως μετά σκέφτηκε ότι πολύ εύκολα υπολόγισε την απόσταση.
Του ήρθε μια αποσπασματική εικόνα στο νου του.
Ένας επαγγελματικός χώρος, μοιάζει με αρχιτεκτονικό γραφείο, στο χώρο είδε δύο γυναίκες, έναν άντρα και τον εαυτό του να εργάζονται.
Είμαι υπάλληλος εκεί; αναρωτήθηκε.
Είδε σαν σε όνειρο ένα επιστολόχαρτο με την επωνυμία PENA ARCHITECTS και αμέσως θυμήθηκε τα ονόματα των υπολοίπων συνεργατών του, Παναγιώτης, Έλενα, Αφροδίτη και το όνομά του, Νίκος.
«Το όνομα της εταιρείας προέκυψε από τα αρχικά μας. Καλή αρχή Νίκο. Η μνήμη σου επανέρχεται. Αλλά πως βρέθηκα σε αυτή την παραλία; Δεν μοιάζει με περιοχή της Ελλάδας.», σκέφτηκε μεγαλόφωνα.
Άρχισε να προχωράει με αργά βήματα προς το χωριό. Ο δρόμος ήταν σε άσχημη κατάσταση, τα πόδια του τον πόναγαν και τα βρεγμένα εσώρουχα τον δυσκόλευαν στο περπάτημα. Το στόμα του είχε στεγνώσει, προσπάθησε να μαζέψει λίγο σάλιο με τη γλώσσα του, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Στην άκρη του δρόμου υπήρχαν μόνο θάμνοι, το κεφάλι του άρχισε να ζεσταίνεται, ζαλίστηκε για λίγο, είδε ένα δέντρο στην άκρια του δρόμου, στα διακόσια μέτρα μπροστά του, περπάτησε προς αυτό.
Μόλις έφτασε, ξάπλωσε στον ίσκιο και έκλεισε τα μάτια του. Τα άνθη που βρίσκονταν τριγύρω του ανέδυαν ευωδιές και κάποιες από αυτές φάνηκαν γνώριμες στις αισθήσεις του. Ανασηκώθηκε και άρχισε να κοιτάει τριγύρω. Δίπλα στο δέντρο είδε πολλές μαργαρίτες και λίγο παραπάνω διέκρινε ένα λιβάδι με παπαρούνες. Του ήρθε μια εικόνα ακόμα στο νου του.
Κρατάει ένα μπουκέτο λουλούδια, καμιά εικοσαριά παπαρούνες και άλλες τόσες μαργαρίτες με λίγη πρασινάδα ανάμεσά τους να σπάει το χρώμα.
«Και σε ποια γυναίκα τα προσέφερα;» Δεν βρήκε απάντηση στην απορία του, σηκώθηκε νωχελικά, έφτιαξε ένα νέο μπουκέτο και τράβηξε προς το χωριό.
Μετά από μια στροφή η διαδρομή έγινε απότομα ανηφορική και ο Νίκος άρχισε να λαχανιάζει. Κουρασμένος όπως ήταν βρήκε ένα βράχο στην άκρη του δρόμου και έκατσε να ξαποστάσει. Είχε θέα το δρόμο, την παραλία και τη θάλασσα. Χάθηκε στο βαθυγάλαζο και του ήρθε ακόμα μία ανάμνηση στο μυαλό του.
Φοράει μία βερμούδα, ένα ριχτό πουκάμισο, αθλητικά παπούτσια και ένα κασκέτο, οδηγεί ένα φουσκωτό σκάφος και στο αριστερό του χέρι κρατάει το μπουκέτο με τα λουλούδια.
Συνήλθε και παρατήρησε τα ρούχα του. Ήταν τα ίδια με την ανάμνηση που του ‘ρθε στο μυαλό, μόνο τα παπούτσια έλειπαν, κοίταξε το αριστερό του χέρι. Κρατούσε το μπουκέτο με τα λουλούδια.
«Περίεργο. Και που πήγαινα; Βυθίστηκε το φουσκωτό; Γιατί δεν θυμάμαι;»
Δεν βρήκε καμιά απάντηση στα ερωτήματά του, η κεφαλαλγία που τον ενοχλούσε άρχισε να δυναμώνει, σηκώθηκε και συνέχισε να περπατάει προς το χωριό.
Μετά από μία ακόμα στροφή ο δρόμος συνέχιζε ανηφορικά δίπλα σε ένα γκρεμό. Ο Νίκος σταμάτησε και κοίταξε πίσω του. Η παραλία δεν φαινόταν πια. Κοίταξε προς το γκρεμό, ζαλίστηκε από το υψόμετρο, γύρισε προς τη θάλασσα και είδε στα ανοιχτά της ένα κότερο να γλιστράει απαλά πάνω στα κύματα. Άλλη μία εικόνα εμφανίστηκε.
Ένα λευκό κότερο με το όνομα Sea Princess.
«Έχω κότερο; Και που βρίσκεται τώρα αυτό; Κανένας δεν με αναζητά; Μόνος μου ταξίδευα;» αναρωτήθηκε.
Γύρισε προς το χωριό και μέτρησε την απόσταση που έπρεπε να διανύσει. «Άντε Νίκο, άλλα 1.200 μέτρα είναι», φώναξε δίνοντας δύναμη στον εαυτό του και άρχισε πάλι να προχωράει.
Τον ήλιο τον είχε πάρει η κατηφόρα προς τη δύση και δεν έκαιγε πια πολύ. Αυτό αναζωογόνησε το Νίκο και τον έκανε να ανεβάσει το ρυθμό του περπατήματός του. Αυτή τη φορά εμφανίστηκε ένα σύνολο εικόνων, σαν ταινία, στο μυαλό του.
Βλέπει τον εαυτό του στο πλατύσκαλο μιας εκκλησίας, ντυμένος με ένα γαλάζιο κουστούμι, στα αριστερά του βρίσκεται η Έλενα, στα δεξιά του ο Παναγιώτης, ο οποίος ψιθυρίζει στο αυτί του: «Δίπλα έχω το αυτοκίνητό μου κουμπάρε. Ορίστε τα κλειδιά. Προλαβαίνεις να αλλάξεις γνώμη. Σε λίγο θα είναι αργά». Η Έλενα κοιτάει τον Παναγιώτη με ένα βλέμμα που πετάει κεραυνούς από τα μάτια της και λέει, αρκετά φωναχτά ώστε να την ακούσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι: «Γιατί ρε Παναγιώτη; Εσύ δεν περνάς καλά μαζί μου; Μήπως έχεις μετανιώσει που έχουμε παντρευτεί;»
«Και ποια παντρεύτηκα;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
Η συνέχεια ήρθε αμέσως.
Από το αυτοκίνητο βγαίνει, ντυμένη νύφη, η Αφροδίτη, ως άλλη θεά, αναγκάζοντας όλους τους παραβρισκόμενους να αναφωνήσουν με θαυμασμό. Αμέσως μετά την τελετή οι νεόνυμφοι χαιρετούν τους καλεσμένους και κατόπιν πραγματοποιείται η δεξίωση. Στο τέλος της δεξίωσης ο Παναγιώτης ρωτάει: «Και που θα πάτε για μήνα του μέλιτος;»
Ο Νίκος απαντά: «Θα ταξιδέψουμε με αεροπλάνο στην Μπανγκόκ, μετά θα πάμε στο Πουκέτ, και από εκεί θα νοικιάσουμε ένα κότερο και θα γυρίσουμε ορισμένα απομονωμένα νησιά για ένα μήνα.»
«Καλά, λεφτά έχετε, γιατί δεν πάτε σε ένα ξενοδοχείο σε κάποιο εξωτικό νησί;» ρωτάει η Έλενα.
«Ο Νίκος προτιμάει να πάμε κάπου οι δυό μας. Χωρίς κανέναν άλλο», απαντά η Αφροδίτη.
«Τώρα καταλαβαίνω ότι δεν γούσταρε αυτό το ταξίδι. Πως και δεν το είδα νωρίτερα αυτό;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
Μέτα από αυτή την ανάμνηση ένα βλέμμα ικανοποίησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του και ξεκίνησε να προχωράει με γρήγορο βηματισμό. Σκεφτόταν συνέχεια τη γυναίκα του, ήθελε να χαθεί μέσα στην αγκαλιά της.
Τα γόνατά του τον πόναγαν, κοίταξε πίσω του, οι πατούσες του άφηναν ίχνη αίματος στην άσφαλτο, όπως αφήνει ένα χτυπημένο ζώο που προσπαθεί να ξεφύγει από το θύτη του. Ο πονοκέφαλος έγινε ακόμα πιο έντονος, άλλη μία ανάμνηση ήρθε στο μυαλό του.
Βρίσκεται στο φουσκωτό και πλησιάζει το αγκυροβολημένο κότερο, δίπλα του διακρίνει και ένα άλλο σκάφος. Φόβος τον κυριεύει και αναπτύσσει ταχύτητα προς τον προορισμό του. Φτάνει στο γιοτ, δένει το φουσκωτό του και ανεβαίνει στο κατάστρωμα. Φωνάζει την Αφροδίτη δυο φορές, δεν λαμβάνει κάποια απάντηση, κατευθύνεται προς την αριστερή πλευρά και διαπιστώνει ότι το άλλο σκάφος δεν έχει επιβάτες.
Ξαφνικά οι αναμνήσεις σταμάτησαν. Όσο και αν προσπάθησε εκείνη την στιγμή, η συνέχεια δεν εμφανίστηκε στο μυαλό του Νίκου.
«Γιατί παίζεις παιχνίδια μαζί μου; Άφησέ με να δω τι έγινε. Θυμήσου Νίκο, θυμήσου.» Χτύπησε το κούτελό του με το δεξί του χέρι.
Συνέχισε να ανηφορίζει. Στα διακόσια μέτρα από το χωριό είδε δύο παιδιά να παίζουν στην άκρη του δρόμου. Τους φώναξε, τα παιδιά γύρισαν, τον κοίταξαν και άρχισαν να τρέχουν φωνάζοντας βοήθεια και κάτι για ένα δολοφόνο. Κοίταξε τριγύρω του με το φόβο να τον κυριεύει. Ησύχασε στη στιγμή καθώς διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος.
«Καλά τα παιδιά πρέπει να είναι τελείως βλαμμένα. Μοιάζω με δολοφόνο;» Κοίταξε τον εαυτό του και χαμογέλασε. «Μάλλον για τρελό μοιάζω έτσι όπως είμαι χτυπημένος και κρατάω τα λουλούδια στο χέρι.»
Ακόμα μία ανάμνηση εμφανίστηκε στο μυαλό του.
Ο Νίκος πηγαίνει στο πιλοτήριο, ανοίγει ένα ντουλάπι, βγάζει ένα περίστροφο που υπήρχε για την περίπτωση αντιμετώπισης πειρατών, βγάζει το κουτί με τις σφαίρες, το γεμίζει και αρχίζει να κατεβαίνει αθόρυβα προς τις καμπίνες ενώ φωνάζει ξανά το όνομα της Αφροδίτης. Καμιά απάντηση, μόνο βογκητά σπάνε την σιωπή που κυριαρχεί. Προχωράει προς την καμπίνα τους, σφίγγει το περίστροφο, πετάει το μπουκέτο με τα λουλούδια και ανοίγει την πόρτα αργά. Βλέπει την Αφροδίτη γυμνή, στο κρεβάτι τους, με δύο άντρες να κάνουν ταυτόχρονα σεξ μαζί της. Κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, τον βλέπει η Αφροδίτη, του χαμογελάει και του προτείνει να συμμετάσχει αντί απλά να κοιτάει.
«Ούτε μία ώρα δεν έλειψα…» τραυλίζει ο Νίκος, σηκώνει το περίστροφο, τραβάει τον κόκορα και σημαδεύει. Η Αφροδίτη και οι δύο άντρες φωνάζουν: «Μη. Σταμάτα.»
Δύο φωνές άρχισαν να του φωνάζουν σε σπασμένα αγγλικά: «Σήκωσε τα χέριά σου ψηλά. Συλλαμβάνεσαι. Είσαι ύποπτος για δολοφονία».
Ο Νίκος συνήλθε και κοίταξε τους ταϊλανδούς αστυνομικούς που του φώναζαν.
«Σήκωσε τα χέρια ψηλά ή πυροβολώ», είπε ο ένας.
Ο Νίκος σήκωσε τα χέρια ψηλά και του ήρθε άλλη μια ανάμνηση στο μυαλό του.
Όπως φωνάζουν, η Αφροδίτη και οι δύο άντρες, ο Νίκος σηκώνει το περίστροφο πάνω από τα κεφάλια τους, σημαδεύει το φινιστρίνι και πυροβολεί τρεις φορές. Και οι τρεις πέφτουν από το κρεβάτι.
«Σιγά μη σε σκοτώσω. Σιγά μη πάω για πάρτη σου φυλακή.»
Ο Νίκος βγαίνει στο κατάστρωμα, λύνει το σκάφος των εραστών της Αφροδίτης, κατεβαίνει στο φουσκωτό του και ξεκινάει.
«Μα δεν τους σκότωσα», φώναξε και κατέβασε τα χέρια του. Πυροβολισμοί ακούστηκαν, ο Νίκος έπεσε αιμόφυρτος στην άσφαλτο. Ο πόνος στα γόνατα ήταν αφόρητος. Γύρισε και κοίταξε τα πόδια του. Ήταν θρυμματισμένα, οι αστυνομικοί είχαν πυροβολήσει και πετύχει και τα δύο γόνατά του.
«Δεν τους σκότωσα εγώ», φώναξε και λιποθύμησε.
Τα κύματα για άλλη μια φορά έσκασαν στα πόδια του και το νερό της θάλασσας χάιδεψε το πρόσωπό του. Ο Νίκος ξύπνησε στην παραλία. Τα γόνατά του τον πονούσαν, ένιωθε ζωντανός, έφτυσε την άσπρη άμμο από το στόμα του. Προσπάθησε να σηκωθεί, δεν τα κατάφερε. Γύρισε ανάσκελα και κοίταξε τα πόδια του. Δεν υπήρχαν, ήταν κομμένα. Η αιμορραγία ήταν ακατάσχετη, το αίμα χυνόταν όπως ένα ποτάμι στη θάλασσα.
«Τι σκατά εφιάλτης είναι αυτός; Ξύπνα ρε» φώναξε και άρχισε να χτυπιέται. Δεν άλλαξε τίποτα από την κατάστασή του. Τα πόδια του δεν υπήρχαν.
Τότε εμφανίστηκε ακόμα μία ανάμνηση.
Οδηγεί το φουσκωτό του χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, απλά προσπαθεί να φύγει μακριά από το σκάφος και την Αφροδίτη. Ξαφνικά ένα τράνταγμα τον πετάει μέσα στη θάλασσα. Μέχρι να συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί νιώθει το πρώτο δάγκωμα στο δεξί του πόδι. Ο καρχαρίας δεν τον αφήνει, αρχίζει να περιστρέφεται μαζί με το Νίκο μέχρι την στιγμή που αποκόβεται το πόδι του κάτω από το γόνατο. Αμέσως ορμάει ο δεύτερος καρχαρίας στο αριστερό του πόδι. Μετά από αλλεπάλληλα χτυπήματα του κόβει το πόδι πάνω από τον αστράγαλο. Ο Νίκος αρχίζει να κολυμπάει μόνο με τα χέρια του. Έχει δει την παραλία, βάζει όλη του τη δύναμη και προσπαθεί να φτάσει εκεί. Τα κύματα τον ξεβράζουν στην αμμουδιά μισολιπόθυμο.
Ο Νίκος συνειδητοποίησε τι έγινε και άρχισε να φωνάζει: «Τα πόδια μου γαμώτο. Βοήθειαααααααα. Δεν υπάρχει κανείς εδώ; Βοήθειααααααα. Πεθαίνωωωω.» Μετά από μερικά λεπτά λιποθύμησε ξανά.
Ο Νίκος, μετά από αρκετή ώρα, ξύπνησε. Παρατήρησε το χώρο όπου βρισκόταν ξαπλωμένος, ήταν μία αίθουσα με πατώματα και τοίχους επενδυμένους με λευκό μάρμαρο. Κοίταξε τριγύρω του με θαυμασμό και τότε είδε να έρχεται προς το μέρος του ένας μεσήλικας άντρας που φόραγε μαύρο κουστούμι, μαύρο πουκάμισο και μία κατακόκκινη γραβάτα. Κατέβασε το βλέμμα στα πόδια του και διαπίστωσε ότι υπάρχουν. Σηκώθηκε όρθιος και ρώτησε: «Τι σκατά γίνεται εδώ;» ενώ ο άντρας του έκανε σήμα με το δάκτυλό του να σωπάσει. «Σσσσσσσσσσ. Έχεις ακόμα μία ανάμνηση να δεις και θα θυμηθείς τα πάντα. Κοίτα προσεκτικά.»
Ο άντρας χτύπησε τα χέρια του και η ανάμνηση ξεκίνησε στιγμιαία.
Ο Νίκος και η Έλενα εργάζονται στο γραφείο. Κοιτάζονται και αμέσως αρχίζουν να κάνουν έρωτα, με δύναμη πότε στο γραφείο και πότε στο πάτωμα. Μόλις τελείωσε ο Νίκος άναψε ένα τσιγάρο. Η Έλενα τον κοιτάζει ενώ ντύνεται και λέει: «Νίκο, αυτό πρέπει να τελειώσει. Όσο ήμουν μόνο εγώ παντρεμένη δεν με πείραζε. Από αύριο όμως θα είσαι παντρεμένος με την Αφροδίτη, την κολλητή μου. Δεν μπορώ να της το κάνω αυτό.»
«Τι λες καλέ. Τόσο καιρό που εγώ το κάνω αυτό στο κολλητό μου δεν σε πειράζει. Θα συνεχίσουμε με τον ίδιο τρόπο ή θα τα ξεράσω όλα στον Παναγιώτη. Θα του πω ότι το παιδί είναι πιθανότατα δικό μου και όχι δικό του. Εξάλλου εσύ παραπονιέσαι συνέχεια ότι έχετε πάνω από δύο μήνες να κάνετε έρωτα.»
Η ανάμνηση τελείωσε, ο Νίκος κοίταξε τον άνδρα και τον ρώτησε: «Και τι θέλεις τώρα εσύ από εμένα;»
«Δεν έχεις καταλάβει τι έχει συμβεί;»
«Όχι.»
«Πέθανες, εδώ βρίσκεται μόνο το πνεύμα σου και η εικόνα που αυτό έχει φτιάξει για εσένα. Εγώ ήρθα εδώ για να σου δείξω το δρόμο. Βρίσκεσαι στο ενδιάμεσο κόσμο, έφυγες από τη γη, δεν έχεις φτάσει ακόμα στον προορισμό σου. Από εκείνη την πύλη, τη φωτεινή, είναι ο δρόμος για τον παράδεισο. Από την άλλη, την σκοτεινή, ο δρόμος για την κόλαση.»
Ο Νίκος άρχισε να κινείται με ταχύ βηματισμό προς τη φωτεινή πύλη ενώ σιγομουρμούριζε ότι κάποιος του έκανε πλάκα. Η πύλη έκλεισε απότομα πριν προλάβει να τη διαβεί.
«Ο Θεός σου δεν σε θέλει στο παράδεισο επειδή και ψεύτης ήσουν και μοιχός. Κρίμα που δεν τους σκότωσες. Και στην κόλαση θα καταλήξεις και αυτοί θα ζήσουν. Τουλάχιστον μέχρι να σε συναντήσουν.»
«Ποιος είσαι;» ούρλιαξε με τρόμο ο Νίκος.
«Ακόμα δεν έχεις καταλάβει; Είμαι αυτός που οι χριστιανοί αποκαλούν τρισκαράτο, εξαποδώ, διάολο, σατανά. Ξεχνάω κάποιο όνομα; Ο Εωσφόρος είμαι και ήρθα να σε πάρω μαζί μου στην κόλαση. Χα χα χα…»

25.5.12

Η Τέχνη...

“Η τέχνη είναι μια συνεργασία του καλλιτέχνη με το Θεό.Και όσα λιγότερα κάνει ο καλλιτέχνης, τόσο το καλύτερο.”Andre Gide
Το ασυνείδητο ακόμα και στον 21ο αιώνα το λέμε ΘΕΟ…
----
(Έργο της ζωγράφου Μαριλίτσας Βλαχάκη)

22.5.12

Το κακό μυθιστόρημα... Ζαν Πωλ Σαρτρ

“Το κακό μυθιστόρημα είναι εκείνο που επιδιώκει να αρέσει κολακεύοντας τον αναγνώστη, ενώ το καλό είναι γεμάτο απαιτήσεις και δηλώνει την εμπιστοσύνη του σε αυτόν”
Ζαν Πωλ Σαρτρ

Ο Τοίχος: Ο υπαρξισμός του Σαρτρ… γίνεται αφήγηση


Γραμμένα στον μεσοπόλεμο, τα διηγήματα του παρόντος τόμου ανακινούν τον προβληματισμό της εποχής για τη θέση του ατόμου μέσα στην κοινωνία, εστιάζουν στον πολιτικό στοχασμό με τον οποίο ο Σαρτρ έβλεπε τον κόσμο, ανατέμνουν την πραγματικότητα με το υπαρξιστικό βλέμμα του υποψιασμένου διανοούμενου.
Όλο το έργο του Γάλλου συγγραφέα βαπτίζεται στην αριστερή σκέψη και απαυγάζει τη στρατευμένη του ματιά που μιλά για τον άνθρωπο σε μια κοινωνία κάφρων και εστιάζει στην έννοια της ελευθερίας και της ανθρώπινης ανεξαρτησίας. Το 1964 αρνείται το βραβείο Νόμπελ, ενώ δεν σταματά να εργάζεται πνευματικά και πολιτικά συμμετέχοντας ενεργά στα γεγονότα που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό του credo κινείται γύρω από την έννοια της ελευθερίας, στηριγμένη στην ανυπαρξία του Θεού και γι’ αυτό κανένας άνθρωπος δεν έχει ουσία πριν από τη γέννησή του, πριν από την ύπαρξή του: η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει να πραγματευθεί θεμελιώδεις εμπειρίες, οι οποίες μπορούν να δώσουν τροφή στη σκέψη. Τα έργα του Σαρτρ αποτελούν ευρέα σύμβολα των φιλοσοφικών του αντιλήψεων, μια προσπάθεια αφηγηματοποίησης των ιδεών του.
Τα διηγήματα
Το πρώτο ομώνυμο διήγημα αναφέρεται στη νύχτα τριών κρατούμενων στον ισπανικό εμφύλιο, όπου η ψυχολογία του μελλοθάνατου απαξιώνει τον θάνατο αλλά και τη ζωή, την αγάπη και την ευαισθησία, ενώ στο τέλος η συμπτωματική προδοσία αποδεικνύει το τυχάρπαστο της ζωής. Τελικά για ποιο λόγο πολεμά κανείς και για ποιο λόγο θυσιάζεται; Ο Σαρτρ απαντά “μόνο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια” κι αυτό ίσως είναι η ύψιστη μορφή ελευθερίας.
Το δωμάτιο” είναι ένα γαϊτανάκι αφηγήσεων, αρχής γενομένης με τη γηραιά αφηγήτρια που είναι καθηλωμένη στο δωμάτιό της, την οποία επισκέπτεται ο σύζυγός της για να της παραπονεθεί για την κόρη τους, έπειτα ο ίδιος ο σύζυγος που ανησυχεί για την κόρη του, επειδή έχει παντρευτεί έναν τρελό, και τέλος η ίδια η κόρη, η οποία ενσυνείδητα μένει στο πλευρό του τρελού άντρα της, ο οποίος μένει κλεισμένος στο σκοτεινό δωμάτιό του.
Ο “Ηρόστρατος” αναφέρεται διακειμενικά στον αρχαίο πυρπολητή του Μαυσωλείου της Εφέσου, ο οποίος έμεινε γνωστός διά μέσου της ιστορίας, ενώ ο αρχιτέκτονας που κατασκεύασε το εν λόγω κτήριο ξεχάστηκε. «Ηροστράτειο δόξα» επιχείρησε λοιπόν να αποκτήσει και ο “ήρωας” του διηγήματος, ο οποίος, κινούμενος από ένα μηδενιστικό μίσος, αποπειράται να σκοτώσει έξι ανθρώπους με μισή ντουζίνα σφαίρες. Παρακολουθούμε όλη τη μισανθρωπία, εν μέρει δικαιολογημένη, από την υπαρξιστική ελευθερία που καταντά ώρες-ώρες ασυδοσία, ενώ στο τέλος ο δειλός πρωταγωνιστής, αντί να ρίξει την τελευταία σφαίρα στον εαυτό του, παραδίνεται.
Η “Οικειότητα” αναφέρεται σε ένα ζευγάρι, τη Λουλού και τον Ανρί, οι οποίοι ζουν… άγονα και η γυναίκα βρίσκεται στο όριο του χωρισμού. Από τη μία, λοιπόν, η φίλη της, Ριρέτ, επιμένει πως πρέπει να χωρίσει και να εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη, πράγμα που γίνεται έστω και προσωρινά, και από την άλλη, ο Ανρί που εκλιπαρεί να παραμείνει. Η Λουλού αμφιταλαντεύεται και τελικά επιλέγει να παραμείνει. Το διήγημα βρίθει αναφορών στο σώμα, στις εκκρίσεις και στις ατέλειές του, στα απλά και στα αφανή, χωρίς όμως να περνά σε πορνογραφικές διεγερτικές περιγραφές. Η αρχή του μάλλον εδράζεται σε γαργαντούειες απηχήσεις, που αναδεικνύουν το σώμα ως φορέα σαπρότητας αλλά και ως ερωτικό αντικείμενο ταυτόχρονα.
Το τελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο “Η παιδική ηλικία ενός αρχηγού” δείχνει λίγο με χιούμορ, λίγο με παιδική αφέλεια την πορεία ενός παιδιού, με όλες τις παρανοήσεις και τις διαστρεβλωμένες εκδοχές της πραγματικότητας σχετικά με το πώς έγινε ένας νέος Führer που προσομοίασε στον Χίτλερ, ισχυρό άνδρα της εποχής και φυσικά εν εξελίξει καταστροφέα της Ευρώπης. Θαυμαστή είναι η οπτική γωνία του παιδιού, μέσα από την οποία ο Σαρτρ παρουσιάζει τον κόσμο.
Ένας σκεπτόμενος άνδρας
Τα διηγήματα του Σαρτρ ξεχωρίζουν γιατί γράφονται με αγαστή συνεργασία απρόσκοπτης γλώσσας και φιλοσοφικής προπαιδείας, που δένουν σε ένα άρτιο σύνολο. Η ατομική ματιά ανοίγεται στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και έτσι κάθε διήγημα είναι μια μικρογραφία του μεσοπολέμου και των ανησυχιών ενός σκεπτόμενου άνδρα που ζει στην καρδιά της Ευρώπης. Γι’ αυτούς τους λόγους, θα προτιμούσα η νέα έκδοση των εκδόσεων Πατάκη να περιελάμβανε μια κατατοπιστική εισαγωγή που ενημερώνει για την εποχή και τον συγγραφέα και να τοποθετεί τα διηγήματα μέσα στο υπόλοιπο έργο και στον στοχασμό του Σαρτρ. Πρέπει πλέον έργα όπως αυτό να παρουσιάζονται πιο ολοκληρωμένα και με συνοδευτικά κείμενα, τα οποία να βοηθούν τον αναγνώστη να τα οριοθετήσει.
Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος
Ζαν-Πολ Σαρτρ, “Ο τοίχος”, μετ. Ε. Τσολακέλλη, εκδόσεις Πατάκη 2012
Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου