Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

11.5.12

Περιμπανού - Αντιγόνη Τσίγκου - 18/11/2010

Η πιθανή ιστορία που ενέπνευσε το Γκάτσο να γράψει τους στίχους για την Περιμπανού



Νίκο θα ήθελα να σου πω μια ιστορία μια και μιλάμε για γυναίκες “μούσες”. Όταν τελείωνε το σχολείο το καλοκαίρι πηγαίναμε για διακοπές σύσσωμη η οικογένεια σε ένα παραθαλάσσιο χωριό. Είχαμε και μια βάρκα που λες και τη κοτσάραμε πίσω από το αυτοκίνητο, γεμισμένη με όλα τα συμπράγκαλα και νοικοκυριά και πηγαίναμε για 3 ώρες, μέχρι να βρούμε θάλασσα. Ο μπαμπάς την είχε περιποιηθεί με το που έμπαινε ο Ιούνιος και ήταν έτοιμη να βουτήξει. Είχε και όνομα. Περιμπανού, που σημαίνει ευγενική κυρία. Μα που τα έβρισκε μερικές φορές αυτός ο πατέρας.Την ώρα που φτάναμε ήταν εκεί και η Κατερίνα η γειτόνισσα, δίπλα στο σπίτι που νοικιάζαμε, και ο Γιώργος, ο γιος του σπιτονοικοκύρη. Με το που έβλεπαν τη βάρκα φωνάζαν το όνομά της λες και αυτή ήταν το αστέρι της ημέρας. Και μήπως δεν ήταν.Αμέσως γινόταν από όλη τη γειτονιά μια μεγάλη κινητοποίηση και την είχαμε ξεφορτώσει στο άψε σβήσε. Έπρεπε να βουτήξει, να δεθεί και να αφεθεί να λικνίζεται στα βαθιά που η μαμά πάντα έβαζε τις φωνές όταν ζυγώναμε. Φυσικά δεν την ακούγαμε και μαζεύαμε με τον αδελφό μου την πιτσιρικαρία και βουρ για βουτιές από την Περιμπανού.Το όνομά της καθρεφτιζόταν στο νερό και το έβλεπες ξεκάθαρα απ’ την ακτή. Αλλά στις τρικυμισμένες μέρες φοβόμουν που την έβλεπα να δέρνεται απ’ την αρμύρα.Δεν έχεις ιδέα πόσα ψάρια είχε κουβαλήσει αυτή η γυναίκα από γεμάτα δίχτυα και από καθετή που έβγαινε ο πατέρας με φίλους ή με τη μάνα.Μια μέρα ήρθαν με μια πλώρη γεμάτη ψάρια, για να μη σου πω για τις απόχες. Αφού δεν ξέραμε τι να τα κάνουμε και τα δίναμε από εδώ και από εκεί σε όποιον βρίσκαμε στην παραλία.Συνεχίσαμε έτσι μέχρι που ήμουν δεκαεφτά και η Περιμπανού δυο χρόνια μικρότερη. Και τότε ήταν που ήρθαν τα πάνω κάτω.Αρρώστησε ο μπαμπάς και η βάρκα μας έμεινε κάτω από μια κληματαριά απεριποίητη και μόνη. Όταν πέθανε, τη ξεχάσαμε εκεί στη κληματαριά για δύο χρόνια και κάποια στιγμή που πήγα και την είδα είχε ξεφλουδίσει το χρώμα και τα κουπιά, αν και σκεπασμένα, είχαν φουσκώσει στις άκρες και στα χερούλια. Το κέλυφος της δεν είχε πειραχτεί σημαντικά. Ήταν καλό σκαρί, που λένε.Τότε λοιπόν βάλαμε την αγγελία, και δεν πέρασαν σου λέω δυο βδομάδες και ήδη είχαμε δέκα επίδοξους μνηστήρες. Τη δώσαμε τελικά μαζί με τα δίχτυα σε έναν γνωστό μας και πήραμε μερικά λεφτουδάκια.Τότε στα δεκαεννιά μου δεν ήθελα, την αγαπούσα πολύ. Την είχα ανάγκη να μου θυμίζει έστω και κάτω από την κληματαριά ότι κάτι είχε μείνει.Αλλά όταν ο χρόνος περνά και μεγαλώνεις αρχίζουν να γίνονται ασπρόμαυρες οι αναμνήσεις, ζεστές αλλά μακρινές. Η Περιμπανού πήρε τη θέση της στο παρελθόν μαζί με όλα τα καλά της παιδικής ηλικίας.Δεν σου κρύβω ότι την ξέχασα, μέχρι που κάναμε αυτή την κουβέντα, και με ρώτησες τι με εμπνέει, ποια είναι η μούσα μου. Τα χρόνια και τα καλοκαίρια με την Περιμπανού μας, θα είναι πάντα σαν φάρος για μένα, μια παντοτινή έμπνευση, μια μούσα.



Περιμπανού
στίχοι: Νίκος Γκάτσος
μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη

Περιμπανού τη λέγαν τα παιδιά, Περιμπανού
κι ήτανε δεκαπέντε χρονών
Έγραφε τ όνομά της στον καθρέφτη τ ουρανού
μ ενός πνιγμένου γλάρου φτερό

Μα της ζωής το κύμα το παράφορο
σάρωσε βάρκες και κουπιά
Και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο
ποιος τη θυμάται τώρα πια

Περιμπανού την έλεγα κι εγώ, Περιμπανού
κι ας μη με είχε ακούσει κανείς
Έμοιαζε με κοχύλι στο βυθό του αυγερινού
προτού καρδιά μου πέτρα γενείς
---

Με αγγλικούς στίχους πρωτακούστηκε το 1968 στον κύκλο τραγουδιών του συνθέτη «Reflections». Οι ελληνικοί στίχοι γράφτηκαν το 1983 για να τους τραγουδήσει η Δήμητρα Γαλάνη στον προσωπικό της δίσκο «Ατέλειωτος δρόμος». Το 1993 συμπεριλήφθηκε στον κύκλο τραγουδιών των Μ. Χατζιδάκι - Ν. Γκάτσου «Αντικατοπτρισμοί» με τη φωνή της Αλίκης Καγιαλόγλου.

10.5.12

Η Ελλάδα, το λίκνο της δημοκρατίας, κλονίζει τον πλανήτη. Του Μαρκ Μαζάουερ

tvxs.gr/node/93877
 
To tvxs αναδημοσιεύει το άρθρο του βρετανού ιστορικού κι συγγραφέα Μαρκ Μαζάουερ που αν και πρωτοδημοσιεύτηκε το 2011, εξακολουθεί να είναι άκρως επίκαιρο. Το κείμενο είναι από τους New York Times και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά στο Βήμα, στις 30 Ιουνίου του 2011. 
Χθες, όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την Ελλάδα καθώς το κοινοβούλιό της ψήφισε ένα διχαστικό πακέτο μέτρων λιτότητας το οποίο θα μπορούσε να έχει κρίσιμες επιπτώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ίσως προκαλεί έκπληξη που αυτή η μικρή άκρη της χερσονήσου των Βαλκανίων συγκεντρώνει τόση προσοχή. Σκεφτόμαστε συνήθως την Ελλάδα ως την πατρίδα του Πλάτωνα και του Περικλή, με την πραγματική της σημασία να βρίσκεται βαθιά στην αρχαιότητα.
Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας.

Για τους φιλέλληνες, η παλιγγενεσία της αποτελούσε τον πιο ευγενή αγώνα. «Στο μεγάλο πρωινό του κόσμου», έγραψε ο Σέλεϊ στο ποίημα του «Ελλάς», «το μεγαλείο της Ελευθερίας τινάχτηκε και έλαμψε!». Η νίκη θα σήμαινε τον θρίαμβο της ελευθερίας όχι μόνο επί των Τούρκων αλλά και επί όλων των δυναστών που κρατούσαν υπόδουλους τόσο πολλούς ευρωπαίους. Γερμανοί, Ιταλοί, Πολωνοί και Αμερικανοί έτρεξαν να πολεμήσουν υπό την γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας για χάρη της δημοκρατίας. Και μέσα σε μια δεκαετία, η χώρα κέρδισε την ελευθερία της.

Στη διάρκεια του 20ου αιώνα ο ριζοσπαστικός νέος συνδυασμός της συνταγματικής δημοκρατίας και του εθνικισμού που ενσάρκωσε η Ελλάδα εξαπλώθηκε στην ήπειρο και κορυφώθηκε στην "ειρήνη που τερμάτισε κάθε ειρήνη" στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τρεις αυτοκρατορίες, η οθωμανική , εκείνη των Αψβούργων και η ρωσική, κατέρρευσαν και αντικαταστάθηκαν από έθνη-κράτη.

Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα άνοιξε και πάλι τον δρόμο για το μέλλον της Ευρώπης. Μόνο που τώρα ήταν η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας που βγήκε στο προσκήνιο.

Σε έναν κόσμο εθνικών κρατών, εθνοτικές μειονότητες όπως ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ελλάδας και οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας ήταν μια συνταγή για διεθνή αστάθεια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, Έλληνες και Τούρκοι ηγέτες αποφάσισαν να ανταλλάξουν τους μειονοτικούς πληθυσμούς τους, εκτοπίζοντας περί τα δύο εκατομμύρια χριστιανούς και μουσουλμάνους προς χάριν της εθνικής ομοιογένειας.

Η ελληνο - τουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν η μεγαλύτερη οργανωμένη μετακίνηση προσφύγων στην ιστορία μέχρι τότε και μοντέλο που οι ναζιστές και άλλοι θα το επικαλούνταν αργότερα για να εκτοπίσουν ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία. Είναι ειρωνικό, λοιπόν, που η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές.

Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Άξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνο - ιταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα. Και πολλοί χειροκρότησαν πάλι λίγους μήνες αργότερα όταν ένας νεαρός αριστερός αντιστασιακός ονόματι Μανώλης Γλέζος σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη ένα βράδυ με έναν φίλο και κατέβασαν τη σημαία με την σβάστικα που οι Γερμανοί είχαν πρόσφατα υψώσει. Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, η ελληνική αστυνομία θα έριχνε δακρυγόνα στον κ. Γλέζο ο οποίος διαδήλωνε κατά του προγράμματος λιτότητας. Αλλά στο τέλος, η Ελλάδα υπέκυψε στη γερμανική κατοχή.

Η κυριαρχία των ναζιστών έφερε μαζί της την πολιτική κατάρρευση, την μεγάλη πείνα, και μετά την απελευθέρωση, την βύθιση της χώρας σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις κομμουνιστικές και τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις. Μόλις λίγα χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της ιστορίας, ως μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Το 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν χρησιμοποίησε τον κλιμακούμενο εμφύλιο στην Ελλάδα για να πείσει το Κογκρέσο να στηρίξει το Δόγμα Τρούμαν και την ειρηνική δέσμευση αμερικανικών πόρων για τον αγώνα κατά του Κομμουνισμού και την ανοικοδόμηση της Ευρώπης.

Ανυψωμένη ξαφνικά σε έναν διατλαντικό αγώνα, η Ελλάδα συμβόλιζε τώρα μια πολύ διαφορετική Ευρώπη - μία Ευρώπη που είχε αυτοκαταστραφεί, και που ο μόνος δρόμος εξόδου από την ανέχεια των μέσων της δεκαετίας του 1940 ήταν ως μικρότερος εταίρος της Ουάσινγκτον. Καθώς τα δολάρια άρχισαν να ρέουν, αμερικανοί σύμβουλοι έλεγαν στους Έλληνες πολιτικούς τι να κάνουν και αμερικανικές βόμβες ναπάλμ έκαιγαν τα ελληνικά βουνά καθώς οι κομμουνιστές αντάρτες τρέπονταν σε φυγή.

Η πολιτική και οικονομική ένωση της Ευρώπης υποτίθεται ότι θα έβαζε τέλος στις αδυναμίες και την εξάρτηση της διχοτομημένης ηπείρου. Και εδώ η Ελλάδα έγινε σύμβολο μιας νέας φάσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 δεν έφερε στη χώρα μόνο την πλήρη ένταξη σε αυτό που θα γινόταν η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Προανήγγειλε επίσης (μαζί με τη μετάβαση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στη δημοκρατία την ίδια εποχή) το παγκόσμιο κύμα εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του 1980 και του '90, πρώτα στη Νότια Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία και μετά στην Ανατολική Ευρώπη.

Και έδωσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την όρεξη για διεύρυνση και τη φιλοδοξία να εξελιχθεί από ένα μικρό κλαμπ πλούσιων δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε φωνή για ολόκληρη την προσφάτως εκδημοκρατισμένη ήπειρο, η οποία εξαπλώθηκε κατά πολύ στο νότο και την ανατολή. Και τώρα, σήμερα, αφότου έσβησε η ευφορία της δεκαετίας του '90 και μια νέα ταπεινοφροσύνη χαρακτηρίζει τους Ευρωπαίους, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας η οποία θα προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα θέσει το ερώτημα: «ποιό θα είναι το μέλλον της ηπείρου;».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη - κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα.
Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον.


* Μαρκ Μαζάουερ
Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας,
καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ.

Σχετικά Άρθρα: 

9.5.12

Μ. Ζουμπουλάκη: Οι ήρωές μου πιά τραβούσανε προς τα μπρος...


tvxs.gr/node/93807

 
Είχα τα ζόρια μου βέβαια. Τις σχέσεις, τα παιδιά μου, το γιόκα μου που περνάει (ακόμα) κωλο-εφηβεία… σε γενικό κλίμα απολύσεων, ανεργίας, λαμογιάς, καταστροφολογίας και τρομολαγνείας – δηλαδή με ρωτούσαν διάφοροι «μα τι σκατά κάθεσαι και γράφεις, εδώ ο κόσμος χάνεται, ποιος χέστηκε για τις ιστορίες σου», η δημοσιογράφος, συγγραφέας, αλλά και μητέρα τριών ανήλικων παιδιών, Μανίνα Ζουμπουλάκη, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, το στόρι της δημιουργικής συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο- του νέου μυθιστορήματός της με τίτλο «Ευτυχία», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος.
Ξεκίνησα να γράφω την «Ευτυχία» πριν 3 χρόνια: μια φίλη μου διηγήθηκε άσχετη ιστορία από δική της φίλη, φιλόλογο, που τα έφτιαξε με έναν μαθητή της…για την ακρίβεια της γυάλισε ο μαθητής, δεν θυμάμαι αν το έκαναν τελικά ή όχι. Η φίλη-φίλης ήταν γύρω στα 55 και άρχισα να το σκέφτομαι, να το κουνάω μέσα στο μυαλό μου, την ιδέα του σεξ/της σχέσης με ξένον άνθρωπο πολύ νεότερο, όταν θεωρείς ότι έχεις τελειώσει μ’ αυτές τις αηδίες. Δηλαδή έστηνα τον χαρακτήρα της Βέρας, της (μίας) ηρωίδας, ενώ δούλευα κι έτρεχα από δω κι από κεί, χάνοντας στροφές από τη δική μου καθημερινότητα. Που όπως όλες οι καθημερινότητες, είχε τα πάνω και κυρίως, τα κάτω της… και πάρα πολλά μπεϊμπιλίνο επίσης.
Μετά ένας μαθητής μου (δημιουργικής γραφής) είπε μια άλλη ιστορία, πώς όταν ήταν μικρός η μαμά του τον έβαζε σε ένα βαρέλι με νερό μαζί με τα αδέρφια του αντί να τους πάει στη θάλασσα, σ’ ένα σπίτι «κάπου στο βουνό». Ήταν μια στιγμή που στα κόμιξ εικονογραφείται με γλόμπο να ανάβει ξαφνικά στο συννεφάκι πάνω από τον ήρωα: η μαμά είχε γκόμενο! Η μαμά έβαζε τα παιδιά στο βαρέλι για να κάνει σεξ! Και…αν τα παιδιά ήτανε αγόρια-κορίτσια; Το ένα αγόρι θα ψάξει το κορίτσι στο Φέησμπουκ μετά από χρόνια  – ωραίο δεν ακούγεται; Ε; ε;
Υπάρχει μια στιγμή στη διάρκεια της όλης διαδικασίας (συγγραφής μυθιστορήματος) που αρχίζεις να λές στους φίλους σου «γράφω κάτι». Για πολύ καιρό δε λές κουβέντα, γράφεις στα μουλωχτά αλλά δεν έχει ειρμό αυτό που κάνεις, άρατα-μάρατα είναι, οι ήρωες είναι θολοί και σα να μην έχουνε κατεβεί ακόμα τα αρχίδια τους… Από την ώρα που λες «γράφω  κάτι», μπαίνεις στην επικοινωνιακή πλευρά του γραψίματος κι αρχίζεις να φτιάχνεσαι. Θα το διαβάσει η Ελένη, η Ερση, ο Παυριανός, η Σβέτλα, ο Βαγγέλης, ο Μιχάλης, οι φίλοι μου κι ο αδερφός μου, η αδερφή μου, η ξαδέρφη μου, άρα πρέπει να το στήσω καλά, να έχει ενδιαφέρον, εσωτερική και εξωτερική δράση, χιούμορ (μη σκάσουμε κι όλας) συναίσθημα και ήρωες που θα είναι ενδιαφέροντες ακόμα κι όταν είναι βλαμμένοι. Τον Αύγουστο του ’11 πχ, χωρίς να έχω ακόμα την πλοκή κλπ, έγραψα το κεφάλαιο «Βλαμμένος» και το έστειλα στην φίλη μου την Ερση («είναι καθόλου γοητευτικός αυτός ή βγαίνει απλώς μαλάκας;»). Όταν γράφεις είσαι αυτιστικός, κλεισμένος μέσα στο κεφάλι σου – αμφιβάλλεις ώρες-ώρες κατά πόσον όντως γράφεις για να επικοινωνήσεις ή επειδή είσαι γκάγκανος.
Είχα τα ζόρια μου βέβαια. Τις σχέσεις, τα παιδιά μου, το γιόκα μου που περνάει (ακόμα) κωλο-εφηβεία… σε γενικό κλίμα απολύσεων, ανεργίας, λαμογιάς, καταστροφολογίας και τρομολαγνείας – δηλαδή με ρωτούσαν διάφοροι «μα τι σκατά κάθεσαι και γράφεις, εδώ ο κόσμος χάνεται, ποιος χέστηκε για τις ιστορίες σου». Αλλά οι ιστορίες (που έγιναν μετά κεφάλαια) είναι αυτό που λέμε «βγαλμένες μέσα από τη ζωή» (έλα!), δεν είναι ποτέ κατασκευές, βαριέμαι και μόνο που το σκέφτομαι ότι θα στήσω αντίσκηνα με τις λέξεις πχ. Να καταγράψω, να επικοινωνήσω πράγματα θέλω, να μεταφέρω ιστορίες που τις ακούω με το αυτί του τρελού/καλλιτέχνη/συγγραφέα/βλαμμένου κι έπειτα τις συναρμολογώ και τις σερβίρω προς τα έξω - επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος  να μπορέσω να τις επεξεργαστώ. Να καταλάβω δηλαδή κι εγώ τι γίνεται, μαζί με τους αναγνώστες…
Όταν τελείωνα, όταν έμπλεξα με το θέμα «κάνω φινάλε», με πλησίασαν από τον Παπαδόπουλο. Που είναι φέημους για τα παιδικά βιβλία αλλά θέλει να κάνει άνοιγμα στα μεγαλίστικα. Πέρασα ένα μήνα ιδροκοπώντας πάνω από την Αυλαία, και πώς θα πέσει, και τι χρώμα θα είναι. Και πάλι με μυστήριο τρόπο – δεν κοιμήθηκα τρείς νύχτες σερί που έλειπαν όλοι από το σπίτι, νομίζω δεν έφαγα κι όλας, και σ’ αυτές τις νύχτες βρήκα μέχρι και τον τίτλο. «Ευτυχία»: μου έκανε πολύ αισιόδοξο, πολύ «πάμε για άλλα»… και οι ήρωές μου πιά ήταν δυναμικοί, τραβούσανε προς τα μπρος, είχανε ξεκολλήσει, είχανε απογειωθεί προς την Ευτυχία, οπότε ναι. Τους ταιριάζει μέχρι και ο τίτλος.-

(*Η Μανίνα Ζουμπουλάκη, θα βρίσκεται το προσεχές Σαββάτο από τις 7μμ έως περίπου τις 9μμ, στην 35η Γιορτή Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως, και στο περίπτερο 120, των εκδόσεων Παπαδόπουλος)



Διαβάστε επίσης:
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ

7.5.12

Το τέλος μια σχέσης (ένα γράμμα) - 8-6-2010


Και αφού έβαλα παστίλια για τα κουνούπια και άφησα τον Παπακαλιάτη να παίζει στη τηλεόραση … ο άτιμος έχει τα καλύτερα σκηνικά, τους καλύτερους ηθοποιούς … και ξαφνικά το μήνυμα “the virus database has been updated” ακούγεται και βγαίνει και ένα μπλε αναδυόμενο μηνυματάκι. Αυτή η Νένα Μεντή δεν παίζεται … φοβερή ακόμα και ακίνητη.
Δεν έχω ειρμό.

Ξέρεις στο έργο του Παπακαλιάτη, θέλει να υιοθετήσει ένα παιδί από ένα ορφανοτροφείο. Θέλω πάλι να πω, γιατί το έχω ξαναπεί, ότι τα παιδιά δεν είναι ντομάτες στη λαϊκή. Αν σαπίσουν, ή αν δεν μας αρέσουν ή αν δεν μπορούμε να τις διατηρήσουμε, τις πετάμε τις ντομάτες αλλά ένα παιδί όχι. Ναι πρέπει να βρουν μια οικογένεια και ένα κανονικό σπίτι να νιώσουν αγάπη και στοργή. Πόσο εύκολο το δείχνουν τα λόγια όμως.

Και τα λόγια μερικές φορές δεν έρχονται, αυτό είναι αλήθεια. Ίσως ακόμα και αν είναι ένας πόθος που, όπως και ένα παιδί, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί λέγοντας τον μόνο. Τουλάχιστον τον λές και ας πούμε … κατά κάποιο τρόπο, όταν αρχίσεις είναι σαν να παίρνει το δρόμο του. Προς τα πού; Εκεί τελικά που θέλει ο καθένας πραγματικά, ή τουλάχιστον πολύ. Και εκεί είναι το θέμα.

Τι θέλουμε … θέλεις πολύ; Ποιος είναι ο πόθος ή ο φόβος; Ξέρεις ο πόθος και ο φόβος είναι νομίζω το ίδιο. Αλλά μάλλον είναι διχάλα ή μια ακολουθία. Πρέπει να διαλέξεις να λύσεις ένα από τα δύο. Ναι και ο πόθος είναι πρόβλημα. Μόνο που έχει μια κινητήριο δύναμη, και ο φόβος που έρχεται είναι απλά το διορθωτικό συναίσθημά του.

Κι αφού ανακαλύψεις τι τελικά είναι αυτό που σε κρατάει πίσω, ή ας πούμε πόσο φόβο και πόσο πόθο έχει η κατάστασή σου, τότε θα έχουμε μπει σε ένα καλό δρόμο. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια ανίατη αρρώστια στην οποία θα δοθεί η σωστή δόση πόθου-φόβου και το κοκτέιλ θα σε κάνει φυσιολογικό. Εγώ μπορεί να λέω ότι μένεις πίσω. Είναι έτσι; Εσύ ξέρεις καλύτερα σίγουρα αλλά από αυτά που είπαμε το Σάββατο δεν κατάλαβα ότι σου αρέσει αυτή η κατάσταση που έχεις βάλει τον εαυτό σου.

Κάποτε έμενες σε ένα σπίτι που ήταν υπόγειο και στο σκοτάδι, αλλά το είχες κούκλα και στη πένα και τελικά τώρα που πήγες στον τέταρτο, στο φως και τους βλέπεις όλους από ψηλά, δεν ξέρεις τι να το κάνεις. Και το παράτησες έτσι μόνο του να συντηρείται. Το σπίτι αυτό είναι το σπίτι που ήθελες να φτιάξεις για σένα και την Μαργαρίτα. Έβαλε τα δικά της πράγματα και το δικό της στιλ. Δεν είδα πράγματα δικά σου μέσα σε αυτό το σπίτι εκτός και αν το κρεβάτι είναι το δικό σου. Τώρα που δεν είναι εδώ και πρέπει να βγάλεις τα πράγματά της και να τα στείλεις πίσω, δεν μπορείς να το κάνεις. 
Δεν μπορείς να βάλεις τα δικά σου;;;;
Δεν μπορείς να μπεις εσύ μόνος σου μέσα!!! Πόσο μάλλον να μπουν και άλλοι. Και εγώ που μπαίνω … καλά εντάξει, μάλλον παραβίαση κάνω.
Περιμένεις να γίνουν τα πράγματα όπως τα ήθελες. Να γυρίσει πίσω και να θέλει να μείνει, να δουλέψετε μαζί, να αποδεχτεί τους φίλους σου και να ζήσετε “happily ever after”. 

Θα ήθελα να σου πω κάτι που ίσως στο έχω πει σε ανυποψίαστο χρόνο αλλά … οι φίλοι σου δεν είναι παιδάκια που αποδέχονται τα ξένα σώματα. Η εμπειρία που είχα από μικρή, από την παρέα σου, δεν θα έλεγα ότι ήταν και η καλύτερη. Περισσότερο θα έλεγα ότι ήταν ειρωνικοί και πειραχτήρια μαζί μου, και χωρίς να καταλαβαίνουν τι κάνουν ή ότι εγώ δεν το άντεχα, το συνέχιζαν. Έτσι και αλλιώς ο καθένας που ερχόταν ήταν ένας επισκέπτης και τίποτε άλλο. Και εσύ προσπάθησες να κάνεις αρεστό τον άνθρωπό σου, αλλά και η ίδια δεν ήθελε τελικά να ενσωματωθεί.

Τελικά ξέρεις να τους αντιμετωπίσεις εσύ αυτούς. Οι άλλοι όμως όχι, δεν τους έχουν συνηθίσει και πραγματικά ίσως να μη μπορούσε η Μαργαρίτα. Και την καταλαβαίνω πόσο ίσως άσχημα ένιωσε σε ξένο μέρος να προσπαθεί να καταλάβει το χιούμορ των άλλων σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική της.
Καταλαβαίνω επίσης πόσο δύσκολο θα ήταν για σένα να κάνεις τον διαιτητή. Και όχι μόνο τον διαιτητή στους φίλους σου αλλά και στην οικογένειά σου.

Που είναι ο πόθος; Τι πραγματικά ποθείς; Νομίζω πως αυτό το χάσαμε.
Η Μαργαρίτα δεν θα γυρίσει πίσω. Δεν το αντέχει αυτό το περιβάλλον και δεν την αδικείς ούτε εσύ. Αν θες να είσαι μαζί της πρέπει να δεις αν την ποθείς εσύ τόσο  ώστε να πας εσύ εκεί που είναι.
Αλλά έχεις χάσει την έμπνευσή σου. Ναι; Το πιστεύεις αυτό που λες; Εγώ όχι!
Απλά έβαλες τον εαυτό σου στην άκρη και είπες «δεν πιάνουμε πάτο; Έτσι και αλλιώς the only way is up». Για να ξεκινήσει όμως η άνοδος πρέπει να δώσεις και συ μια ώθηση.

Βάλε πάλι τα βιβλία σου σε πρώτο πλάνο και κάνε αφίσα την καλύτερη φωτογραφία που έχεις τραβήξει. Πάρε έναν καναπέ και ένα τραπέζι με δυο καρέκλες.
Δεν θέλεις πολλά για να μείνει το φως στο σπίτι. Μη το διώχνεις.

Αντιγόνη Τσίγκου

(Υποσημείωση: είναι το πρώτο κείμενο που έγραψα ποτέ.)

Το αμάρτημα της μητρός μου (επιλεγμένη παράγραφος τελευταίου μαθήματος) - 2/4/2012 Αντιγόνη Τσίγκου

"Αφού η πείνα καταλάγιαζε με το σουσαμένιο κουλούρι, συνεχίζαμε στη Σταδίου. Μπαίναμε πάντα στο Λέτζο για να δούμε κανένα πουκάμισο για το μπαμπά και μετά αν δεν της άρεσε τίποτα, που ήταν λίγο σπάνιο, περνάγαμε από την Καλογήρου να δούμε τη βιτρίνα. Η συνέχεια ήταν η Βουλής και στροφή στην Ερμού για τον Πάλλη. 
Όταν μπαίναμε μέσα ήμουν η πιο ευτυχισμένη του κόσμου. Κάθε φορά. Αλλά αυτή η πρώτη ήταν άλλο πράγμα. Όλο το μαγαζί μύριζε φρέσκο χαρτί και ξυσμένα μολύβια. Τα πρώτα μου τετράδια τα είχα διαλέξει εκεί. Μου άρεσε τόσο που οι γραμμές τους ήταν μικρές, μικρέ τελείες η μία κοντά στην άλλη, και ακόμα, όπως έλεγε και η ίδια, οι ξυλομπογιές Faber Castle είχαν τα περισσότερα χρώματα και ήταν και οι καλύτερες."

26.4.12

Ανοικτή Βιβλιοθήκη

Ανοικτή Βιβλιοθήκη



Πεζογραφία
Κυριάκος ΑθανασιάδηςΜίμης Ανδρουλάκης | Γιάννης Αρκούδος | Νικόλας Αφρόκαλος | Γιάννης Βανίδης | Καίτη ΒασιλάκουΔημήτρης Βασιλειάδης | Λεία Βιτάλη | Νίκος Βλαντής | Κώστας Βουλαζέρης | Ντόρα Γιαννακοπούλου | Ευθύμιος Γουργουρής | Γιώργος Δαμιανός | Στέφανος Δάνδολος | Σοφία Δευτερίγου | Βασίλης ΔημητριάδηςΝίκος Δήμου | Λένα Διβάνη | Βασίλειος Δρόλιας | Κώστας ΘερμογιάννηςΞενοφών Ίσαρης | Πάνος Κάλαρης | Αντώνης ΚαναβούραςΔημήτρης ΚαραβασίληςΝίκος Καρακάσης | Μάνος ΚοντολέωνΠερικλής ΚοροβέσηςΛευτέρης ΚρητικόςΑλέξανδρος Κυριακόπουλος | Ευάγγελος Λαγουτάρης | Στέφανος Λίβος | Νιόβη Λύρη | Ηλίας Μάκης | Δημήτρης ΜακρήςΘάνος Μαντζάνας | Λιλή Μαυροκεφάλου | Σμαραγδή ΜητροπούλουΔημήτρης Μπαρσάκης | Ελένη Μπιρμπίλη | Περικλής Μποζινάκης | Ιωάννα Μπουραζοπούλου | Αντώνης Μπουρίτσας | Σοφία Νικολαΐδου | Τομάζος ΠαγώνηςΒασίλης Παπαθεοδώρου | Παναγιώτης Παπανικολάου | Χριστόφορος Παυλίδης | Γιάννης Πλιώτας | Κώστας Πουλιανίτης | Ελ Ρόι | Τέος Ρόμβος | Ελένη ΣεμερτζίδουΠαναγιώτης Σιμιτσής | Ερρίκος Σμυρναίος | Νικόλας ΣμυρνάκηςΑλέξης Σταμάτης | Γιώργος ΣτόγιαςΚώστας ΣφακιανάκηςΑγγελική Σχοινά | Δημήτρης Τζουβάλης | Θανάσης Τριαρίδης | Γιώργος Τσαντίκος | Σοφία ΤσουρλάκηΕυγενία Φακίνου | Νίκος ΦάκοςΓιάννης Φαρσάρης | Σωτήρης Φιλιππίδης | Ανδρέας Φλουράκης | Μιχάλης Φουντουκλής | Ελένη Φουρνάρου | Λάκης Φουρουκλάς | Λένος Χρηστίδης | Αρχοντής ΧρυσουλάςLarry CoolCarnellio Coop
Ποίηση
Σάκης ΑθανασιάδηςΖήσης Αϊναλής | Κωνσταντίνος ΑντωνίουΠέτρος ΑρτάνηςΝίκος Αστέρης | Μαρινέλλα Βλαχάκη | Ευγενία ΒογιατζήΘοδωρής ΒοριάςΑθανάσιος ΓανίδηςΧρήστος Γεωργακόπουλος | Γιώργος ΓώτηςΤίμος Ζούμπος | Παναγιώτης ΚαποδίστριαςΆρης Κόντε | Βασίλης ΚορλόςΧρήστος Λορέντζος | Φώντας Μακρόπουλος | Άρης Μανουράς | Μαρία ΜουρζάΧάρης Μπαρμπούλης | Γιώργος Μπλάνας | Νικόλαος Νεράντζης | Άννα ΝιαράκηΘάνος Πάσχος | Γιάννης Ποταμιάνος | Κώστας Πουλιανίτης | Γιώργος Πρίμπας | Δημήτρης Ρούσης | Κική ΣαργιώτουΕλένη Σεμερτζίδου | Λένα Σεπτέμβρη | Κωνσταντίνος Σιάκας | Άτη ΣολέρτηΚώστας ΣφενδουράκηςΚωστής Τριανταφύλλου | Χρήστος Τσελέντης | Ιωάννης Τσιουράκης | Νικόλας Χουέρβος
Ξένη λογοτεχνία
Ορχάν Βελί Κανίκ | Τσαρλς ΜπουκόβσκιΜπρους Στέρλινγκ | Τζoν Φάντε | Ντάριο ΦοΣυλλογή ποίησης σε μτφ Χρίστου Κρεμνιώτη
Παιδική λογοτεχνία
Μαρία ΑγγελίδουΦραντζέσκα Αλεξοπούλου - Πετράκη | Κατερίνα ΑναγνώστουΝικόλας Ανδρικόπουλος | Μαρία Ανδρικοπούλου | Φιλομήλα Βακάλη - ΣυρογιαννοπούλουΛήδα Βαρβαρούση | Αγγελική ΒαρελλάΕλένη Γερουλάνου | Γαλάτεια Γρηγοριάδου - ΣουρέληΚική Δημητριάδου | Ελένη ΔικαίουΣοφία Ζαραμπούκα | Άλκη Ζέη | Παντελής ΖούραςΒαγγέλης Ηλιόπουλος | Βασιλική Κάργα | Καλλιώ Καστρησίου | Λώρη ΚέζαΜάνος ΚοντολέωνΙωάννα Κυρίτση | Σοφία Μαντούβαλου | Γιώργος Μαρίνος | Βούλα ΜάστορηΈρη Μαυράκη | Μαρία Μαυρίδου - Καλούδη | Σύρμω ΜιχαήλΑμάντα Μιχαλοπούλου | Χρήστος ΜπουλώτηςΒασιλική Νευροκοπλή | Μαρούλλα Πανάγου | Αλέξανδρος ΠαπαδιαμάντηςΒασίλης Παπαθεοδώρου | Σοφία ΠαράσχουΓιολάντα Πατεράκη | Λότη Πέτροβιτς - ΑνδρουτσοπούλουΝαννίνα Σακκά-ΝικολακοπούλουΑγγελική Σχοινά | Βαγγέλης ΤασιόπουλοςΕυγένιος ΤριβιζάςΓιολάντα Τσιαμπόκαλου | Κυριάκος ΧαρίτοςΠάνος Χριστοδούλου | Βάσω ΨαράκηΛίτσα ΨαραύτηΔήμητρα Ψυχογυιού
Δοκίμια
Τάσος ΑνθουλιάςΕιρήνη Βούλγαρη | Τερέζα ΓιακουμάτουΑμαλία Ηλιάδη | Γεώργιος Κουλούκης | Αδαμάντιος Κρασανάκης | Γιάννης Κωνσταντινίδης | Γιώργος ΛιερόςΔημήτρης Λοΐζος | Σίσσυ ΛοΐζουΓεώργιος Ματσαγγούρας | Γιώργος ΜπλάναςΜανώλης ΠαπαδάκηςΚωνσταντίνος ΠρίγκιπαςΆγγελος Ροδαφηνός | Τάσος ΣταμπούλογλουΤάσος Σχίζας | Βασίλης Τραπεζάνογλου | Γιάννης ΤσαφογιάννηςΝικόλας ΤσαφταρίδηςΡοσσέτος Φακιολάς
Λευκώματα
Βασίλειος Αραβαντινός | Μανόλης Βλάχος | Δ.Β. Γραμμένος | Άγγελος Δεληβορριάς | Εύη ΔημητριάδουΝώτα Δημοπούλου - ΡεθεμιωτάκηΝικόλαος ΚαλτσάςΡοζίνα Κολώνια | Κωνσταντίνος ΝίγδεληςΚαλλιόπη Παπαγγελή | Γεώργιος ΣταϊνχάουερΙσμήνη Τριάντη | Βασίλης ΦωτόπουλοςΔιονύσης ΦωτόπουλοςΓεωργία ΧατζήΠ.Ι. Χατζηδάκης
Κλασική Λογοτεχνία
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης | Γεώργιος Βιζυηνός | Δημήτριος Βικέλας | Ιωάννης Δαμβέργης | Αργύρης Εφταλιώτης | Κωνσταντίνος Θεοτόκης | Κωνσταντίνος Καβάφης | Ανδρέας Κάλβος | Ανδρέας Καρκαβίτσας | Κώστας Καρυωτάκης | Ιωάννης Κονδυλάκης | Βιτσέντζος Κορνάρος | Κώστας Κρυστάλλης | Ανδρέας Λασκαράτος | Λορέντζος Μαβίλης | Παύλος Νιρβάνας | Αλέξανδρος Πάλλης | Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | Ζαχαρίας Παπαντωνίου | Καλλιρόη Παρρέν | Ιωάννης Πολέμης | Μαρία Πολυδούρη | Λάμπρος Πορφύρας | Αλέξανδρος - Ρίζος Ραγκαβής | Εμμανουήλ Ροΐδης | Γεώργιος Σουρής | Γεώργιος Τερτσέτης | Μάρκος - Αντώνιος Φόσκολος | Κωνσταντίνος Χατζόπουλος | Γεώργιος Χορτάτσης | Γιάννης Ψυχάρης 


* Όλα τα βιβλία που περιέχονται στον κατάλογο της Ανοικτής Βιβλιοθήκης διανέμονται ελεύθερα και νόμιμα στο Διαδίκτυο από τους δημιουργούς ή τους εκδοτικούς οίκους. Τα έργα της ενότητας Κλασική Λογοτεχνία είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων.

http://www.openbook.gr/2011/10/anoikth-bibliothhkh.html 

12.4.12

Το ζουμί του πετεινού, εκδ. Εστία 2012

Το ζουμί του πετεινού, εκδ. Εστία 2012



Το ζουμί του πετεινού

Νουβέλα

Γιάννης Μακριδάκης

Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2012

-------
“Τα τελευταία είκοσι χρόνια και βάλε ο Παναγής τα ’χε ζήσει καταγής. Μες στο μούρκι του παππού του στον Λειμώνα, μια κοιλάδα εύφορη, στο ξεψύχισμα του ποταμού, δίπλα στη θάλασσα, μακριά απ’ τον κόσμο, μια ώρα δρόμος μέσα απ’ τα βουνά η πιο κοντινή πόλη, είκοσι λεφτά ποδαρόδρομος το διπλανό χωριό, εκεί πέρασε όλα τα παιδικά του καλοκαίρια, μα και Χριστουγεννόσκολα και Πάσχα κάθε χρόνο εκεί ήτανε, μέσα σ’ εκείνο το μούρκι που ’χε στο έμπα του έναν δρυ, θεριό αλάκερο, με τις κλαδούρες του να διαφεντεύουνε αθρώπους και ζωντανά από κάτω…”
Πέρσι τις Απόκριες τον Παναγή τον έπιασε η κρίση. Η νευρική. Διότι, εντελώς τυχαία, εκεί που κάθισε σιμά σε μια παρέα να πιει μαζί τους το ρακί του, πήρε τ’ αυτί του μερικές κουβέντες τους για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, οι οποίες δεν τ’ άρεσαν διόλου.
————
Σύντομα στα βιβλιοπωλεία…

9.4.12

Εργαστήριο Δημιουργικής αφήγησης (4oς κύκλος)

Εργαστήριο Δημιουργικής αφήγησης (4oς κύκλος)

« Αφηγήσεις ζωής» - Πόσο γνωρίζουμε την… ιστορία της ζωής μας; Πόσο γνωρίζουμε τον αφηγηματικό μας εαυτό;
Συντονισμός: Κρυσταλία Πατούλη
Διάρκεια εργαστηρίου: 2 μήνες
Συναντήσεις:
Κάθε Παρασκευή 20:30 – 23:30, (για 8 συναντήσεις), με 2 προσκεκλημένους γνωστά πρόσωπα των γραμμάτων και των τεχνών σε «Αφηγήσεις Έργου-ζωής».
Έναρξη συναντήσεων: την Παρασκευή 4 ΜΑΪΟΥ 2012
Πληροφορίες: 210 3243306

---

«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την διηγηθεί» Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές

«Οι ιστορίες μας γίνονται τόσο πολύ δικό μας κομμάτι, ώστε και εμείς δεν τις συνειδητοποιούμε, όπως το ψάρι που ανακαλύπτει το νερό τελευταίο» έχει πει ο Jerome Bruner (τεχνικές αφήγησης).
Στόχος μας σε αυτό το εργαστήριο είναι να ανακαλύψουμε το… νερό.
Ο εαυτός μας είναι πιθανώς το εντυπωσιακότερο έργο τέχνης που συνεχώς δημιουργούμε και σίγουρα το πιο περίπλοκο. Και αυτό, γιατί δημιουργούμε όχι μόνο μια ιστορία για τον εαυτό μας αλλά πολλές.
Σύμφωνα με τον Bruner: «Δεν υπάρχει ένας εαυτός που απλώς στέκεται εκεί έτοιμος να περιγραφεί με λέξεις, αλλά πολύ περισσότεροι. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι συνεχώς κατασκευάζουμε και ανακατασκευάζουμε τον εαυτό μας με βάση το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον – τις προσδοκίες που έχουν οι άλλοι για μας».
Με τη δύναμη της γραφής και κυρίως της ρεαλιστικής αφήγησης ως δημιουργικό εργαλείο αλλαγών, και στόχο τη φράση: «Να είσαι ο εαυτός σου, αν… τον ξέρεις», το εργαστήριο αυτό, θα μπορούσε να προσυπογράψει εκείνο που έλεγε ο Σωκράτης: «Ζωή που δεν μπορείς να την αναλύσεις, δεν αξίζει να την ζεις!».
Καθώς οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα, ενώ συγχρόνως οι πραγματικές ιστορίες των ανθρώπων έχουν συνήθως… μεγαλύτερη φαντασία από οποιαδήποτε λογοτεχνική επινόηση, η ρεαλιστική αφήγηση ζωής μπορεί να είναι απρόβλεπτα αποκαλυπτική ακόμη και στον ίδιο τον αφηγητή της και κάποιες φορές, περισσότερο ενδιαφέρουσα σε ανάγνωση και από ένα αριστούργημα παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Αυτό το εργαστήρι μέσω της δημιουργικής αφήγησης ζωής, μπορεί επιλεκτικά, να αυξήσει, το επίπεδο της αυτογνωσίας όλων εκείνων των κρυμμένων συγγραφικών εαυτών που ο καθένας μπορεί να ανακαλύψει γράφοντας και έχει τη δύναμη ακόμη και να αλλάξει το παρελθόν, μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία του παρόντος!
  • Ασκήσεις γραπτής και προφορικής αφήγησης: Ανακαλύπτουμε το πρόσωπο του αφηγηματικού μας εαυτού (ύφος, χαρακτήρας, στόχοι, στυλ γραφής, επίπεδο επίγνωσης)
  • Γνωριμία με βιβλία και συγγραφείς no-fiction ιστοριών.
  • «Ανάγνωση» ρεαλιστικών αφηγήσεων σε όλες τις μορφές τέχνης (φωτογραφία, κινηματογράφος, θέατρο, λογοτεχνία, στιχουργική, ζωγραφική κλπ)
  • Βιωματικές ασκήσεις με στόχο την αύξηση της αυτογνωσίας και της δημιουργικότητας αλλάζοντας συνεχώς πλαίσια και οπτικές γωνίες αφήγησης.
  • Συζητήσεις πάνω στα κείμενα της κάθε ομάδας με στόχο τη δημιουργική ανάλυση και σύνθεση όλων των αφηγήσεων.
  • Σημαντικές αυτοβιογραφίες – αφηγήσεις ζωής.
  • Στα πλαίσια του σεμιναρίου διοργανώνονται λογοτεχνικές αλλά και άλλες συναντήσεις με τίτλο "Αφήγηση Έργου - Ζωής" με γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών και παρακολουθούνται προαιρετικά θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες, και γενικά πολιτιστικά δρώμενα που άπτονται στα θέματα του εργαστηρίου, όπως και επισκέψεις σε προσωπικότητες που άφησαν το στίγμα τους μέσα από το αυτοβιογραφικό τους έργο.
Σε κάθε κύκλο του εργαστηρίου, σημαντικός στόχος της «δημιουργικής αφήγησης» εκτός από τις ανεξάντλητες γνώσεις για την δύναμη της γραφής και της προφορικής αφήγησης, είναι να ανακαλυφθούν για τον συμμετέχοντα όσο περισσότερες άγνωστες πτυχές του συγγραφικού εαυτού που θα καταφέρουν να αποτελέσουν την πρόκληση για ένα μαγικό όσο και ρεαλιστικό ταξίδι γραφής, με πρόθεση την έκδοση ενός βιβλίου –τσέπης από πατςγουορκ επιλεγμένων κειμένων από όλες τις ομάδες συμμετεχόντων.
Τέλος, όλοι οι συμμετέχοντες του εργαστηρίου «Αφήγηση Ζωής» διαχειρίζονται την ιστοσελίδα www.crystal-metaepikoinonia.blogspot.com , δημοσιεύοντας άρθρα τους, αλλά και ότι άλλο τους ενδιαφέρει αναφορικά με τις δραστηριότητές του σεμιναρίου αλλά και σχετικές με αυτό.

Βιογραφικό σημείωμα:
H Κρυσταλία Πατούλη γεννήθηκε στον Πειραια το 1965. Σπούδασε Ψυχολογία και ειδικεύτηκε στη Συστημική Συμβουλευτική και στο Ψυχόδραμα, όπως και στην πρόληψη-θεραπεία εξαρτήσεων («Θησέας», «Daytop-Iθάκη», Ανοιχτή Θεραπευτική κοινότητα «Στροφή» του ΚΕ.Θ.Ε.Α. κ.ά.) και εργάζεται ως Συστημικός Σύμβουλος σε θέματα ανθρωπίνων σχέσεων, εργασίας, αυτογνωσίας και προσωπικής ανάπτυξης (Μέλος της Ελληνικής και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συμβούλων Ψυχικής Υγείας).
Συγχρόνως, από το 1990 έως σήμερα, εργάζεται κυρίως ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στα ΜΜΕ (Μέλος της ΕΣΠΗΤ)
α) σε Εκδόσεις (πχ. Λυμπέρη ΑΕ, Δ.Ο.Λ. ΑΕ, Άρης Τερζόπουλος ΑΕ, Δάφνη Επικοινωνίες ΑΕ, Αττικές Εκδόσεις ΑΕ, Πήγασος Εκδοτική ΑΕ, Δέσμη Εκδοτική ΑΕ),
β) σε περιοδικά (πχ. Status, Αθηνόραμα, 2Board, σειρά Confidential, Focus, Prevention, Best of the Best, Conde Nast Traveller, Life & Style, Το παιδί μου και εγώ κ.α.),
γ) σε ένθετα εφημερίδων (πχ. Το άλλο Βήμα, 6η Μέρα, κ.ά.).
δ) σε τηλεοπτικούς σταθμούς αλλά και ως ραδιοφωνικός παραγωγός όπως και στον ηλεκτρονικό τυπο (π.χ. www.tvxs.gr).

Εγγραφή Μέλους

8.4.12

Η κοινωνία ως "μηχανή αποκλεισμού". Της Κατερίνας Μάτσα

Η κοινωνία ως "μηχανή αποκλεισμού". Της Κατερίνας Μάτσα

tvxs.gr/node/90637
 
Σε μια κοινωνία η οποία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού», δημιουργώντας όρους κοινωνικού αποκλεισμού για ένα ευρύτατο και διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ο μεγαλύτερος αποκλεισμός είναι αυτός του νεκρού και του θανάτου. Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».
[...] Προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, σιωπηλοί μάρτυρες μιας χωρίς προηγούμενο κρίσης της κοινωνίας και του πολιτισμού.
Ένας πραγματικός μικρόκοσμος που βιώνει καθημερινά το θάνατο, ζώντας στο κοινωνικό περιθώριο, μέσα σ’ έναν κόσμο που γεννά και συσσωρεύει καταστροφές.
Η χρήση των ναρκωτικών γι’ αυτά τα νέα παιδιά γίνεται ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, μια διαρκής αναμέτρηση με το θάνατο.
Αναζητούν απελπισμένα τη δύση τους, γνωρίζοντας ότι κάθε δόση μπορεί να είναι η μοιραία δόση.
Ζουν μέσα στην εξαθλίωση, γνωρίζοντας ότι αυτός ο τρόπος ζωής τους εκθέτει σε μυριάδες κινδύνους (λοιμώξεις, ατυχήματα, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές κ.α.).
Παρ’ όλα αυτά επιμένουν.
Το κάνουν όχι από ευχαρίστηση, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά από ανάγκη.
Τα ναρκωτικά δεν αποτελούν αντικείμενο επιθυμίας αλλά ανάγκης.
Η εξάρτηση δεν είναι παρά ένας τυραννικός καταναγκασμός, καθημερινό μαρτύριο, που μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση.
Για τους τοξικομανείς η προβληματική της επιθυμίας έχει μετατεθεί στο πεδίο της ανάγκης, ο θάνατος κυριαρχεί στην ψυχική σκηνή.
«Μέσα από τη χρήση των ναρκωτικών», λέει η Sylvie Le Poulichet, «επιτελείται μια διαρκής προσομοίωση θανάτου».
Η έναρξη της χρήσης ουσιών γίνεται, συνήθως, στην αρχή της εφηβείας.
Είναι η ηλικία της ανακάλυψης της άγνωστης, ακόμα, ηπείρου της σεξουαλικότητας και της συνάντησης του υποκειμένου με το ζήτημα του θανάτου.
Είναι η εποχή της αναμέτρησής του με το άγνωστο, το τυχαίο, το αβέβαιο, μέσα σε ένα φαντασιωτικό παιχνίδι, όπου το επίδικο είναι η ζωή του ή ο θάνατός του.
Από την ικανότητά του να «επιβιώσει» ψυχικά μέσα από αυτή την αναμέτρηση, από την ικανότητά του, δηλαδή, να βρει το δικό του πέρασμα προς τη ζωή, θα εξαρτηθεί το ίδιο το ψυχικό του γίγνεσθαι.
Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχουν βαθιά ελλείμματα στον ψυχισμό του και συνθήκες κρίσης στο οικογενειακό και στο κοινωνικό περιβάλλον, τότε αυτό το πέρασμα προς τη ζωή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ικανοποιητικά για το άτομο και το παιχνίδι με το θάνατο γίνεται τρόπος ζωής, που μπορεί να πάρει τη μορφή της τοξικομανίας. […]
Το βέβαιο όμως είναι ότι σ’ αυτό το μακάβριο παιχνίδι η διαρκής πρόκληση του θανάτου αποσκοπεί, βασικά στην ακύρωσή του. […]

Όταν κάνουν χρήση δεν έχουν στο μυαλό τους το θάνατο, δεν επιδιώκουν – εκτός από συγκεκριμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου συνυπάρχει ψυχοπαθολογία – να αυτοκτονήσουν. Ρισκάρουν το θάνατο για να κερδίσουν τη ζωή.
Επιδιώκουν, βασικά, να αποδείξουν –στον εαυτό τους, πρώτα απ’ όλα- ότι μπορούν να ακυρώσουν το θάνατο και να βγουν νικητές.
Κρύβουν την τρομακτική τους ανασφάλεια πίσω από την επίδειξη της –φαντασιωσικής- παντοδυναμίας που δίνουν τα ναρκωτικά. […]

Η χωρίς όρια ηδονή επιδιώκεται για να αντισταθμίσει τον χωρίς όρια ψυχικό πόνο, το βασανιστικό αίσθημα του ανικανοποίητου, το τρομακτικό βίωμα του εσωτερικού κενού, απότοκο των τεράστιων ελλειμμάτων του ψυχισμού του.
Γι’ αυτό η λήψη υπερβολικής δόσης (OD) είναι τόσο συνήθης πρακτική, στην οποία ο ίδιος ελάχιστες, σχετικά, φορές δίνει το χαρακτήρα της απόπειρας αυτοκτονίας. […]
Όταν κάνει χρήση δεν υπάρχει γι’ αυτόν ο Άλλος, ως ζωντανή παρουσία στη ζωή του.
Υπάρχει μόνο το χάσμα της απουσίας, που δίνει τραγική διάσταση στη μοναξιά του.
Ο θάνατος, λοιπόν, σφραγίζει την καθημερινότητα της μίζερης ζωής τους, γιατί έχει ήδη σφραγίσει, από πριν, τον εσωτερικό ψυχικό τους κόσμο.
Μέσα σ’ αυτόν βρίσκεται, συχνά, κλεισμένος ένας αγαπημένος νεκρός που δεν μπόρεσαν να τον πενθήσουν, εγκιβωτισμένος σε μία «κρύπτη» στο εσωτερικό του Εγώ.
Το πένθος αυτού του νεκρού ήταν ανέφικτο μέσα στις συνθήκες που συντελέστηκε η μεγάλη απώλεια.
Αυτός ο ψυχικός τραυματισμός, που δεν έγινε δυνατό να μεταβολιστεί ψυχικά, μπορεί να συνδέεται με προσωπικά βιώματα, μπορεί όμως και να μεταδόθηκε από προηγούμενες γενιές και να αφορά συλλογικές εμπειρίες (της κοινότητας, του έθνους, της κουλτούρας στην οποία ανήκει η οικογένεια του συγκεκριμένου ατόμου).
Αυτό το τραύμα διαμορφώνει με πολύπλοκο και κρυπτικό, συνήθως, τρόπο τα δυναμικά της ψυχικής ζωής του ίδιου αλλά και της οικογένειάς του.
Γεννά κρύπτες και «φαντάσματα» που «στοιχειώνουν» τους ζωντανούς. […]
Η κλινική μας εμπειρία επιβεβαιώνει την παρουσία όλων αυτών των φαινομένων σε πολλούς τοξικομανείς, που προσήλθαν στον Συμβουλευτικό Σταθμό του 18 ΑΝΩ και ζήτησαν να ενταχθούν σε κάποιο από τα θεραπευτικά προγράμματα που υλοποιούνται στη Μονάδα.
Παρατηρήσαμε αρχικά ότι στο ιστορικό της οικογένειας των τοξικομανών αναφέρονται πολλοί θάνατοι, συνήθως πρόωροι και απροσδόκητοι.
Το πένθος γι αυτούς τους νεκρούς δεν έγινε εφικτό, για πολλούς λόγους, ιδιαίτερους για τον καθέναν.
Η έναρξη της χρήσης ουσιών τοποθετείται, συνήθως, χρονικά, μετά την τραυματική απώλεια και ο αδύνατο πένθος της. […]
Παρατηρήσαμε στην κλινική πράξη ότι στις περιπτώσεις που υπήρχε αδύνατο πένθος η θεραπευτική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οι υποτροπές συχνές, ακόμα και μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος.
Σ’ αυτά τα άτομα αναπτυσσόταν, συχνά, μετά την απεξάρτησή τους από τα ναρκωτικά, μια εξαρτητική σχέση με το αλκοόλ, η οποία προηγούνταν της υποτροπής στα ναρκωτικά και στη συνέχεια εξελισσόταν παράλληλα. […]
Η επιθυμία να φωτιστούν και να διερευνηθούν διεξοδικά όλα αυτά τα ζητήματα υπαγορεύτηκε βασικά από την ανάγκη να συμβάλουμε, ως 18 ΑΝΩ και στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, στο να γίνει η θεραπευτική διαδικασία της απεξάρτησης πληρέστερη, να προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος και να είναι πιο αποτελεσματική.
Μ’ άλλα λόγια, διερευνήσαμε το πεδίο του θανάτου για να υπηρετήσουμε τη ζωή.

Η απώθηση του θανάτου και του πένθους
[…] Η διαδικασία του πένθους πραγματοποιείται στον τόπο της συνάντησης του ψυχικού με το κοινωνικό.
Η έκφραση του πένθους παίρνει πολλές μορφές (θρήνος, παράπονο, θλίψη, άγχος, οργή, αγανάκτηση, κ.α.).
Στους περισσότερους πολιτισμούς ο θρήνος αποτελεί την πρώτη αντίδραση στο θάνατο.
Σε όλους τους τύπους κοινωνιών οι τιμές στο νεκρό αποδίδονται μέσα από επιθανάτιες τελετές.
Πάντως ο τρόπος που εκφράζεται το πένθος σε μια κοινωνία συναρτάται στενά με την κουλτούρα της, με τον τρόπο που αφήνει ελεύθερα, προβάλλει και νοηματοδοτεί ή αντίθετα καταπνίγει και απαγορεύει να εκφραστούν τα αρνητικά συναισθήματα που γεννά η απώλεια.
Στις παραδοσιακές, τις προκαπιταλιστικές, κοινωνίες η εργασία του πένθους είχε κοινωνικό χαρακτήρα και αποτελούσε μέρος ενός τελετουργικού, στο πλαίσιο μια κοινωνικής πρακτικής, που περιελάμβανε ένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο γύρω από τον πενθούντα και μία διαδικασία από κοινού συμμετοχής της κοινότητας στο πένθος για τον νεκρό. […]
Ο άνθρωπος σ’ εκείνες τις κοινωνίες ήταν βαθιά και άμεσα κοινωνικός και δεν διαχώριζε τον εαυτό του από τη φύση.
Η οικειότητα με το θάνατο ήταν μια μορφή παραδοχής της τάξης και της φύσης.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα, οι δημογραφικές μεταβολές, η βιομηχανική επανάσταση και η πρόοδος της Ιατρικής άλλαξαν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στο θάνατο.
Ο θάνατος καθενός, καθώς και ο θάνατος των οικείων του, εσωτερικεύεται, απωθείται και εκδιώκεται από την καθημερινότητά του.
Η απώλεια ενός οικείου και ο χρόνος του πένθους δεν αποτελούν πλέον μια εμπειρία στην οποία συμμετέχει και το κοινωνικό σώμα.
Το πένθος στις κοινωνίες της νεωτερικότητας έχει χάσει το κοινωνικό του χαρακτήρα και έχει γίνει μια στενά ατομική υπόθεση, μια ατομική ψυχική διεργασία.
Αυτό που κυριαρχεί σε κοινωνικό επίπεδο είναι η απώθηση του θανάτου μέσα σε συνθήκες ακραίας εξατομίκευσης.
«Η σύγχρονη κοινωνία», λέει ο Αρίες, «στερεί τον άνθρωπο από το θάνατό του και δεν του τον επιστρέφει παρά μόνο εφόσον δεν πρόκειται να ταράξει τους ζωντανούς. Από την άλλη μεριά, απαγορεύει στους ζωντανούς να δείχνουν συγκινημένοι από το θάνατο του άλλου, δεν τους επιτρέπει ούτε να κλάψουν τους νεκρούς, ούτε να κάνουν ότι τους νοσταλγούν».
Σε μια κοινωνία η οποία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού», δημιουργώντας όρους κοινωνικού αποκλεισμού για ένα ευρύτατο και διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ο μεγαλύτερος αποκλεισμός είναι αυτός του νεκρού και του θανάτου.

«Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».

Οι σύγχρονες πόλεις είναι χτισμένες σαν να μην υπάρχει θάνατος. Το φέρετρο είναι πολύ δύσκολο να φτάσει στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας ή του ουρανοξύστη.
Κανείς πια δεν είναι διαθέσιμος για να «ξενυχτήσει» τον νεκρό στο σπίτι του το τελευταίο βράδυ πριν από την ταφή και να συμπαρασταθεί στους πενθούντες συγγενείς του. […]
Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές απουσιάζει τραγικά ένα υποστηρικτικό δίκτυο ανθρώπων γύρω από τους πενθούντες, για να μοιραστεί μαζί τους τον πόνο της απώλειας και να θρηνήσει τον νεκρό.
Όμως η εμπειρία του πένθους χρειάζεται, οπωσδήποτε, έναν συνομιλητή για να βιωθεί και να εκφραστεί με λόγια, να μιληθεί. […]
Ο θάνατος του προσφιλούς προσώπου πρέπει να εγγραφεί κοινωνικά, να πάρει το χαρακτήρα μιας κοινής «μαρτυρίας», μιας από κοινού συμμετοχής στον πόνο της απώλειας, ενός συλλογικού θρήνου.
Η απουσία αυτού του κοινωνικού συνομιλητή που μπορεί να λειτουργήσει για τους πενθούντες ως υποστηρικτικό δίκτυο οδηγεί στην αποκοινωνικοποίηση και τελικά στην απώθηση του πένθους.
Ο βαθμός της απώθησης του πένθους σε κοινωνικό επίπεδο αποτελεί δείκτη του βαθμού αποξένωσης των ανθρώπων, μέτρο της κοινωνικής αλλοτρίωσης.
Μέσα στις συνθήκες που ορίζονται από την κυρίαρχη σήμερα ιδεολογία του ατομικισμού διαμορφώνεται ο ψυχισμός της νέας γενιάς, της γενιάς «χωρίς μέλλον» (generation no future”) και εμφανίζεται πολύμορφα η αδυναμία της, σε συλλογικό επίπεδο, να επιτελέσει το πένθος της για ένα καλύτερο μέλλον, που δικαιούται, αλλά της το στερούν.
Μήπως, λοιπόν, αυτό το αδύνατο πένθος των νέων της εποχής μας γίνεται ένας από τους παράγοντες που πυροδοτούν, σε τόσο μεγάλη έκταση, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές τους; Μήπως η σημερινή κοινωνία του θεάματος είναι ανίκανη να πενθήσει επειδή έχει μετατρέψει και τον ίδιο το θάνατο σε θέαμα;
Ακόμα και οι μαζικοί θάνατοι των πολέμων, των βομβαρδισμών, των μαζικών καταστροφών δεν αντιπροσωπεύουν για τον θεατή τους – που τους παρακολουθεί στην τηλεόραση, αμέτοχος, με το αίσθημα της ασφάλειας που παρέχει ο ιδιωτικός του χώρος- παρά απλές τηλεοπτικές εικόνες που συντηρούν την ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος δεν τον αφορά προσωπικά, είναι κάτι ξένο προς αυτόν, δεν επηρεάζει την καθημερινότητά του.
Πίσω από αυτή την αδυναμία του μέσου ανθρώπου της εποχής μας να αποδεχτεί το θάνατο και να μιλήσει ανοιχτά για αυτόν, βρίσκεται η αδυναμία του να πενθήσει τους νεκρούς του.
Βρίσκεται η ανικανότητά του να επεξεργαστεί ψυχικά τον τραυματισμό της απώλειας και να τον επουλώσει.
Βρίσκεται μια βαθιά ελλειμματική λειτουργία συμβολοποίησης και μετουσίωσης.
Γι’ αυτό δεν αντέχει τον ψυχικό πόνο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον ναρκώνει.
Ακόμα και στις κορυφαίες στιγμές του αποχαιρετισμού του νεκρού, κατά την τελετή της ταφής του, οι πενθούντες, συγγενείς και φίλοι, παρευρίσκονται συνήθως με ναρκωμένες τις αισθήσεις από τα ηρεμιστικά που καταναλώνουν.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, βέβαια, μπλοκάρουν ακόμα περισσότερο τη διαδικασία του πένθους, τη στιγμή ακριβώς που θα έπρεπε να αρχίσει.
«Τελικά», λέει ο Αρίες, «καταλήγει κανείς να αναρωτηθεί αν μεγάλο μέρος της σημερινής κοινωνικής παθολογίας πηγάζει από την τοποθέτηση του θανάτου έξω από την καθημερινή ζωή, από την απαγόρευση του πένθους και του δικαιώματος να πενθούμε τους νεκρούς μας».

Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα, «Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη» Ο τοξικομανής και ο θάνατος, των εκδ. Άγρα.



Η ψυχίατρος Κατερίνας Μάτσα γεννήθηκε το 1947 στη Νέα Αρτάκη Ευβοίας. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και Ψυχιατρική στο Παρίσι και την Αθήνα. Είναι η γυναίκα του Σάββα Μιχαήλ.
Εργάζεται στο Ε.Σ.Υ., στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, το γνωστό Δαφνί, από το 1974 μέχρι σήμερα. Είναι η επιστημονική υπεύθυνη της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών Ψ.Ν.Α. - 18 ΑΝΩ και εκδότρια του περιοδικού "Τετράδια Ψυχιατρικής".
Το 2001 κυκλοφόρησε στις Εκδόσεις "Άγρα" το βιβλίο της "Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές... Το αίνιγμα της τοξικομανίας" το 2006 "Η περίπτωση Ευρυδίκη - Κλινική της τοξικομανίας" και "Ψυχοθεραπεία και τέχνη στην απεξάρτηση - Το "παράδειγμα" του 18 Άνω (2008).

---
Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr:

4.4.12

H τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας. Aldo Carotenuto

H τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας. Aldo Carotenuto

tvxs.gr/node/90108

 
Η παραβολή του υιού που δεν ήθελε να αγαπηθεί:
Τα παιδιά σας δεν είναι δικά σας παιδιά.
Είναι γιοι και κόρες της λαχτάρας της ζωής για τη ζωή.
Έρχονται στη ζωή με την βοήθειά σας αλλά όχι από σας
και, μ’ όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σας.
Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας όχι όμως και τις ιδέες σας
γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.
Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους όχι όμως και την ψυχή τους
γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο
που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε ούτε στα όνειρά σας.
Χ. Γκιμπράν
(Ο προφήτης, J.B. Verde – G.F. Pallanca 1984, σελ. 33)
Στον κόσμο των ανθρώπων η εμπειρία του χωρισμού είναι η ίδια η εμπειρία της ζωής. Ακόμη και η συγγραφή αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδειγμα δυισμού.
Ο «λόγος για κάτι» είναι σκέψη και η σκέψη μπορεί να θερίζει αμείλικτα χωρισμούς, να δημιουργεί αποσπάσεις και διαφορές, να αποκαλύπτεται ως η απερίγραπτη προδοσία της άμεσης εμπειρίας.
Ένα πιο ακραίο παράδειγμα αυτού του είδους της προδοσίας είναι και η συγγραφή που οδηγεί τον αναγνώστη σε περιοχές της ψυχής οι οποίες δεν έχουν «εξερευνηθεί» επαρκώς από τον συγγραφέα.
Πάνω σ’ αυτό ο Κίρκεγκωρ θλιβόταν για την παρακμή του συγγραφικού έργου.
Υπάρχουν ορισμένοι, σχολίαζε ο μεγάλος Δανός φιλόσοφος στο εκτεταμένο του ημερολόγιο, που γράφουν για θέματα τα οποία δεν κατέχουν, γιατί ούτε τα έζησαν ούτε τα σκέφτηκαν ποτέ.
Και προσθέτει:
«Αποφάσισα να μη διαβάζω παρά μόνο γραπτά ανθρώπων που καταδικάσθηκαν σε θάνατο ή πάντως με κάποιο τρόπο βίωσαν τον πραγματικό κίνδυνο.»
(Κίρκεγκωρ 1834-55, σελ. 97)

[…] Αυτό που θέλω να τονίσω, λοιπόν,
είναι το γεγονός ότι μας φαντάζονται πριν γεννηθούμε, πριν εμείς ανακαλύψουμε τι και πώς είμαστε –κοιτάζοντας μέσα μας ή σε καθρέφτη-, κάποιος άλλος το έχει κάνει για μας.
Η ύπαρξη και η αυτονομία μας προκαθορίζονται, γιατί μας έχουν επινοήσει πριν έρθουμε στον κόσμο, και μας έχουν επινοήσει οι γονείς τους οποίους επίσης είχαν επινοήσει.
Η προδοσία, επομένως, μεταβιβάζεται αμείλικτα διά μέσου των γενεών.
Υπ’ αυτή την οπτική, ο Murrey Bowen, πρωτοπόρος της οικογενειακής θεραπείας, δικαίως εκσωμάτωσε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «διεργασία προβολής της οικογένειας» - δηλαδή διεργασία «μέσω της οποίας τα προβλήματα των γονέων μεταβιβάζονται στα παιδιά»- στην ευρύτερη έννοια της «αλληλοεξάρτησης συναισθηματικών πεδίων πολλών γενεών» (Bowen 1966, σελ. 33).
Ο Bowen παρατήρησε ότι:
Στο σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα των 150-200 χρόνων ένα άτομο μπορεί να κατάγεται από 64-128 οικογένειες, κάθε μία από τις οποίες έχει συνεισφέρει από κάτι. Καθώς όλοι οι μύθοι, οι διαβουλεύσεις, οι μνήμες και οι γνώμες αναπόφευκτα επηρεάζονται από το συναίσθημα, θα είναι δύσκολο να γνωρίσουμε τον Εαυτό ή τα μέλη της οικογένειας με την προσωπική έννοια, στο παρόν ή στο πρόσφατο παρελθόν. Μόνον όταν ανασυνθέσουμε γεγονότα από το απώτερο παρελθόν, ενός ή δύο αιώνων, γίνεται ευκολότερο να ξεπεράσουμε την επιρροή των μύθων και να γίνουμε «ρεαλιστές»
(ό.α., σελ. 7)

Ο Bowen εισάγει έτσι την πιθανότητα παραλληλισμού
των εννοιών του «Κάρμα» και του «προπατορικού αμαρτήματος». Σ’ αυτή την περιοχή αναφέρεται προφανώς ο Γιουνγκ όταν, στην εισαγωγή του στο έργο του F.G. Wickes “Ο ψυχικός κόσμος της παιδικής ηλικίας”, δηλώνει:

Αυτό που έχει την ισχυρότερη ψυχική επίδραση στο παιδί είναι εκείνο το κομμάτι της ζωής του που δεν έζησαν οι γονείς (αλλά και οι πρόγονοι αφού πρόκειται για το αρχέγονο ψυχολογικό φαινόμενο του προπατορικού αμαρτήματος). (Γιουνγκ 1927-31, σελ. 19)

Κατά τον Γιουνγκ μάλιστα:
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αληθινοί γεννήτορες του παιδιού δεν είναι τόσο οι γονείς όσο οι πρόγονοί τους, προπαππούδες και προγιαγιάδες, παππούδες και γιαγιάδες, κι ότι μ’ αυτούς εξηγείται η ατομικότητα του παιδιού πολύ περισσότερο απ’ ότι με τους άμεσους και τυχαίους φυσικούς γονείς.
(ό.α. σελ. 20)

[…] Ο Γιουνγκ γράφει:
Προλεταριακές τάσεις σε απογόνους ευγενών, εγκληματικά ένστικτα σε βλαστούς ενάρετων και αξιοσέβαστων, οκνηρία σε απογόνους δραστήριων και πετυχημένων ατόμων δεν είναι μόνο συνέπειες μιας ζωής που ηθελημένα δεν βιώθηκε, αλλά προέρχονται και από ένα νόμο αποζημίωσης του πεπρωμένου, που έχει σχέση με μια φυσική ηθική, η οποία τείνει να ταπεινώσει τους ισχυρούς και να εξυψώσει τους ταπεινούς. Καμιά παιδεία και καμιά ψυχοθεραπεία δεν μπορούν να το ανατρέψουν αυτό. Το μέγιστο που μπορούν να κάνουν, εφόσον εφαρμοστούν σωστά, είναι να ενθαρρύνουν το παιδί να εκπληρώσει το έργο που του έχει ανατεθεί από τη φυσική ηθική. Η ενοχή των γονιών είναι απρόσωπη και τα παιδιά πρέπει να πληρώσουν με εξίσου απρόσωπο τρόπο. (ό.α. σελ. 20)

Αυτές είναι οι βαθιά οδυνηρές πλευρές για τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος. Πατέρες και γιοι βρίσκονται αντιμέτωποι, τόσο διαφορετικοί στον τρόπο που νιώθουν και αντιλαμβάνονται τη ζωή. Μεγάλη δύναμη από τη μία, μεγάλη παθητικότητα από την άλλη. Είναι στιγμές απόλυτης απόγνωσης, γιατί, όσο βαθιά κι αν σκάψει κανείς, όσο παθιασμένα κι αν αναζητήσει τα πιθανά λάθη (πάντοτε βρίσκονται τέτοια), δεν θα βρει τίποτε που να δικαιολογεί τόσο ριζικές και ολέθριες διαφορές.
Ο Γιουνγκ μας μιλάει για ένα νόμο αποζημίωσης του πεπρωμένου, αλλά εγώ θεωρώ πιο σωστό να αποδεχτούμε την ιδέα της αναζήτησης- διαφοροποίησης και της προτίμησης από ένα γενικώς μέτριο τρόπο ζωής, για κάποιον που, μολονότι εγκληματίας, είναι βασικά διαφορετικός.
Θα ήταν δύσκολο να μη νιώθουμε ότι και μόνον το γεγονός ότι ζούμε τη ζωή μας αποτελεί παράβαση της οποία μας καταλογίζει ο άλλος, σε απάντηση της υπαρξιακής του ανεπάρκειας. Παρότι ο Γιουνγκ προσπαθεί να δώσει μια εξήγηση αυτών των φαινομένων μέσω της έννοιας του απρόσωπου αμαρτήματος, κάθε καταστροφική πράξη των τέκνων βιάζει αυτή την ιδιότητα του απρόσωπου και προκαλεί βαθύτατη απόγνωση.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και οι πιο δυνατοί γονείς αισθάνονται ανίκανοι.
Εκεί φανερώνονται τα όρια της ζωής και όλα δείχνουν προαποφασισμένα.
Η προδοσία, όμως, μπορεί να συντελεστεί και στην κατάσταση του απρόσωπου, και, για άλλη μια φορά είναι πιθανό να ευθύνεται, ως ένα βαθμό, αυτή ακριβώς η ιδιότητα του απρόσωπου για την τάση των γονιών να φαντάζονται τα παιδά που πρόκειται να έρθουν στον κόσμο.
Το γεγονός ότι μας έχουν φανταστεί -πριν γεννηθούμε- το βιώνουμε, περισσότερο ή λιγότερο ασυνείδητα, ως βία, ως ληστεία, ως απογύμνωση.
Η αιτία γι’ αυτό είναι η ατομικότητά μας, η ιδιαιτερότητα ή η ψυχική μας φυσιογνωμία, που μπορούν να μας ανήκουν πραγματικά μόνον όταν είναι αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών και όχι προκατασκευασμένο δώρο που μας χαρίζεται.
Ο γιος οδηγείται να ενσαρκώσει επιθυμίες, τις φαντασίες και τις σκέψεις της μητέρας σε μια δυναμική η οποία επαναλαμβάνεται σε κάθε συνάντηση με μια άλλη γυναίκα και, κατά κάποιο τρόπο, στη σχέση του με την ίδια τη ζωή.
Δεν είναι σπάνιο η πιο γνήσια ψυχική μας διάσταση να μη βρίσκει την έκφρασή της μέσα στην αληθινή ζωή, ενώ η ουσία της φαντασίας των άλλων που κατασκευάστηκε για εμάς να αποκτά όλο και μεγαλύτερη υπόσταση, να γίνεται η δική μας ουσία.
Αυτή η κατάσταση, που αποτελεί την εξέχουσα ψυχική φυλακή, είναι πολύ πιο κοινή απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε ή να παραδεχτούμε.
Υπάρχει μια θαυμάσια φράση του Γκαίτε που περιέχει όλη την ειρωνεία αυτού του αλληλεπιδρόντος μηχανισμού:
«Εγώ σ’ αγαπώ. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με σένα».
Ο Γκαίτε, μ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει υπό αμφισβήτηση την αντίληψή μας για εκείνους που δηλώνουμε πως αγαπούμε και για εκείνους που διακηρύσσουν πως μας αγαπούν.
Ο Ρανκ, σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Το θέμα της αιμομειξίας στη λογοτεχνία και τους θρύλους» (1912), αναφέρει μια φράση του Γκαίτε η οποία αναφέρεται στην αγάπη προς την αδερφή του:
Γράφει, λοιπόν, ο Γκαίτε:
Η ιδέα που έχω για τη γυναίκα δεν είναι μια αφαίρεση των εκδηλώσεων της ορατής πραγματικότητας αλλά είναι κάτι έμφυτο, ή κάτι που έχει πλαστεί μέσα μου – ένας Θεός μόνον ξέρει πώς. Όλες οι γυναίκες μου είναι καλύτερες απ’ αυτές που μπορεί να συναντήσει κανείς στην πραγματικότητα (Rank 1912, σελ. 182)

Είναι βαριά και ασήκωτη τιμωρία για ένα ανθρώπινο πλάσμα η απαίτηση να προσαρμόζεται στο όνειρο των άλλων, να βάζει τα δυνατά του για να μπορεί να πει το πιραντελικό «είμαι όπως με θέλεις εσύ».
Εξαναγκάζεται να ανεβάσει στη σκηνή ένα έργο, μια φαντασία που δεν συνέλαβε, να ερμηνεύσει ένα σενάριο που δεν έγραψε, να παίξει με κανόνες άλλων.
Τα θύματα, όμως αυτής της απαλλοτρίωσης της ταυτότητας είναι συνήθως και συνένοχοι, γιατί η ενσωμάτωση των προβολών και των φαντασιών των άλλων είναι κάτι πραγματικά καθησυχαστικό.
Με τον ίδιο τρόπο, η μητέρα (ή όποιος άλλος είναι στη θέση της, αφού έχουμε μπει σε μια πολύ ευρύτερη συζήτηση για την ταυτότητα του ατόμου) φοβάται ό,τι είναι ριζικά, βαθιά ξένο προς αυτήν ως κάτι εν δυνάμει ικανό να επιφέρει αυθεντική αντιπαράθεση.
Να γιατί η μητέρα, καθώς κυοφορεί το μωρό της και, μετά, καθώς το μεγαλώνει, ευκολότερα σκέφτεται και φαντάζεται εικόνες που της είναι οικείες και επιβεβαιώνουν την ταυτότητά της και την ικανότητά της να πλάθει άλλους.
Η ζωή ως προδοσία αποτελεί κλειδί για την κατανόηση όλων των φαινομένων της ύπαρξής μας.
Ανοίγει άλλους, ευρύτερους ορίζοντες και μας βοηθά να αποκρυπτογραφήσουμε τη φιλία, την αιμομειξία, το γάμο, την οικογένεια, το θάνατο που έρχεται και το θάνατο που επιλέγουμε. Πρώτα απ’ όλα, όμως, την προδοσία της γέννησης.
Η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί ισοδυναμεί με μια σχέση ισχύος, διότι επιβάλλεται ως τρομακτικά, δυσανάλογα ασύμμετρη.
Το ανθρώπινο είδος, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στο είδος των ζώων, χαρακτηρίζεται από την απόλυτη αδυναμία και ευπάθεια του νεογνού, το οποίο, χωρίς την άμεση φροντίδα του περιβάλλοντός του, πεθαίνει.
Ως εκ τούτου, η διάρκεια της εξάρτησης, η οποία, όπως ξέρουμε, είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα άλλα είδη, αναγκαστικά αποτελεί τη βάη όλων των ανθρώπινων νευρώσεων, αλλά αναπαριστά τα μη αναστρέψιμα θεμέλια μια ασύμμετρης σχέσης ισχύος, ένα χρέος που θα πληρώνουμε σ’ όλη μας τη ζωή.
Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αφυπνιστούμε έγκαιρα, με την έννοια της ενηλικίωσης, να αποκτήσουμε συνείδηση αυτής της ισχυρής σχέσης και να ανακαλύψουμε το δικό μας δρόμο με κόπο και αποφασιστικότητα.
Το ότι η πρωτογενής σχέση είναι μια σχέση δύναμης είναι μια πραγματικότητα, αλλά είναι και μια καλή μεταφορά, που μας βοηθάει να καταλάβουμε την προδοσία που σημαδεύει ολόκληρη την τροχιά της ύπαρξής μας.
Η σκιά της προδοσίας κρέμεται πάνω από την απαρχή της ατομικότητας του κάθε ανθρώπου και, από τη στιγμή τής προ τη γέννηση ύπαρξής μας, ξέρουμε πως έχει καταστεί από κάθε πλευρά δύσκολο να διαφοροποιηθούμε από τον περιβάλλοντα κόσμο.
Η σκέψη που θα ήθελα να αναφέρω, και ως ψυχολόγος δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά, είναι ότι, παρά τα εμπόδια, μέσα στον καθένα μας υπάρχει μια δύναμη που τον ωθεί προς μια αποκλειστική και μοναδική ατομικότητα, εκείνη που οι Γνωστικιστές περιέγραψαν ως «αναλαμπή» και που, σύμφωνα με τον Mester Eckhart, κατοικεί οριστικά και αμετάκλητα μέσα στην ψυχή. Παρόλο που ο δρόμος προς την ατομική προσωπικότητα δεν είναι χωρίς κινδύνους (και μόνο η επιλογή έχει το τίμημά της), «η ανάπτυξη της προσωπικότητας θεωρείται ένα από τα πολύτιμότερα αγαθά» (Γιουνγκ 1929-57, σελ. 29).
Κατά τη γνώμη μου, το πολυτιμότερο.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο Γιουνγκ (ως επακόλουθο της κατανόησης από τη μεριά του Νίτσε), αυτό το αγαθό συνεπάγεται:
Να πούμε «ναι» στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας. (ό.α. σελ. 30)
Αυτό είναι και το σπουδαιότερο έργο τέχνης του ανθρώπου. Μπορεί να εργάζεται και να έχει πολλές επιδόσεις, ο χώρος, όμως, μέσα στον οποίο γίνεται πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης, αληθινός δάσκαλος, είναι η ατομικότητά του και για να την αποκτήσει πρέπει να εισχωρήσει στη βαθύτατη διάστασή του.
Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας δεν ενθαρρύνεται από τη συλλογική λογική που, στραμμένη καθώς είναι στη διατήρηση της ομοιομορφίας, βλέπει τη διαφορετικότητα και τη διαφοροποίηση ως απειλή.
Γι’ αυτό, από τη γέννησή μας μπορεί να νιώσουμε παράξενα ξένοι, παρείσακτοι, απρόσκλητοι, χωρίς δικαιώματα ιθαγένειας στην πραγματικότητα.
Στη διάρκεια της ζωής μας, καθώς οι σχέσεις πληθαίνουν, αυτή η εντύπωση ότι δεν έχουμε δικαίωμα σε ένα χώρο, το δικό μας χώρο, μπορεί να γίνει σταδιακά εντονότερη, να εμπνεύσει το καφκικό αίσθημα του ανθρώπου που «τα πιστοποιητικά του δεν είναι εν τάξει».
Ακριβώς, όμως, η επίγνωση της αποξένωσης, η διεκδίκηση της «θέσης μας στον ήλιο», η γνώση της μοναδικότητας και της διαφορετικότητάς μας είναι αυτά που ανοίγουν το δρόμο για την εξατομίκευση.
Η αναγνώριση του ότι κάτι έχει κλαπεί από την ταυτότητά μας είναι απολύτως αναγκαία, γιατί αυτή η κλοπή είναι η πρωτογενής προδοσία, η πιο επίπονη στην αντιμετώπισή της, κι ατή από την οποία κανείς δεν γλυτώνει.
Αυτό που επίσης πρέπει να ξέρουμε είναι ότι συνειδητοποιώντας πόσο «διαφορετικούς» μας περίμεναν απ’ αυτό που είμαστε, νιώθουμε αποκαρδιωμένοι και έκπληκτοι γι’ αυτό που στην ουσία είναι η απόρριψή μας.
Αυτή η πρώτη αποκήρυξη είναι η πηγή της προληπτικής θεώρησης της ύπαρξής μας, σύμφωνα με την οποία νιώθουμε τυχεροί ή άτυχοι, ανάλογα με τις επιδόσεις και τις επιτυχίες μας στον έξω κόσμο.
Πολύ πιο δύσκολο είναι να στηρίξουμε την αυτοεκτίμησή μας σ’ αυτό που πραγματικά είμαστε και νιώθουμε.
Πρέπει να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε ότι, κάτω από το ψυχολογικό καθεστώς αυτής της πρόληψης, η αληθινή αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων είναι μύθος.
Και καθώς οι σχέσεις των ανθρώπων συχνά βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στη σύγκριση, τον ανταγωνισμό και το μαραθώνιο επιδόσεων, πρόκειται λιγότερο για αλληλεγγύη και περισσότερο για ασυνείδητη συνενοχή στη διαιώνιση ενός τρόπου ζωής που υποβιβάζει τη μοναδική ατομικότητα του ανθρώπου.
Αρκεί να σκεφτούμε όλους αυτούς που, ενώ χύνουν ποταμούς δακρύων για τις καταστροφές των σεισμών στην άλλη άκρη της γης, δεν μπορούν να απλώσουν το χέρι για να βοηθήσουν το γείτονα.
Όποιος θελήσει να αμφισβητήσει αυτό το σύστημα συμπεριφορών αναπόφευκτα θα καταδικαστεί από το μέσο όρο των ανθρώπων, γιατί αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο να έρθει οριστικά και αμετάκλητα στο φως η ανυπαρξία του μέσου ανθρώπου, αυτού που ζει μόνο για να παραδίδεται στις ισχύουσες αξίες, χωρίς ενστάσεις, χωρίς κριτική, χωρίς καν να εξετάζει την προσωπική του ηθική ή τη συνείδησή του με βάση την εσωτερική του εμπειρία, δηλαδή ακούγοντας τις εσωτερικές του φωνές.
Όταν η αρχαία σοφία και η σύγχρονη ψυχολογία του ασυνείδητου, με διαφορετικές αποχρώσεις αλλά και βασικές αναλογίες, μας λένε ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε «άτομα», δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι άλλοι κατέχουν κάτι που δεν κατέχουμε εμείς.
Ένα μοιραίο λάθος, στο οποίο πέφτουν πολλοί, αφού η παρότρυνση είναι απλούστατα να γίνουμε ο εαυτός μας και όχι κάποιος άλλος.
Κατά τον Γιουνγκ, «υγεία είναι μόνον αυτό που είναι κανείς στην πραγματικότητα».
Το τίμημα, όμως, σε μοναξιά και αποκλεισμό που πληρώνουμε προκειμένου να μείνουμε πιστοί στην ατομική προσωπικότητά μας, είναι πολύ υψηλό.
Ο Ντοστογιέφσκι, που με τις απόψεις του μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος της ψυχολογίας του ασυνειδήτου, όπως σωστά παρατήρησε ο Breger (1989, σελ. 6-12), είχε διαβλέψει τις οδυνηρές συνέπειες της κάθε διεργασίας εξατομίκευσης.
Ο πόνος της εξατομίκευσης φαίνεται από τη διαδρομή μοναξιάς, απομόνωσης, νεύρωσης, απώλειας των αισθήσεων, αποξένωσης, ενόχής και ανεπάρκειας που διανύουν οι ήρωές του πριν τελικά φτάσουν στη στιγμή της φώτισης και συμφιλιώσης με τη ζωή.
Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι αποδεικνύουν επίσης ότι τίποτε δεν εγγυάται πως ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει δημιουργικά την «προδοσία» ταυτότητας.
Μόνο μια μερίδα απ’ αυτούς που μπαίνουν στην άγνωστη αυτή σφαίρα γυρίζουν, μυστηριωδώς, πιο ζωντανοί, πιο ικανοί να σταθούν στη ζωή, ευνοημένοι πραγματικά από το φως που τους έλουσε.
Μόνο για ορισμένους η πληγή που άνοιξε η γνώση της εξατομίκευσης και η ακραία δυσκολία για την απόκτησή της, συνέτεινε στο να γίνουν απεριόριστα πιο ανθρώπινοι.
Πριν γεννηθούμε, πέφτουν βροχή πάνω μας ελπίδες και υποθήκες.
Είμαστε υπόγεια υποθηκευμένοι, απογυμνωμένοι από την ατομική μας αξία, όταν οι γονείς –και προσέξτε, όχι μόνον η μητέρα- εναποθέτουν στη γέννησή μας το έργο της ικανοποίησης κάποιων αναγκών τους (όπως το να αποδείξουν, λόγου χάρη, την ικανότητα για τεκνοποίηση, ή να γεμίσουν ένα κενό στη σχέση του ζευγαριού, ή, ακόμη χειρότερα, με την ψευδαίσθηση ότι αυτό θα σώσει τον αποτυχημένο γάμο τους).
Μπορεί ακόμη να αναθέσουν, στο βλαστάρι που έρχεται, κατακτήσεις και αντεκδικήσεις στις οποίες οι ίδιοι απέτυχαν.
Κοντολογίς, ένα άλυτο πρόβλημα προβάλλεται πάνω στο παιδί και το μπερδεύει, το εγκλωβίζει.
Αλλά οι συνέπειες από το κύμα της προδοσίας που πέφτει πάνω στη ζωή του παιδιού, δυστυχώς, δεν σταματάνε εδώ.
Η ίδια η ζωή του παιδιού γίνεται πηγή ερεθισμού και ενόχλησης. Αυτό σημαίνει πως, από τη στιγμή της γέννησής μας, χρειάζεται να καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να κατακτήσουμε έναν αληθινό χώρο για τον εαυτό μας.
Η αίσθηση του αποκλεισμού μας έχει τις ρίζες της σ’ αυτή την πρωτογενή προδοσία.
Πρώτιστο καθήκον μας, λοιπόν, γίνεται να βρούμε ή να επινοήσουμε τον δικό μας χώρο, ο οποίος δεν είναι ούτε ευδιάκριτος ούτε ευπρόσιτος, αλλά είναι κάτι απροσδιόριστο, αφηρημένο, φευγαλέο.
Επειδή, όμως, είναι πιεστική και μόνιμη η ανάγκη μας για σταθερότητα, συγκεκριμένα σχέδια και οικεία μονοπάτια, μοιραία διαλέγουμε κάποιες δραστηριότητες ή συγκεκριμένες αξίες, όπως οι σπουδές, το επάγγελμα, ο γάμος, τα πλούτη, η επιτυχία.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, τον απατηλό τρόπο, ο χώρος που ψάχνουμε μας εμφανίζεται σαν κάτι το «πραγματικό».
Όμως, με λίγη εμπειρία, αρχίζουμε να κατανοούμε ότι ο χώρος που πραγματικά χρειαζόμαστε, η κατοικία μέσα στην οποία είμαστε στ’ αλήθεια ο εαυτός μας, βρίσκεται αλλού.
Ο βασικός χώρος, ο θησαυρός για τον οποίο μιλούν με τις ποικίλες παραλλαγές τους οι μύθοι, η «βασιλεία των ουρανών», για την οποία μιλάει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, βρίσκεται μέσα μας.
Η φιλοσοφική λίθος, το ιερό Γκράαλ, το χρυσόμαλλο δέρας, η δολοφονία του δράκου που ελευθερώνει το δρόμο για το θησαυρό αντιπροσωπεύουν περιπέτειες που δεν διαδραματίζονται στον κόσμο των ορατών πραγμάτων, της εξωτερικής πραγματικότητας.
Αλλά δεν πρέπει να παγιδευτούμε στην κυριολεξία, στις συγκεκριμένες εικόνες που προτείνει ο μύθος.
Η κυριολεξία είναι ένας αλάνθαστος τρόπος προδοσίας της εμπειρίας.
Όπως διαβάζουμε και στον Απόστολο Παύλο, η κυριολεξία, «το γράμμα», σκοτώνει.
Ο μύθος είναι το απόσταγμα, σε εικόνες, του κορμού της ανθρώπινης σοφίας που αποκτήθηκε διά μέσου χιλιετιών΄ υπό το φως της η ανθρωπότητα βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση, σε αδιάκοπη αναζήτηση της αλήθειας.
Η ανάγκη να περάσουμε επιτυχώς συγκεκριμένες και επικίνδυνες δοκιμασίες παραπέμπει σε κάποιες άλλες δοκιμασίες που πρέπει να αντιμετωπίσουμε, ως άτομα, σε διάφορα και διαφοροποιημένα επίπεδα.
Ο Ιάσονας έψαχνε το χρυσόμαλλο δέρας, ο Πάρσιφαλ και οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης έψαχναν για το ιερό Γκράαλ, και ο καθένας από μας, ανάλογα με την προσωπική του ιστορία, πρέπει, κατά τη διάρκεια της ζωής του, να μπει στην τροχιά αναζήτησης ενός «αντικειμένου» καθοριστικής σημασίας, από το οποίο είναι αδύνατον να παραιτηθεί.
Η επιτυχής έκβαση αυτής της αναζήτησης είναι το αναγκαίο πρελούδιο για την κατάκτηση εσωτερικών χώρων.
Αυτή η αναζήτηση είναι η μόνη δυνατή απάντηση στο τραγικό, το βασικό για την ύπαρξή μας γεγονός, αυτό της προδοσίας της γέννησης.

(Μετάφραση: Κούλα Καφετζή)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Aldo Carotenuto, Αγάπη και προδοσία, Εκδ. Ίταμος

Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου