Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

19.8.17

Κ. Γεωργουσόπουλος: Λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας


[...] Λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας. Όπως κάθε φυτό δεν μπορεί να ριζώσει χωρίς χώμα, όποιο χώμα, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή έχει ιθαγένεια. Έχει ρίζες στο γενέθλιο χώμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων, θα διαπιστώσει πως εκείνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους, εκείνοι που έγιναν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, είναι εκείνοι που έχουν τις πιο βαθιές ρίζες με τον τόπο τους, την πιο γνήσια σχέση με το λαό τους και την πλέον γόνιμη επικοινωνία με τη γλωσσική περιουσία του έθνους τους [...]
Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Μια ψυχική γεωγραφία», εισαγωγή για το βιβλίο Εν Δωδεκανήσω, των εκδόσεων Κέδρος.

"Η ανθολογία πεζογραφημάτων Δωδεκανήσιων λογοτεχνών, πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου «Κλεόβουλος ο Λίνδιος», που ίδρυσε ο αείμνηστος και αγνός ιδεολόγος και εθνικός αγωνιστής Ιωάννης Ζίγδης, είναι μια αναμφισβήτητη απόδειξη πως λογοτεχνία δεν μπορεί να γίνει χωρίς άγκυρα βυθισμένη στο βυθό της γενέθλιας θάλασσας.

Όπως κάθε φυτό δεν μπορεί να ριζώσει χωρίς χώμα, όποιο χώμα, έτσι και η ανθρώπινη ψυχή έχει ιθαγένεια. Έχει ρίζες στο γενέθλιο χώμα. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών και όλων των πατρίδων, θα διαπιστώσει πως εκείνοι που ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδας τους, εκείνοι που έγιναν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, είναι εκείνοι που έχουν τις πιο βαθιές ρίζες με τον τόπο τους, την πιο γνήσια σχέση με το λαό τους και την πλέον γόνιμη επικοινωνία με τη γλωσσική περιουσία του έθνους τους.

Όσο πιο βαθιά ριζωμένος στο ήθος της εποχής του, στη γλώσσα του, στη θρησκεία του είναι ο Όμηρος, τόσο πιο πλατιά έγινε αποδεκτός σ’ Ανατολή και Δύση, όσο περισσότερο Ρώσος είναι ο Ντοστογέβσκι, όσο ισπανικότερος ο Λόρκα, όσο αυθεντικά Βρετανός ο Σαίξπηρ, όσο γνησιότερα Ιταλός ο Γκολντόνι, όσο αναμφισβήτητα Γάλλος ο Μολιέρος, και όσο αληθινά Αμερικάνος και μάλιστα νότιος ο Φώκνερ και ο Τεννεσσή Γουίλλιαμς, τόσο πλατύτερα έγινε και αγαπητό και κατανοητό το έργο τους σε λαούς με διαφορετική παιδεία, διαφορετικά ήθη, διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα και διαφορετικά θρησκευτικά προαπαιτούμενα ζωής.

Θα μου επιτραπεί, λοιπόν, σ’ αυτό το εισαγωγικό σημείωμα για τα δωδεκανησιακά πεζογραφήματα να εκθέσω κάποιες γενικές, αλλά απαραίτητες για την ερμηνεία μερικών πολιτισμικών φαινομένων, σκέψεις που αναφέρονται στις ταλαιπωρημένες στην παιδεία μας και ιδιαίτερα στην εκπαίδευσή μας έννοιες πολιτισμού όπως η Ιθαγένεια και η Ηθογραφία.

Οι σκέψεις αυτές έρχονται να απαντήσουν στις δίκαιες ανησυχίες των μελών του «Κλεόβουλου του Λίνδιου», μήπως, επειδή ο στοχασμός της ανθολόγησης αναφερόταν στην εντοπιότητα, εκφυλιστεί σε κείμενα «ηθογραφικού και λαογραφικού περιεχομένου». Οι ανησυχίες έχουν τη βάση τους, δεδομένου ότι για πολλές δεκαετίες, ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα, η Ηθογραφία και η Λαογραφία στον τόπο μας αλληλοπεριχωρήθηκαν, συνέπλευσαν και αποτέλεσαν έννοιες συγκεχυμένες.

Η Λαογραφία υπήρξε μια από τις νέες επιστήμες, που μια από τις νέες επιστήμες, που εξέθρεψε ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός και ο πρώτος ρομαντισμός, πριν γίνει αισθητική σχολή και φορμαλιστική αναζήτηση, υπήρξε ένα ιστορικό και κοινωνικό κίνημα με καθαρά εθνικά χαρακτηριστικά.

Μετά την κατάρρευση της μεσαιωνικής φεουδαρχικής κοινωνίας και όταν, μετά την Αναγέννηση, ο Ευρωπαίος άνθρωπος επέστρεψε στον ουμανιστικό κανόνα, ο Διαφωτισμός, καθαρά αστική ορθολογιστική και ατομοκρατική ιδεολογία, που στήριζε την ατομικότητα, τον αυτοδημιούργητο και δημιουργικό ωφελιμισμό, ώθησε τους ανθρώπους που είχαν απαλλαγεί από την αιγίδα της Αγίας Έδρας, τη μόνη έως την επανάσταση του 1789 εγγύηση ενότητας των Ευρωπαίων, να αναζητήσουν νέα αιγίδα, μια νέα ομπρέλα που να εγγυάται μια κάποια ενότητα και συνοχή.

Έτσι, οι επιστήμονες αναζήτησαν τις ρίζες του έθνους τους στα δημώδη άσματα, στις παραδόσεις, στα παραμύθια, στα ήθη, στις πηγές των διαφοροποιημένων γλωσσών. Η Λαογραφία είναι επιστήμη της μελέτης ενός ζώντος, παρόντος λαού, δεν είναι αρχαιολογία (αν και η αρχαιολογία είναι κι αυτή μια επιστήμη που εξέθρεψε ο ρομαντισμός), δεν είναι παρελθοντολογία.

Η Λαογραφία είναι μελέτη επιβιωμένων, έστω και ως απολιθώματα, αλλά εν χρήσει στοιχείων, που προσδιορίζουν την ταυτότητα, θρησκευτική, ιστορική, γλωσσική, εθιμική ενός λαού. Εξάλλου, αυτό σημαίνει και ό,τι λέμε Παράδοση. Σημαίνει, δηλαδή, ό,τι έχει παραδοθεί, ό,τι έχει φτάσει ως εδώ ως μορφή, ως γλωσσικός κώδικας, ως παροιμιακός λόγος, ως ρυθμός, ως εμμέλεια, ως μιμητική κίνηση, ως τελετή, και είναι στοιχείο αναγνωρίσεως μεταξύ των μελών μιας κοινωνικής ομάδας.

Η Ηθογραφία είναι πολύ παλαιότερη και επιστημονική και λογοτεχνική ζήτηση. Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι, όταν καταπιάνονται με τα ηθικά προβλήματα ηθολογούν, δηλαδή προσπαθούν να συλλάβουν από την κοινόχρηστη πράξη κανόνες βίου, να καταγράψουν μορφές συμπεριφοράς και να συνδέσουν τις πράξεις με τις επικρατούσες αξίες, να αξιολογήσουν και να κλιμακώσουν τα κοινωνικά προστάγματα.

Ηθογραφία δεν είναι (και εδώ είναι η παρεξήγηση) περιγραφή εθίμων και καταγραφή λαϊκών τελετών. Δεν είναι οι τελετουργικές καταγραφές των πανηγύρεων, δεν είναι το τυπικό των ευχών, των ξορκιών, δεν είναι οι προλήψεις και οι λαϊκές προκαταλήψεις και δεν είναι η ακριβής αποτύπωση του γλωσσικού ιδιώματος, του μουσικού λαϊκού υλικού και των τρόπων των τοπικών χορών.

Ηθογραφία είναι η καταγραφή των ηθών, δηλαδή του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρεται μια κοινωνική ομάδα ή ακόμα κι ένα μεμονωμένο άτομο μέσα σε μια ιστορικά καθορισμένη ομάδα.

Μ’ αυτή την έννοια ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός, η Σαπφώ, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ρωμανός ο Μελωδός και ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ο Μακρυγιάννης και ο Ροϊδης, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός, ο Βενέζης και ο Καραγάτσης είναι ηθογράφοι, αφού ως παλμογράφοι της εποχής τους καταγράφουν τους κοινωνικούς κραδασμούς, τις ιδιάζουσες σχέσεις που παράγουν οι κοινωνικές και παραγωγικές τάξεις.

Μ’ αυτή τη συλλογιστική, ο Σαίξπηρ στον Οθέλλο και στον Έμπορο της Βενετίας μελετά το πώς ένας έγχρωμος και ένα αλλόθρησκος αντιμετωπίζονται από μια οικονομικά ανοιχτή, αλλά ηθικά συντηρητική δυτική κοινωνία, τη Βενετική Δημοκρατία, σε μια περίοδο που περνάει από το τοκογλυφικό στο τραπεζικό σύστημα οικονομίας, χρησιμοποιώντας ως αιχμή δυναμική του δόρατος την αστική δύναμη και το εφοπλιστικό κεφάλαιο, που λειτουργεί με γνώμονα τη χρησιμοποίηση τεχνοκρατών ανθρώπων κάθε φυλής και καταγωγής.

Ο Τσέχωφ είναι ηθογράφος π.χ. στο Βυσσινόκηπο, καθώς καταγράφει την έκπτωση της παλαιάς ρωσικής αριστοκρατίας της γης και την άνοδο του αυτοδημιούργητου μικροαστού. Ηθογραφεί και ο Γκόργκι π.χ. στους Μικροαστούς, που με τη σειρά του καταγράφει την έκπτωση της πουριτανικής, υποκριτικής μικροαστικής ηθικής και την εμφάνιση στον ορίζοντα της δυναμικής ηθικής του προλεταριάτου.

Η παρεξήγηση με τον όρο «ηθογραφία» στον τόπο μας ξεκίνησε την εποχή που ο Νικόλαος Πολίτης, ο μέγας Έλληνας λαογράφος, συγκέντρωσε τα αριστουργήματα της λαϊκής γλώσσας, τις παροιμίες, τις παραδόσεις και τα παραμύθια του ελληνικού λαού, ενώ ταυτόχρονα κύρωνε την αυθεντία της ελληνικής προφορικής δημοτικής γλώσσας ως ικανής να δημιουργήσει νέα έργα μεγάλης πνοής.
Την ίδια εποχή γίνεται μια πρώτη πολιτική προσπάθεια με τον Τρικούπη να μετατραπεί το ελληνικό κράτος σε μια αστική φιλελεύθερη δημοκρατία.

Ο εκσυγχρονισμός του Τρίκούπη δημιούργησε τις γνωστές φοβίες ότι θα εισβάλουν στη χώρα νέα έθνη ξενόφερτα και υπονομευτικά της εθνικής μας ταυτότητας. Έτσι, με το λαογραφισμό δημιουργήθηκε ως αντίπαλον δέος μια ουτοπία, που εμφάνιζε μια ιδανική εικόνα ενός γνήσιου αυθεντικού Έλληνα της υπαίθρου και εγγυητή μιας ηθικής του αγνού παρελθόντος. Έτσι, Ηθογραφία ονομάστηκε στενά η μεταστροφή στα υπαίθρια ήθη, στις βοσκοπούλες, στα πανηγύρια, στις λαϊκές δοξασίες και στις αυθεντικές τάχα ηθικές αρχές.
Ο Ροϊδης, εξάλλου, με τις αστικές συριανές του ιστορίες, ο Καρκαβίτσας, με τους ναυτικούς, ο Παπαδιαμάντης, με τις αθηναϊκές ιστορίες, ο Ξενόπουλος, με τα αστικά ζακυνθινά του δράματα και τα μικροαστικά αθηναϊκά του μυθιστορήματα, ηθογράφοι είναι και βεβαίως δεν υποκύπτουν σε κανενός είδους ωραιοποιημένο λαογραφισμό.

Χάρηκα, λοιπόν, για την συγκομιδή της ανθολόγησης, που απολαμβάνουμε εδώ, σ’ αυτό τον τόμο, τους καρπούς της. Δεν υπέπεσε σωστά σε παρεξηγημένες ηθογραφικές γραφικότητες και λαογραφικές τελετουργίες. Οι συγγραφείς του τόμου, παλαιότεροι και νεότεροι, δόκιμοι και νεοφώτιστοι στο είδος, καταγράφουν νοοτροπίες, μορφές συμπεριφοράς, αξίες και ήθη ανθρώπων ζωντανών, σύγχρονων, υπαρκτών και αυθεντικών, χωρίς την ωραιοποίηση ενός ρομαντικού παρελθόντος, χωρίς κάποια εμβάπτιση σε κολυμπήθρα μιας τάχα γνήσιας εντοπιότητας.

Η λέξη ΗΘΟΣ στα αρχαία ελληνικά σήμαινε τόπο, ενδιαίτημα, φωλιά, κατοικία, επικράτεια. Αυτό βέβαια σήμαινε πως ο τόπος, ο προσανατολισμός, η γεωγραφία, οι ιστορικές συνθήκες, η κοινωνική ζωή ενός λαού καθορίζει και τη συμπεριφορά του.

Τα Δωδεκάνησα είναι ένας ιστορικά, κοινωνικά, γλωσσικά προικισμένος τόπος μέσα στην ελληνική επικράτεια, έχει τις περιπέτειες και τα τραύματά του, έχει διαμορφώσει ιδιαίτερη φυσιογνωμία και έχει συγκροτήσει ιδιάζοντα κώδικα συμπεριφοράς, ελληνικό, νησιωτικό, μεσογειακό, ανατολίτικο.

Και διακρίνω πως στα πεζογραφήματα του βιβλίου «Εν Δωδεκανήσω», των εκδόσεων Κέδρος, αυτή η ιδιαίτερη φυσιογνωμία διατηρείται και με τις πράξεις των ανθρώπων αποδεικνύεται και δικαιώνεται. Ως εκ τούτου, ο παρών τόμος είναι πολύτιμος όχι μόνο ως λογοτεχνικό τεκμήριο μιας ομάδας ταλαντούχων ατόμων, αλλά και ως ντοκουμέντο καταγραφής ηθών, δηλαδή μιας δωδεκανησιακής ψυχικής γεωγραφίας."


Εν Δωδεκανήσω , Εκδόσεις Κέδρος - 2002
Στάθης Αρμενιάκος, Φώτης Βαρέλης, Μηνάς Βιντιάδης, Μαρία Μαμαλίγκα, κ.ά.
--
Tvxs - Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη
--
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία το 1937. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Δημήτρη Ροντήρη και τον Γιάννη Σιδέρη. Εργάστηκε στη δημόσια και την ιδιωτική εκπαίδευση για 35 ολόκληρα χρόνια, από το 1964 ως το 1999. Μπήκε στο στίβο της θεατρικής κριτικής το 1971 και εργάζεται ως κριτικός θεάτρου και επιφυλλιδογράφος μέχρι και σήμερα, ενώ εκτάκτως συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.
Κριτικά δοκίμια, επιφυλλίδες και σχόλιά του έχουν κυκλοφορήσει στους εξής τόμους: "Κλειδιά και Κώδικες Θεάτρου: Ι. Αρχαίο Δράμα (1982) ΙΙ. Ελληνικό θέατρο (1984)", "Οι πλάγιες ερωτήσεις του Πορφύριου" (1984), "Τα μετά το θέατρο" (1985) (Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου), "Προσωπολατρία" (1992), "Θίασος Ποικιλιών" (1993), "Το νήμα της στάθμης" (1996), "Παγκόσμιο θέατρο: Ι. Από τον Μένανδρο στον Ίψεν (1998) ΙΙ. Από τον Στρίντμπεργκ και τον Τσέχωφ στον Πιραντέλλο και τον Μπρεχτ (1999) (Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών) ΙΙΙ. Από τον Μίλλερ στον Μύλλερ (2000)".
Με το ψευδώνυμο Κ. Χ. Μύρης έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Αμήχανον Τέχνημα" (1971 & 1980), "Παράβαση" (1980), τα διηγήματα "Καμπάνα και Οδάξ" (1985), και τη συλλογή τραγουδιών, τα οποία έχουν μελοποιήσει γνωστοί συνθέτες ("Χρονικό", "Ιθαγένεια", "Η μεγάλη αγρυπνία", "Ανεξάρτητα Τραγούδια", "Μεταφυσική Τοπολογία").
Κύριος άξονας του μεταφραστικού του έργου είναι, το αρχαίο δράμα. Έχει μεταφράσει τα ακόλουθα έργα: "Ικέτιδες", "Ορέστεια", "Προμηθεύς Δεσμώτης", "Επτά επί Θήβας" (Αισχύλου), "Ηλέκτρα", "Αντιγόνη", "Αίας", "Τραχίνιες", "Οιδίπους Τύραννος", "Οιδίπους επί Κολωνώ" (Σοφοκλή), "Ιφιγένεια εν Αυλίδι", "Ιφιγένεια εν Ταύροις", "Βάκχες", "Ηλέκτρα", "Ορέστης", "Εκάβη", "Κύκλωψ", "Τρωάδες", "Ελένη", "Ανδρομάχη", "Φοίνισσες" (Ευριπίδη), "Λυσιστράτη", "Πλούτος", "Νεφέλες", "Εκκλησιάζουσες", "Θεσμοφοριάζουσες", "Ιππής", "Όρνιθες" (Αριστοφάνη), "Ταρτούφος", "Ασυλλόγιστος", "Γιατρός με το ζόρι" (Μολιέρου).
Συνέπραξε και συνεργάστηκε, επίσης, με τον καθηγητή - αρχαιολόγο κ. Σάββα Γώγο και ομάδα θεατρολόγων για τη συγγραφή του λευκώματος "Επίδαυρος: το αρχαίο θέατρο, οι παραστάσεις" (2002). Ακόμα, το σχολικό εγχειρίδιο "Δραματική Ποίηση" διδάχθηκε επί 25 έτη στα ελληνικά Γυμνάσια, ενώ διδακτέα ύλη σε σχολικά βιβλία του Λυκείου είναι οι μεταφράσεις του της "Αντιγόνης" και του "Οιδίποδα Τυράννου".
Από το 1990 διδάσκει ως Επιστημονικός Συνεργάτης του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών. Έχει διατελέσει μέλος, αλλά και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου και επί μία εικοσαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιχορηγήσεων Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι ιδρυτικό μέλος του "Κέντρου Έρευνας & Πρακτικών Εφαρμογών του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος ΔΕΣΜΟΙ", του οποίου σήμερα είναι Πρόεδρος του Δ.Σ., είναι Αντιπρόεδρος της "Εταιρείας Συγγραφέων", μέλος της "Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων" και από τον Νοέμβριο του 2003 Πρόεδρος του Δ.Σ. του "Κέντρου Μελέτης & Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου - Θεατρικού Μουσείου".
Το 2000 του απενεμήθη το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών, ενώ τον Ιούνιο του 2006 αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το Μάρτιο του 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2008, από το Υπουργείο Πολιτισμού για το συνολικό του έργο.
--
http://tvxs.gr/ne ws/biblio/mia-psyxiki-geografia-toy-kosta-georgoysopoyloy

---

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/mia-psyxiki-geografia-toy-kosta-georgoysopoyloy

Παύλος Μπαλλίνης: Λοιπόν...

Λοιπόν...
Τι κάνεις
Μ' ένα λουλούδι που δε θέλει να μαραθεί;
Τι κάνεις
Με κάτι που αρνείται να πεθάνει;

[Γράφω...]

Γράφω, γράφω, γράφω...

Κι οι λέξεις ξεκολλούν
Και γίνονται σκυλιά
Που με δαγκώνουν και μου κόβουν κομμάτια

Πώς γίνεται το άφευκτο φευκτό να το κάνεις;
Πώς γίνεται να φανερώσεις το αφανέρωτο;
Πώς γίνεται το μη λεγόμενο να πεις;

Δεν ορίζω πια ούτε κορμί, ούτε μυαλό, ούτε καρδιά
Τώρα πια δε μου ανήκει τίποτα
Δεν είμαι τίποτα

Έγινα ίσκιος

[Μνήμη...]

Μπρούμυτη νεκροφάνεια
Ξύπνησα μούσκεμα
με γόνατα ματωμένα σαν τότε
Που ήμουν ο παππούς μου
Πέντε χρονών

Το τρέξιμο στους δρόμους
Μας στοίχισε
Δυο γόνατα και
Ένα σπασμένο δόντι

Έτσι είναι η μνήμη
Γεννιέται και θεριεύει
Στα γόνατα
Αναπαύεται
Στις αισθήσεις
Και για να συγχωρέσει
Ξεχνάει



Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Παύλος Μπαλλίνης γεννήθηκε στις 11 Μαϊου του 1962, στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στην Αθήνα και συνεχίζει να μεγαλώνει στην Κύπρο. H ποιητική του συλλογή "Λοιπόν" [ποιήματα 1992-2015] μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στάμου και είναι το πρώτο του βιβλίο.

--
Tvxs - Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη
--
Φωτογραφία: Ειρήνη Ανδρέου
--
Δημοσιεύτηκε: http://giant.tvxs.gr/news/biblio/paylos-mpallinis-loipon 

21.6.17

Η απουσία του πατέρα - Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα

Tvxs.gr
[...] Η πατρική απουσία, ενώ αποτελεί ένα τεράστιο κεφάλαιο στην πορεία της ανθρωπότητας, μοιάζει με ομιχλώδες τοπίο του οποίου τα όρια είναι δυσδιάκριτα, καθώς μπορεί να πάρει πολλές μορφές και να ξεδιπλωθεί με τρόπους που δεν γίνονται εύκολα αντιληπτοί.
Ένας πατέρας μπορεί να είναι απών φυσικά ή συναισθηματικά, για μεγάλα ή μικρά χρονικά διαστήματα, μόνιμα ή προσωρινά, η δε ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσει με τα παιδά του μπορεί να κάνει την απουσία του περισσότερο ή λιγότερο τραυματική.
[…] μέσα από τις προσωπικές καταθέσεις και περιγραφές ανδρών που αναζήτησαν λύσεις στα προσωπικά τους αδιέξοδα, θα εξετάσουμε την ανυπαρξία της ουσιαστικής σχέσης μεταξύ πατέρα και γιου, η οποία πηγάζει από την αδυναμία του πατέρα να συνεισφέρει ουσιαστικά στη δόμηση του ψυχισμού και της προσωπικότητας του γιου.
Μέσα από τα λόγια των γιων διακρίνουμε τη συναισθηματική απουσία του πατέρα, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί και ως μια ασυνείδητη επιλογή του να παραμένει στο περιθώριο, διατηρώντας μια στάση παθητικότητας και αδυναμίας που τον εμποδίζει να αναλάβει ενεργό ρόλο στη ζωή τους.
Βλέπουμε να διακρίνεται το περίγραμμα ενός αθέατου πατέρα, του οποίου το κύρος έχει μειωθεί δραματικά, ενώ ο ίδιος ζει εξόριστος μέσα στο σπίτι του, συναινώντας με έμμεσο τρόπο στο δράμα του γιου του.
Η μεγάλη πικρία των γιων σε κάθε περίπτωση αφορά τη σιωπή του πατέρα, μια σιωπή που υψώνεται σαν τοίχος ανάμεσά τους, εμποδίζοντάς τους να σχετιστούν, να γνωριστούν και να έρθουν κοντά.
Οι άνδρες αυτοί θυμούνται έναν πατέρα ο οποίος αποφεύγει να μιλά μαζί τους και αποκρύπτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, υιοθετώντας τελικά στη ζωή του λίγο-πολύ τον τρόπο επικοινωνίας του δικού του πατέρα, που δεν ήταν άλλος από την απόσυρση και τη σιωπή, και κρατώντας τις διόδους της επικοινωνίας κλειστές.
Αυτή η σιωπή λειτουργεί σαν σαράκι που κατατρώει την ψυχή του γιου. Μόνος και αβοήθητος ο γιος, μεταφράζει τη σιωπή αυτή με πολλούς τρόπους, την εσωτερικεύει ως έλλειψη αγάπης και έγνοιας, ακόμα και ως σημάδι εγκατάλειψης, και αυτό τον κατακλύζει με βαριά και οδυνηρά συναισθήματα.
Ο Herzog (2001) εισήγαγε την έκφραση πείνα για πατέρα (father hunger) προκειμένου να δηλώσει τη βαθιά λαχτάρα του γιου για επιβεβαίωση και αποδοχή από τον πατέρα του, όπως επίσης την ανάγκη για ύπαρξη ορίων στη ζωή του, τα οποία θέτει ένας πατέρας για να τον προφυλάξει και να τον προστατεύσει.
Η απουσία αυτή, υποστηρίζει ο Herzog, τον εμποδίζει να ολοκληρωθεί ως άνδρας, καθώς δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί τη δύναμη και τα επιθετικά του συναισθήματα, ενώ τραυματίζεται ανεπανόρθωτα σε συναισθηματικό επίπεδο.
Πάντα σύμφωνα με τον Herzog, η πείνα για πατέρα είναι μια καθολική επιθυμία για τον απόντα πατέρα, του οποίου η παρουσία θα μπορούσε να τον βοηθήσει να συγκρατήσει, να ενσωματώσει και να επαναδιοχετεύσει τις αδιαμόρφωτες ακόμη παιδικές επιθετικές ενορμήσεις και φαντασιώσεις.
Καθημερινά συναντώ τα αποτυπώματα της πατρικής στέρησης στη ζωή των θεραπευόμενών μου. Ο Νέστορας, ένας άνδρας σαράντα ετών με καταθλιπτικά στοιχεία, μιλώντας γεμάτος πίκρα για τον αφανή πατέρα του, αναφέρει:
«Ο πατέρας μου ήταν ένα φάντασμα. Έλειπε διαρκώς, αλλά και τις φορές που ήταν εκεί έμοιαζε με σκιά που πλανιόταν δίπλα μου (…), μια φωνή από το βάθος του πουθενά. Ήταν και δεν ήταν στο σπίτι. Ο πατέρας μου μού έλειπε τόσο πολύ. Προσδοκούσα να μου μιλήσει, να μου πει πως μ’ αγαπάει, να με συμβουλέψει πώς να φέρομαι σαν άντρας, αλλά ποτέ δεν το έκανε (…). Υπήρξα ένα στερημένο από αγάπη παιδί».
Ο γιος που έχει βιώσει την ανυπαρξία του πατέρα του συχνά εσωτερικεύει την πεποίθηση ενός άνδρα ανάξιου να αγαπηθεί. Αισθάνεται προδομένος από τον πατέρα-φάντασμα, ο οποίος δεν κατάφερε να είναι παρών στη ζωή του και να τον φροντίσει, όπως όφειλε. […]

Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα

Η βία ως σημάδι αδυναμίας

Διερευνώντας τις σχέσεις στην πατρική του οικογένεια και με αφορμή τον θάνατο του άνδρα που του έμαθε τη δουλειά του και λειτούργησε ως υποκατάστατο πατέρα στη ζωή του, ο Ανέστης ανοίγει με δισταγμό στη θεραπευτική ομάδα το θέμα της σχέσης του με τον πατέρα του το οποίο απέφευγε να αγγίξει για πολύ καιρό.
Η δραματική ιστορία του πατέρα του ξεκινά την περίοδο της Κατοχής, όταν εκείνος ως έφηβος χάνει τον δικό του πατέρα στον πόλεμο και αργότερα τη μητέρα του την οποία εκτελούν οι Γερμανοί.
Μεγαλώνει ορφανός μέσα σε ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες και σε μια εποχή όπου κυριαρχούν η πείνα και ο φόβος του θανάτου. \
Η επιβίωση αποτελεί τον καθημερινό του στόχο. Ζει και περιφέρεται μόνος του, έρμαιο των καταστάσεων. Την εσωτερική του οδύνη την ατσαλώνει με σιωπή για να αντέξει.
Παρόλο που αργότερα δημιουργεί τη δική του οικογένεια, η οδύνη παραμένει αγιάτρευτη και ο μη εκφρασμένος θυμός τού τρώει τα σωθικά.
Αποκτά δύο αγόρια: τον Ανέστη, που έχει το όνομα του πατέρα του, και τον Γιάννη.
Επεξεργαζόμενος την πατρική σχέση, ο Ανέστης, ανασύρει από τη μνήμη του επώδυνες καταστάσεις που έχει βιώσει με τον πατέρα του, συνειδητοποιώντας τη μεγάλη απουσία σε όλα τα στάδια της ζωής του […]
«Στα δεκατρία μου ένιωθα σαν ορφανός. Στις πέντε τα ξημερώματα έπαιρνα το λεωφορείο και πήγαινα για δουλειά. Βγαίνοντας από το σπίτι έτρεμα από τον φόβο μου, όμως τελικά πήγαινα πάντα ενάντια σ' αυτό τον φόβο στη ζωή μου (...) Ο πατέρας μου ποτέ δεν με ρώτησε τι κάνω. Δεν είχε όνειρα για μένα. Ήταν σαν να μου είπε: "Βγες στη ζωή και βγάλ' τα πέρα μόνος" (...) Το χειρότερο πράγμα όμως που θυμάμαι από εκείνον ήταν όταν με έδεσε σε ένα δέντρο και με άφησε εκεί για ώρες, εξευτελίζοντάς με μπροστά στους φίλους μου επειδή τον είχα βρίσει»
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ Ronald Rohner, μελετώντας τη θεωρία της γονεϊκής αποδοχής-απόρριψης (PAR Theory), αναφέρει ότι, σύμφωνα με εκτεταμένες έρευνες, όταν οι άνθρωποι αισθάνονται απόρριψη, ενεργοποιούνται στον εγκέφαλό τους τα ίδια κυκλώματα που είναι υπεύθυνα και για τον δριμύ σωματικό πόνο.
Υποστηρίζει επίσης ότι, σε αντίθεση με τον σωματικό πόνο, οι άνθρωποι ξαναζούν τον ψυχολογικό πόνο της απόρριψης πολλές φορές στη ζωή τους.
Το επώδυνο αυτό συναίσθημα έχει διάρκεια, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι στην παιδική ηλικία να κατακλύζονται από άγχος και ανασφάλεια, ενώ αργότερα ως ενήλικες να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν στενές και ασφαλείς σχέσεις με τους άλλους.
Αποδίδοντας τη βαρύτητα της απόρριψης, στον ψυχισμό του ατόμου, ο Rohner αναφέρει ότι μέσα σε πενήντα χρόνια διεθνών ερευνών δεν έχει βρεθεί καμία άλλη μορφή εμπειρίας με τόσο σοβαρό αντίκτυπο στην προσωπικότητα του ατόμου όσο η εμπειρία της απόρριψης, ιδιαίτερα των γονέων προς τα παιδιά τους.
Υποστηρίζει επίσης ότι όλα τα παιδιά και οι ενήλικες, παρά τις διαφορές εθνότητας, κουλτούρας ή φύλου, έχουν την τάση να αντιδρούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όταν απορρίπτονται από τους φροντιστές τους και τα σημαντικά «πρόσωπα προσκόλλησης».
Όταν ο Ανέστης συνέδεσε τα συναισθήματα της θλίψης και της μοναξιάς που τον κατέκλυζαν με τη δυσλειτουργική συμπεριφορά του πατέρα του, αναγνώρισε πόσο πολύ είχε απορριφθεί από εκείνον.
Αντιλαμβανόμενος ότι δεν του δίδαξε έναν λειτουργικό τρόπο για να μπορεί να βγαίνει από τα αδιέξοδα της ζωής του και να διαχειρίζεται τις δυσκολίες του πιο αποτελεσματικά, έκλαψε γοερά.
Ο Ανέστης, μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση, βίωσε πολύ έντονα συναισθήματα, τα οποία τον κινητοποίησαν ώστε να αλλάξει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε και σχετιζόταν με τους σημαντικούς άλλους. [...]

*Απόσπασμα από  το βιβλίο: Η επιστροφή του άνδρα - Λύνοντας τη σιωπή αιώνων, της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο. (Από τα υποκεφάλαια: «Ο αδύναμος πατέρας» και «Η βία ως σημάδι αδυναμίας», σελ. 220 – 228).

Tvxs - Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας κλινικής δουλειάς, μελέτης, έρευνας και σύνθεσης. Πραγματεύεται την ταυτότητα του έλληνα άνδρα, ο οποίος για αιώνες έδινε το στίγμα του μέσα από τη σιωπή και την απουσία του - ως πολεμιστής στη μάχη, ως ναυτικός στη θάλασσα, ως μετανάστης σε άγνωστους τόπους, ως σκληρά εργαζόμενος στους σύγχρονους καιρούς. Υφαίνοντας την ατομική του ταυτότητα με την ιστορία, την παράδοση και τις κυρίαρχες γεωγραφικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσής του, ο έλληνας άνδρας μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο σκληρό, δυνατό και ανθεκτικό, που χρειάστηκε να καταπνίξει τις ευαισθησίες και τις αδυναμίες του. Όσο για τον γιο του, αυτός μεγάλωνε και ανδρωνόταν χωρίς την ουσιαστική συμβολή του πατέρα στη ζωή του - φτάνοντας σήμερα, στον 21ο αιώνα, να κινείται πάνω στα χνάρια των προγόνων του και παράλληλα να προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τον φαύλο κύκλο που μόνο πόνο και δυστυχία προκαλεί στον ίδιο και στην οικογένειά του.
Το βιβλίο μοιάζει με ένα ταξίδι στον χρόνο. Με αφετηρία το παρόν, βάζει πλώρη για το παρελθόν και αγκυροβολεί τελικά στο μέλλον, προκειμένου να γνωρίσει εκ βαθέων τον έλληνα άνδρα και να αναδείξει τις αθέατες και εν πολλοίς παρεξηγημένες πλευρές του. Σήμερα οι άνδρες λύνουν τη σιωπή αιώνων και ανοίγουν την ψυχή τους, αποκαλύπτοντας τις πιο μύχιες σκέψεις τους στη θεραπευτική διαδικασία.
Αυτή είναι μια σημαντική περίοδος για την πορεία και εξέλιξη του άνδρα, που σαν σύγχρονος Οδυσσέας επιστρέφει στον "οίκο" του και διαμορφώνει σταδιακά μια νέα ταυτότητα. Μεταβαίνει σε μια καινούργια μορφή ύπαρξης και συνύπαρξης με τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και δίνει διαφορετικό νόημα, μέσα από την πατρότητα, στην έννοια του ανδρισμού, προσφέροντας μια καινούργια προοπτική στις επόμενες γενιές.
---
Τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα. Του Γιώργου Κίσσα

Το βιβλίο «Η επιστροφή του άνδρα» απευθύνεται σε ενήλικες. Μιλά για μια πραγματικότητα που μόνο ώριμοι ενήλικες μπορεί να αναγνωρίσουν.
Τα τρία τέταρτα του βιβλίου είναι αφιερωμένα σ΄αυτό που η συγγραφέας ονομάζει «απουσία του άνδρα». Το οποίο έχει σχέση με τις  «σκοτεινές» πλευρές του άνδρα οι οποίες ενυπάρχουν στο ρόλο του ως γιού, συζύγου – συντρόφου και πατέρα.
Να εξηγήσω τι εννοώ. Υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να αποδεχθούν και να αντιμετωπίσουν τη σκοτεινή πλευρά της ζωής τους, ή των γονιών τους. Είναι προσκολλημένοι στις παιδικές τους ανάγκες για εξιδανίκευση και παντοδυναμία του εαυτού τους και των σημαντικών άλλων. Και όταν κάποτε αναγκαστούν να δούν τη σκοτεινή πλευρά που αρνιόντουσαν, σαν νεοφώτιστοι την δαιμονοποιούν και την ξορκίζουν, με την ίδια απολυτότητα , που την φωτεινή πλευρά είχαν προηγουμένως εξιδανικεύσει.
Για αρκετούς από αυτούς τους ανθρώπους η αποδοχή και η αντιμετώπιση αυτής της καταστάσεως θα πάρει χρόνια, για κάποιους, ίσως, παραμείνει για όλη τους τη ζωή απλησίαστος στόχος.
Το βιβλίο της Ελισσάβετ  Μπαρμπαλιού απευθύνεται αρχικά σε όσους άνδρες αρχίζουν να αναγνωρίζουν ότι δεν είναι ούτε οφείλουν να είναι τέλειοι και παντοδύναμοι.
Και αναγνωρίζουν επίσης ότι και οι πατέρες τους ούτε ήταν τέλειοι και παντοδύναμοι, αλλά ούτε ήταν κακοί και αποτυχημένοι, όταν για παράδειγμα, απουσίαζαν από τη ζωή τους.
Ότι το να κλαίς και να ζητάς αδύναμος βοήθεια δεν σου αφαιρεί από τον ανδρισμό σου, ούτε ότι σου προσθέτει κάτι, ο τριψήφιος αριθμός των γυναικών που έριξες στο κρεββάτι.
Το βιβλίο όμως απευθύνεται και σε όσους θέτουν το ερώτημα πως μπορείς να συνειδητοποιήσεις κάτι τέτοιο και μετά να αξιοποιήσεις αυτή τη γνώση. Από τις αρχικές αναφορές στην ελληνική μυθολογία μέχρι τα πάμπολλα, σύγχρονα, κλινικά παραδείγματα, η συγγραφέας φωτίζει τη σκοτεινή πλευρά του έλληνα άνδρα, χωρίς να τον λοιδορεί, να τον κατηγορεί ή να τον θυματοποιεί. Και αυτή η προσέγγιση της είναι ένα πλεονέκτημα του βιβλίου.
Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου, είναι πώς μιλά για τους άνδρες μία γυναίκα. Για αιώνες είχαμε συνηθίσει άνδρες συνήθως να μιλούν και να νομοθετούν για τις γυναίκες. Και αυτό συνέβαινε σε όλες τις εποχές μέχρι προσφάτως.
Η φεμινιστική έκρηξη τα τελευταία διακόσια περίπου χρόνια έχει φέρει και στην Ελλάδα αλλαγή στην κοινωνική θέση της γυναίκας. Πάντα βέβαια οι γυναίκες μιλούσαν για τους άνδρες αναμεταξύ τους ή μιλούσαν ως μητέρες στα παιδιά τους.
Αξίζει να θυμόμαστε, πως παρά την κοινή ανθρώπινη φύση που μοιραζόμαστε αδιαφοροποίητα γυναίκες και άνδρες, υπάρχουν και διαχωρισμοί, όπως ο διαχωρισμός των φύλων και των γενεών, που δεν γίνεται να τους ξεπεράσεις χωρίς συνέπειες.
Το ζήτημα, θεωρώ,  μολονότι  άκρως επίκαιρο δεν είναι της παρούσης, αλλά αναφέρομαι  στο τι σημαίνει λόγος μιας γυναίκας για έναν άνδρα  και αντίστροφα. Να δώσω μερικά παραδείγματα για να εξηγήσω το διαφορετικό του λόγου ενός άνδρα ή μιας γυναίκας.
Πως αντιλαμβάνεται το σώμα της και την σεξουαλικότητά της μια γυναίκα που έχει κατά το πλείστον εσωτερικά, κρυμμένα μέσα στο σώμα της τα γεννητικά της όργανα και πως ένας άνδρας που τα έχει περισσότερο εξωτερικά και σε άμεσα ορατή θέση.
Πως καταλαβαίνει ένας άνδρας τι σημαίνει γυναίκα, τι σημαίνει να φέρεις μέσα σου για εννέα μήνες ένα ζωντανό πλάσμα, κάτι που ποτέ του δεν θα το νιώσει εκείνος.
Και αν προσθέσουμε σε αυτά το γεγονός ότι μέχρι τώρα αφ ενός μεν τα αγόρια εκπαιδεύονταν στο ότι γίνεσαι άνδρας αρνούμενος κάθε τι το θηλυκό απάνω σου (συναισθήματα, παθητικότητα, αδυναμία), τα δε κορίτσια αφ ετέρου ανέπτυξαν ειδικές δεξιότητες λόγω στέρησης κοινωνικής θέσης, έχει ενδιαφέρον να δούμε πως μια σημερινή ελληνίδα, μητέρα, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, μιλά για τους άνδρες, μέσα από  την κλινική της εμπειρία. Ο λόγος της, η ματιά της, έχει διαμορφωθεί, όπως είναι φυσικό, από τη δική της ιστορία με τους άνδρες και τις γυναίκες της ζωής της.
Δύο χαρακτηριστικά του λόγου της συγγραφέως θα σημειώσω. Τα άλλα σας αφήνω να τα διαπιστώσετε μόνοι σας μελετώντας το βιβλίο.
Το πρώτο. Μολονότι το θέμα της απουσίας και της επιστροφής του άνδρα ανακινεί έντονα συναισθήματα σε άνδρες και γυναίκες το ύφος όλου του βιβλίου είναι μετριοπαθές και αυτό το θεωρώ πλεονέκτημα. Όχι απόλυτο και δογματικό. Δεν υπάρχει κανένας δυισμός, ούτε απολυτοποίηση.
Ακόμα και όταν ένας πατέρας διαπιστώνει πως η απουσία του δικού του πατέρα από τη ζωή του συντελεί στις δυσκολίες της συζυγικής  του ζωής ή του πατρικού του ρόλου, δεν αντιμετωπίζεται ως θύμα μιας σατανικής στερημένης μητέρας που τον κρατά αφοσιωμένο εφ όρου ζωής κοντά της. Οι ευθύνες του καθενός αναγνωρίζονται ατόφιες και μόνο τότε υπάρχει ελπίδα αλλαγής.
Προχωρώντας ο αναγνώστης στη μελέτη του βιβλίου, σχηματίζει την εικόνα του σύγχρονου άνδρα. Χαμένος, μπερδεμένος μέσα στις αντιφάσεις του.
Αγνοεί ποιός πραγματικά είναι, μη έχοντας μάθει πώς να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και τις επιθυμίες του και να τα διαχειρίζεται, προσπαθεί να ανταποκριθεί από τη μια σε ό,τι παράδοση αιώνων του υπαγορεύει, από την άλλη στις ανάγκες της σύγχρονης πραγματικότητας.
Η εικόνα αυτή δίνεται με «στοργική» ματιά, όχι απορριπτική στάση ούτε κηρυκτική διάθεση. Αν θέλετε ένα παράδειγμα των παραπάνω, ανατρέξτε στις σελίδες του βιβλίου τις αφιερωμένες στον Μ. Αλέξανδρο.
Το δεύτερο στοιχείο του λόγου της Μπαρμπαλιού είναι ο έντονος ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας του.
Συχνά οι ψυχολόγοι ανάγουμε τα πάντα σε ψυχολογικά ζητήματα. Σαν τα παιδιά, θαμπωμένοι από τα επιτεύγματα της σχετικά καινούριας επιστήμης μας, υποτιμούμε για παράδειγμα την βιολογία, την κοινωνική διάσταση των πραγμάτων ή την ιστορία.
Η ιστορική και κοινωνική παράμετρος  σε όλα τα ζητήματα  που διαπραγματεύεται το βιβλίο είναι πάντοτε εμφανής. Δεν είναι άσχετο το ότι σχεδόν στο μισό μέρος του βιβλίου η απουσία και η επιστροφή του έλληνα άνδρα μελετάται σε ιστορικοκοινωνική βάση, αρχίζοντας από τους μυθολογικούς χρόνους και φθάνοντας στο σήμερα.
Ειδικότερα σας παραπέμπω στο 2ο κεφάλαιο του πρώτου μέρους, εκεί που αναφέρεται στις σύγχρονες μορφές απουσίας του άνδρα κυρίως μέσα από την εργασία, και στο 2ο μέρος του βιβλίου που μιλά για τον κλονισμό της πατρικής εξουσίας.
Γιατί όμως ο σύγχρονος άνδρας βιώνει αυτή την κρίση; Ύστερα από αιώνες απουσίας είτε ως ναυτικός είτε ως πολεμιστής είτε ως μετανάστης, ο έλληνας άνδρας γυρνά στο σπίτι του – στην καινούρια του ταυτότητα, στον διαφορετικό του ρόλο στην οικογένεια – και αυτό τον κλονίζει συθέμελα.
Κάποιοι υποστηρίζουν πως η γυναίκα κάπως έχει βρεί τον βηματισμό της στην νέα πραγματικότητα, ενώ ο άνδρας ακόμη ψάχνεται ως προς το τι ορίζει τον ανδρισμό του, και ποιος ο ρόλος του στην οικογένεια. Εν τούτοις, η ασάφεια  στους ρόλους των φύλων στο ζευγάρι, την οικογένεια και την κοινωνία, αφορά και άνδρες και γυναίκες.
Ακούστε πως καθρεφτίζεται στα λόγια μιας θεραπευόμενης  που παραθέτει η συγγραφέας, στη σελίδα 287:
«Θα ήθελα έναν άνδρα στη ζωή μου, αλλά δεν ξέρω τι θα μπορούσα να τον κάνω, τι να περιμένω από αυτόν και τι ρόλο να του προσδώσω».
Το πώς θα ξεπεραστεί αυτή η ασάφεια δεν είναι απλώς ζήτημα χρόνου. Ο χρόνος από μόνος του δεν γιατρεύει πάντα. Νομίζω αν καταλάβουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά αυτής της ασάφειας, η επιστροφή του άνδρα στην επαφή με τον βαθύτερο εαυτό του, τη γυναίκα και τα παιδιά του θα είναι πληρέστερη.
Θα κλείσω με κάποιες  σκέψεις που θα πω, συμπληρώνοντας στο σημείο αυτό την προβληματική του βιβλίου. ¨Έχουν να κάνουν με ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής, και όχι μόνο, κοινωνίας, αλλά και την δυσκολία πολλών ανδρών, ως άτομα, να ενηλικιωθούν. Το κοινωνικό προσδιορίζει το ατομικό και αντίστροφα, με αποτέλεσμα η ασάφεια να επιτείνεται.
Το σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο είναι περισσότερο ρευστό από ότι πριν κάποιες δεκαετίες. Ένα χαρακτηριστικό της μαζικής δημοκρατίας που ζούμε, όπως έλεγε ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης, είναι το anything goes, «όλα πάνε με όλα» στα νεοελληνικά.  Έγραφε στο βιβλίο του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» ( 2000, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 251, 265 και 267):
«Η νέα αντίληψη για το άτομο, …στηριζόταν σε μια προγραμματική αντικατάσταση των αξιών της αυτοπειθάρχησης από τις αξίες της αυτοπραγμάτωσης».
Και παρακάτω: «Το πρόβλημα της αλήθειας δεν τίθεται πια από την άποψη του περιεχομένου, και μάλιστα δεν τίθεται καθόλου, η αλήθεια γίνεται όλο και περισσότερο σύμβαση και ορίζεται ως προϊόν μιας συναίνεσης, σκοπός της οποίας είναι να ρυθμίσει ειρηνικά την κοινωνική συμβίωση».
Και συμπληρώνει: «Η ρευστοποίηση, διάλυση ή κατάτμηση των άλλοτε εδραίων και αυτοτελών, …γέννησε άπειρες δυνατότητες συνδυασμών, και η αξιοποίησή τους έγινε ο αυτονόητος τρόπος σκέψης και ζωής στη μαζική δημοκρατία. Τώρα τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται  να συνδυασθούν με τα πάντα, στη μόδα, στην παιδεία, στην πνευματική παραγωγή ή στα όρια της προσωπικής ζωής.».
Αυτή η κοινωνία έχει έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία. Ο ναρκισσισμός δεν είναι πλέον μια ατομική παθολογία, καθώς μοιάζει να πηγάζει απ ευθείας από την κουλτούρα.
Στις μέρες μας, και παρά την κρίση, «το να ζεις για τη στιγμή είναι το πάθος που επικρατεί παντού – να ζεις για τον εαυτό σου, όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου. Χάνουμε αργά την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, την αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια διαδοχή από γενιές που ξεκινά από το παρελθόν και συνεχίζει στο μέλλον.
Οι άνθρωποι σήμερα δεν διψούν για την προσωπική σωτηρία και πολύ περισσότερο για την αποκατάσταση μιας παλιάς ή τον ερχομό μιας μελλοντικής χρυσής εποχής, αλλά για την αίσθηση, την στιγμιαία ψευδαίσθηση της προσωπικής ευεξίας, υγείας και προσωπικής ασφάλειας».( Cristopher Lasch, The culture of narcissism, New York: Norton 1978).
Εκείνοι που δεν έχουν όλα όσα θέλουν είναι σχεδόν το ίδιο απογοητευμένοι με εκείνους που τα έχουν, αλλά ανακαλύπτουν ότι δεν τους κάνουν ευτυχισμένους.
Η ψυχοθεραπεία συχνά, σε μια τέτοια κοινωνία με βασικό σύνθημα «το χρωστάς στον εαυτό σου» έχει συνεισφέρει σημαντικά στον προσωπικό ναρκισσισμό.
Τα σλόγκαν αυτοβοήθειας ωθούν τους ανθρώπους με συνθήματα όπως: «πάρε όλη την αγάπη που αξίζεις», «απόκτησέ τα όλα», «να είσαι ο καλύτερος φίλος του εαυτού σου» και παρόμοια.
Ο Robert Bly, αμερικάνος ποιητής, δοκιμιογράφος και ακτιβιστής, στο βιβλίο του «The sibling society» (1996) περιγράφει ότι στόχος της ανθρώπινης ανάπτυξης έπαψε να είναι η επίτευξη χαρακτήρα, καλοσύνης και σχέσεων και είναι τώρα η επίτευξη δημοτικότητας και φήμης. Οι άνθρωποι δεν νοιάζονται πια αν αγαπούν σωστά τα αγαπημένα τους πρόσωπα ή αν τα αγαπημένα τους πρόσωπα ανταποδίδουν την αγάπη τους, φτάνει να τους αγαπούν οι ξένοι.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια τέτοια κοινωνία εξιδανικεύεται η νεότητα και ιδίως η εφηβεία. Η λατρεία της εφηβείας οδηγεί στον ναρκισσισμό – την πεποίθηση ότι ο κόσμος υπάρχει για να σε υπηρετεί ή να σε λατρεύει, αντί ότι εσύ υπάρχεις για την αξία που έχεις για τους άλλους.
Έτσι από εκεί που η εφηβεία ήταν το μεταβατικό στάδιο από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, σταδιακά επεκτάθηκε και μετά τα 20 και μετά τα 30 και τα 40; Και μέχρι πού;
Αρχικά ήταν ένα στάδιο από το οποίο περνούσαν όλοι, μετά όμως γινόταν όλο και περισσότερο ένας στόχος ζωής από μόνο του, μια ταυτότητα, μια ξεχωριστή κουλτούρα ή και ένα ξεχωριστό είδος, ακόμη και ο φυσικός εχθρός των ενηλίκων.
Και από εκεί που για πολλές γενιές, όπως χαρακτηριστικά τονίζει η Μπαρμπαλιού στο βιβλίο, οι άνδρες ανατρέφονταν έτσι που να ρισκάρουν τη ζωή τους για την αγάπη ή το καθήκον χωρίς να το σκεφθούν στιγμή, φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση που πολλοί άνδρες κάθονται και σκέφτονται το πράγμα.
Επιλέγουν να μην πεθάνουν, πράγμα που φαίνεται συνετή επιλογή, μετά όμως επιλέγουν να μη ζήσουν επίσης – να μην αναλάβουν δεσμεύσεις, να μην αναπτύξουν προσωπικότητα, να μην εκπληρώσουν υποχρεώσεις, να μην μπούν στη διαδοχή των γενεών, να μην συντηρήσουν ούτε να βελτιώσουν τον πολιτισμό και να κάνουν τον κόσμο καλύτερο.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, λοιπόν, τι μπορεί να βοηθήσει την επιστροφή του άνδρα, όπως τονίζει η Ε. Μπαρμπαλιού στο τελευταίο μέρος του βιβλίου της;
Στη δουλειά μου προσπαθώ να μάθω από τις γυναίκες τι έχει κάνει κάποιος άνδρας στη ζωή τους που να τις έκανε να τον αγαπήσουν και να τον εκτιμήσουν.
Ενώ οι περισσότεροι άνδρες νομίζουν ότι οι γυναίκες θέλουν άνδρες με μεγαλύτερο πορτοφόλι, μεγαλύτερο πέος ή μεγαλύτερα μπράτσα, όλες μου λένε πάνω κάτω τα ίδια πράγματα.
Θέλουν ένα άνδρα που να τους μιλά και να τις ακούει, να τους δείχνει προσοχή αντί να εισπνέει όλο το οξυγόνο στο δωμάτιο για λογαριασμό του.
Σίγουρα περιμένουν από τον άνδρα να δουλεύει και ελπίζουν να του αρέσει η δουλειά, αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό του καθήκον. Δεν χρειάζεται να είναι κυρίαρχος του σύμπαντος, απλώς ισότιμος σύντροφός τους. Και αυτό είναι αντίθετο σε πολλά από αυτά που έχει μάθει ο άνδρας ως τώρα.
Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: H απουσία του πατέρα
Τι σημαίνει ανδρισμός όμως σήμερα; Μέσα στη φυσική πορεία των πραγμάτων ο ανδρισμός μεταβιβάζεται από τον πατέρα στο γιό. Οι γυναίκες όσο υπέροχες και αν είναι, όση αγάπη και αν δίνουν, όσο ηρωικές και αν είναι, αυτό δεν μπορούν να το διδάξουν.
Αν δεν έχουμε πατέρα, θα πρέπει να έχουμε παππούδες, θείους, ή ίσως έναν καλό πατριό, ένα δάσκαλο, έναν πνευματικό, ένα μέντορα, που να μας μεγαλώσει και από αγόρια να μας κάνει άνδρες.
Αυτοί οι άνδρες θα διδάξουν ότι «σήμερα ο άνδρας δεν χρειάζεται να νιώθει ντροπή που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στους μύθους «μάτσο», αλλά ούτε και πρέπει να νιώθει ντροπή όταν βρίσκει μέσα του κάποια αρχέγονα ανδρικά χαρακτηριστικά και ορμές:
την αφοσίωση να τελειώσει τη δουλειά που έχει, ακόμα και αν τον πονάει˙ ένα πνεύμα περιπέτειας ακόμη και αν η περιπέτεια είναι επικίνδυνη˙  μια αγάπη για τη φύση και όλα τα γήινα, τραχιά και άγρια πράγματα˙ μια επιθυμία για σωματική δραστηριότητα και για μετατροπή σκέψεων και συναισθημάτων σε δράση˙ μια αρχέγονη ικανοποίηση με τη μυρωδιά του ιδρώτα και του αίματος˙ μια αγάπη για τα παιχνίδια˙ μια τάση να ταξινομεί τα πράγματα και να τα κάνει προβλέψιμα και τακτικά».
Και θα κλείσω την αναφορά μου στο τι σημαίνει ανδρισμός σήμερα, αντιγράφοντας τα λόγια του Frank Pittman, αμερικανού ψυχίατρου και οικογενειακού θεραπευτή, από το βιβλίο του, «Ενηλικιωθείτε»,(εκδόσεις Ασημάκης, 2000) σελ. 128(το παραπάνω παράθεμα) και σελ. 129:
«Η δουλειά σας ως ενήλικου άνδρα είναι να ξεπεράσετε τους ανταγωνισμούς της εφηβείας, να ανακηρύξετε τον εαυτό σας άνδρα ώστε να μη χρειάζεται να το αποδεικνύετε συνεχώς κι έτσι να καταπιαστείτε για να κάνετε τη δουλειά της ζωής σας και να δοθείτε στις περιπέτειες της ζωής. Δεν χρειάζεται να είστε κυρίαρχοι του σύμπαντος. Δεν χρειάζεται να είστε αφεντικά στο σπίτι ή τη δουλειά σας. Δε χρειάζεστε πάνω από μια γυναίκα, ούτε και μπορείτε να έχετε δύο ή  περισσότερες γυναίκες σαν ισότιμες συντρόφους. Δε χρειάζεται να πεθάνετε για τον ανδρισμό σας. Μπορείτε να ελαφρύνετε το υπόδειγμα του ανδρισμού που μάθατε μεγαλώνοντας. Είναι ξεπερασμένο. Εκείνο που χρειάζεται ο κόσμος από σας είναι να ζήσετε τη ζωή σας σαν άνδρας και να λέτε στα αγαπημένα σας πρόσωπα τι βιώνετε, τι μαθαίνετε και πως νιώθετε που είστε όπως είστε».

*Ομιλία του ψυχολόγου - ψυχοθεραπευτή Γιώργου Κίσσα, για την παρουσίαση του βιβλίου: Η επιστροφή του άνδρα - Λύνοντας τη σιωπή αιώνων, της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο.

2.6.17

Ένας τέτοιος κόσμος βρίσκεται και μέσα μας


[...] Μου φαίνεται πως ένας τέτοιος κόσμος, άλλος, άφατος, σε κατάσταση ζούγκλας, βρίσκεται και μέσα μας. Δεν μιλά τη γλώσσα μας αλλά τη δική του και σπανίως το βουλώνουμε για να ακουστεί.[...]
Φτάνουμε στο δάσος με τη μηχανή της βάρκας σβηστή, αργά, για να μην ταράξουμε την ισορροπία, σαν παρείσακτοι που προσπαθούν να αποκτήσουν για λίγο πρόσβαση σε κάτι που τους απαγορεύεται.

Νιώθω σχεδόν ενοχή. Πάνω σε κάθε δέντρο βρίσκονται καμιά εκατοστή πουλιά΄ κάτι σαν πολυκατοικία για πτηνά. Ένα μεγάλο λευκό πουλί ταΐζει τα μικρά του στη φωλιά. Ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση ξεχωρίζει κάποιο βουβάλι.

Συμμετρικές αντανακλάσεις των σύννεφων στη λίμνη, νούφαρα και ψάρια, νερό θολό και πράσινο. Ο οδηγός μάς διαβεβαιώνει πως πίνεται κανονικά, και μετά παρακαλεί: «Τώρα να κάνουμε ησυχία, ν’ ακούσουμε τους ήχους».

Σταματάμε να μιλάμε και παθαίνω σοκ: Το αυτί μου παραλαμβάνει χιλιάδες κραυγές, πιο δυνατές και πιο σιγανές, πιο κοντά και πιο μακριά, από αυτό ή από εκείνο το είδος. Όλες μαζί δημιουργούν ένα ακατάληπτο εκκωφαντικό σύνολο.

Αν δεν σταματούσαμε να μιλάμε, το μυαλό μας θα έμενε εστιασμένο στις δικές μας προθέσεις και θα χάναμε αυτή την εμπειρία.

Έχουν περάσει μόνο δυο λεπτά που έχω παραδοθεί σε αυτή την ηχητική παρατήρηση, και ήδη οι ανθρώπινοι διάλογοι μού φαίνονται τόσο διαφορετικοί: μονότονοι, περιορισμένοι, προβλέψιμοι και οικτρά ανεπαρκείς.

Εδώ δεν υπάρχει υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο, δεν υπάρχουν κανόνες γραμματικής, ούτε προκαθορισμένη σειρά διαδοχής των προσώπων, των συλλαβών, των νοημάτων. Είναι το Χάος. Κι όμως όλα τα πλάσματα βρίσκονται σε τέλεια σύνδεση και επικοινωνία.

Νιώθω σα να έχω βρεθεί στην προϊστορία, σ’ έναν κόσμο αφιλόξενο για το μυαλό μου, που συνεννοείται σε μια γλώσσα της οποίας δεν γνωρίζω ούτε έναν φθόγγο.
Σκέφτομαι πως το ίδιο αφιλόξενα θα έβρισκαν τα πουλιά τη δική μας πόλη, την ανθρώπινη, με τη βουή από κάθε είδους μηχανήματα να κυριαρχεί.

Εδώ δεν υπάρχει χώρος για τον άνθρωπο. Είναι όλος πιασμένος από άλλα πλάσματα, που συνυπάρχουν ειρηνικά και απλά.

Θα μπορούσε να έρθει εδώ μια ανθρώπινη κοινότητα, χωρίς να εκτοπίσει και να σκοτώσει; Ντρέπομαι για το διαχωρισμό που έχουμε δημιουργήσει από όλα τα άλλα πλάσματα, κι από την ίδια τη μητέρα φύση.

Ποιο είναι άραγε το νόημα της ζωής εδώ; Πόσοι κόσμοι υπάρχουν για τους οποίους δεν έχουμε καμία επίγνωση; Πώς το μυαλό μας μάς παίζει παιχνίδια και νομίζουμε ότι υπάρχει μόνο ότι γνωρίζουμε, κατανοούμε και επιτρέπουμε;

Νιώθω φόβο, ή μάλλον τρόμο, καθώς βρίσκομαι στο κατώφλι από ένα αχανές σύμπαν στο οποίο δεν ασκώ κανέναν έλεγχο.

Μου φαίνεται πως ένας τέτοιος κόσμος, άλλος, άφατος, σε κατάσταση ζούγκλας, βρίσκεται και μέσα μας. Είναι το λεγόμενο ασυνείδητο. Δεν μιλά τη γλώσσα μας αλλά τη δική του και σπανίως το βουλώνουμε για να ακουστεί. 

Δεν γνωρίζουμε τα σύμβολα και τα υλικά του και θεωρούμε ότι δεν μπορούν να μας βοηθήσουν στους «λογικούς» μας στόχους. Υπάρχει ανεξάρτητα από το χώρο και το χρόνο και βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία. Μόνο που είμαστε δυο ξένοι. Όπως τα πουλιά με τους ανθρώπους. Όπως η Κερκίνη με την Αθήνα.

Αθανασία Κόρδα
Μάιος 2017
*Το κείμενο γράφτηκε στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής.

Διαβάστε επίσης:


http://tvxs.gr/news/blogarontas/enas-tetoios-kosmos-brisketai-kai-mesa-mas

31.5.17

Γιώργος Κολέμπας: Επιστροφή προς τα… μπρος!



Τη Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 8μμ, στο βιβλιοπωλείο των Συναδέλφων, οι εκδόσεις Ταξιδευτής παρουσιάζουν το αφήγημα του Γιώργου Κολέμπα "Επιστροφή προς τα …μπρος!" το οποίο είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία.

Όπως αφηγείται ο ίδιος ο συγγραφέας:

"Το τελευταίο αυτό βιβλίο υπο μορφή αφηγήματος, είναι η σύνοψη απόψεων, προτάσεων, δράσης και τρόπου ζωής ενός μικρού κινήματος ανθρώπων, που την προηγούμενη 20ετία προσπαθούσαν "δια του παραδείγματος" να αναδείξουν ένα άλλο τρόπο ζωής και κοινωνικοπολιτικής πράξης, πέρα του κυρίαρχου νεοελληνικού κοινωνικού παραδείγματος και της πολιτικής-κομματικής δράσης. Σήμερα στα πλαίσια της συνολικής κρίσης και του "ναυαγίου" του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη χώρα, θεωρώ ότι η στροφή προς την "επανατοπικοποιημένη" κοινωνία μπορεί να αφορά σε ένα ευρύτερο σύνολο στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας."

Διαβάστε στο tvxs.gr: Γιώργος Κολέμπας: Επιστροφή προς τα... μπρος!

Στη συζήτηση - παρουσίαση θα συμμετέχουν, ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου και η δημοσιογράφος - σύμβουλος ψυχικής υγείας, Κρυσταλία Πατούλη(Η Έρευνα για την κρίση (2010-2014), σεμινάριο Αφήγηση Ζωής. Στην εκδήλωση συμπράτουν φορείς Αλληλέγγυας και Συνεργατικής Οικονομίας.

Info:
Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017, 8μμ.
Βιβλιοπωλείο των Συναδέλφων
Καλλιδρομίου 30, Αθήνα



[...] Εμείς δε χρησιμοποιούσαμε τον όρο "αποκέντρωση". Προτιμούσαμε το "επανατοπικοποίηση". Συνδέαμε τον τόπο εγκατάστασής μας με τον "ου τόπο". Την ουτοπία που ξέραμε ότι δεν υπήρχε κάπου και που θα έπρεπε να τη δημιουργήσουμε. "Να δημιουργήσουμε τον κόσμο μας, μέσα στον κόσμο που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας". Ήταν το σύνθημά μας. Επιστροφή, αλλά όχι προς τα πίσω! Επιστροφή... προς τα μπρος! Ήταν το άλλο σύνθημά μας [...] Για εμάς ένας άλλος κόσμος δεν είναι μόνο εφικτός, είναι ΥΠΑΡΚΤΟΣ. [...]

Ο καθηγητής και οικογεωργός Γιώργος Κολέμπας, μιλά για την πορεία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- του βιβλίου Επιστροφή προς τα …μπρος!, ένα αφήγημα βασισμένο σε πραγματική ιστορία, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ταξιδευτής.

Το τελευταίο αυτό βιβλίο υπο μορφή αφηγήματος, είναι η σύνοψη απόψεων, προτάσεων, δράσης και τρόπου ζωής ενός μικρού κινήματος ανθρώπων, που την προηγούμενη 20ετία προσπαθούσαν "δια του παραδείγματος" να αναδείξουν ένα άλλο τρόπο ζωής και κοινωνικοπολιτικής πράξης, πέρα του κυρίαρχου νεοελληνικού κοινωνικού παραδείγματος και της πολιτικής-κομματικής δράσης.

Σήμερα στα πλαίσια της συνολικής κρίσης και του "ναυαγίου" του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη χώρα, θεωρώ ότι η στροφή προς την "επανατοπικοποιημένη" κοινωνία μπορεί να αφορά σε ένα ευρύτερο σύνολο στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτό φαίνεται και από τα πολλά αυτοοργανωμένα, αυτοδιαχειριστικά και κοινοτικά εγχειρήματα, που ξεπήδησαν σήμερα, κατά την περίοδο της κρίσης, που έχει έρθει για να μείνει για πολύ καιρό στη χώρα.

Περισσότεροι πολίτες της  βλέπουν ότι είναι αναγκαίο από τη μια να ξεπερασθεί το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό μοντέλο "ανάπτυξης" που μας οδηγεί σε οικονομικές και οικολογικές καταστροφές. Από την άλλη αντιλαμβάνονται ότι για να είναι αυτό δυνατό, θα χρειασθεί ένα σημαντικό μέρος της νεολαίας και των ανέργων των πόλεων να μετεγκατασταθεί με δημιουργικό τρόπο στην περιφέρεια. Για να την αναζωογονήσουν και να στραφούν στην ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με εφαλτήρα τον αγροδιατροφικό τομέα και την μεταποίηση και όχι μόνο με τις υπηρεσίες και τον υπερδιογκωμένο μέχρι σήμερα τριτογενή.

Όλα αυτά τα χρόνια κάποιοι προσπαθούσαμε να υλοποιήσουμε  κάποιες πλευρές αυτής της πρότασης, σαν επιλογή,  και σαν τρόπο ζωής. Αυτοί οι πειραματισμοί ενός μικρού κινήματος μέχρι τώρα στην Ελλάδα, αλλού είναι αρκετά αναπτυγμένοι. Στην Αυστραλία π.χ, σχεδόν το 30% του πληθυσμού αφήνει πίσω τον μέχρι τώρα τρόπο ζωής του και επιλέγει ένα αποκεντρωμένο στηριγμένο στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα νέο τρόπο ζωής και δράσης.

Αν λοιπόν από ανάγκη στραφούν περισσότεροι νέοι προς αυτούς τους κοινωνικούς πειραματισμούς, πλατύτερα κοινωνικά στρώματα, τότε υπάρχουν πολλές δυνατότητες να λυθεί και το κοινωνικό και το οικολογικό πρόβλημα. Είναι μια επιλογή που θα μπορούσε να αποδειχθεί λύση για την επιβίωση, ιδίως των νέων σήμερα, αλλά και των επερχόμενων γενεών.

Στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας αυτής,  μπορεί να βοηθήσει το βιβλίο. Βέβαια όλα αυτά εκφράσθηκαν σε ένα κύκλο προηγούμενων βιβλίων με τη μορφή δοκιμίων. Γράφθηκαν εν μέρει μαζί με άλλους φίλους: Τοπικοποίηση: Από το παγκόσμιο... στο τοπικό, Κοινωνικοποίηση, Η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης, Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης - τοπικοποίησης, Η άμεση δημοκρατία στον 21ο αιώνα με το κείμενο: H οικονομία της μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία και  Ο σύγχρονος κοινοτισμός.

Με τη μορφή αφηγήματος όμως, έχουμε περισσότερες δυνατότητες για επικοινωνία με μεγαλύτερο κύκλο ανθρώπων και πολιτών. Με όσους προβληματίζονται για την σημερινή πραγματικότητα του «γκριζόμαυρου», της παθητικότητας, της μη ανάληψης ευθυνών και της ανάθεσης σε «σωτήρες» από τον «μέσο πολίτη». Προωθώντας την ελπίδα που μπορεί να πηγάσει από την θετική προσωπική στάση, από την υπεύθυνη δημιουργική δράση, από τη στήριξη στα κοινά συλλογικά αγαθά και κυρίως από την ανάδειξη των διαπροσωπικών σχέσεων σε αυτό που ονομάζουμε σχεσιακά αγαθά στα πλαίσια ομάδων και συλλογικοτήτων.

Η γραφή με τη μορφή αφηγήματος που αναφέρεται στην προσπάθεια μιας παρέας φίλων για συνειδητή επιστροφή στην περιφέρεια, όπου υπάρχουν καλύτερες συνθήκες για τη δημιουργία συνθηκών του αύριο στα πλαίσια της ευτοπίας τους, άρχισε ταυτόχρονα με τη συγγραφή των δοκιμίων. Γραφόταν τμηματικά αναπολώντας στη μνήμη μου τα βιώματά τους.

Γι' αυτό δεν περιγράφω ακριβώς όπως εξελίσσονταν τα πράγματα -πως θα ήταν δυνατόν άλλωστε να αναπαραχθεί ακριβώς το παρελθόν στο παρόν- αλλά όπως είχαν καταχωνιασθεί μέσα μου σαν μέλος της «διευρυμένης οικογένειας» και ξεπηδούσαν σιγά-σιγά στο συνειδητό και στη μνήμη μου, παίρνοντας ταυτόχρονα και μια απολογητική-αυτοκριτική χροιά μέσα από την διαμόρφωση του λόγου και των διαλόγων κυρίως.

Όπως καταλήγω στο τέλος:  Όταν σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι πάνω σε αυτά, διαπιστώνω από τη μεριά μου ότι διακατέχομαι μάλλον από την αθεράπευτη ελπίδα ότι ο άνθρωπος θα επιλέξει, ή τελικά θα αναγκασθεί, να στραφεί πάλι προς τις δύο «μάνες» που τον έφεραν σαν είδος ως εδώ. Την πρωταρχική μάνα γαία που τον γέννησε και τον τρέφει, και τη δεύτερη μάνα του που είναι η ομάδα, η κοινότητα, η κοινωνία, στα πλαίσια των οποίων μπορεί να εξασφαλίσει όχι μόνο την επιβίωση, αλλά και το ευ ζειν που λέγανε οι αρχαίοι μας, το buen vivir που λένε σήμερα οι ιθαγενικοί λαοί.

Η επιστροφή προς αυτές τις δύο μάνες δεν θα είναι προς τα πίσω, αλλά… προς τα εμπρός. Οι γιοί και οι κόρες μας, τα παιδιά και τα εγγόνια της σημερινής γενιάς των ανθρώπων, θα χρειασθεί, όχι μόνο να παίρνουν από αυτές τις μάνες και να τις εξαντλήσουν, όπως το κάνανε οι μέχρι τώρα γενιές. Θα χρειασθεί να τις φροντίσουν κιόλας, για να μπορούν να υπάρχουν μαζί και στο μέλλον. Για αυτό και η επιστροφή σε αυτές θα γίνει όχι προς τα πίσω, αλλά βασικά προς τα εμπρός.

Επιστροφή σημαίνει να ρίχνουμε ματιές προς τα πίσω για να ξαναπιάσουμε κάποια θετικά νοήματα του παρελθόντος, να τα αναδείξουμε στο παρόν, να τα πλέξουμε με καινούργια νοήματα και αξίες, ώστε να έχουμε ξανά το νήμα που θα μας οδηγήσει στην ευζωία των σημερινών και των μελλοντικών γενιών. Το προς τα εμπρός έχει να κάνει με τη διαμόρφωση του ευτοπικού μας μέλλοντος υπό τις νέες συνθήκες που υπάρχουν και που απαιτούν αποκατάσταση των μέχρι τώρα καταστροφών και επαναφορά της οικολογικής ισορροπίας…

Η ελπίδα μου στηρίζεται ακριβώς εκεί, ότι δηλαδή κάποια στιγμή ο homo oeconomicus θα ξαναγίνει homo sapiens sapiens, ο «σοφός μοντέρνος άνθρωπος», και θα παραιτηθεί από την επέκταση της κυριαρχίας του σε όλο τον πλανήτη και θα αποφασίσει να ενταχθεί με ισορροπία στο φυσικό και κοινωνικό οικοσύστημα. Γι'  αυτό ευγνωμονώ τα παιδιά μας, που μεγαλώνοντας στο κτήμα κοντά μας, έχουν αντιληφθεί τις αγωνίες μας και μας έχουν ανανεώσει τις ελπίδες μας ότι με τα εφόδια που τους δώσαμε, με τις ιδέες μας και τον τρόπο ζωής που τους προσφέραμε, θα χαράξουν τον δικό τους δρόμο, ένα δρόμο επιστροφής… προς το δικό τους εμπρός, την ευτοπική πολυνησία της Ατλαντίδας τους.

Και μια τελευταία αναφορά μου: χωρίς τις συμβουλές και την επιμονή της Κρυσταλίας Πατούλη -δεν είχα προηγούμενη εμπειρία σε αφηγηματικό τρόπο γραφής- δεν θα είχε φθάσει στο τυπογραφείο η «Επιστροφή προς τα …μπρος!» Γ.Κ.

Επιστροφή προς τα …μπρος!, Εκδόσεις Ταξιδευτής - 2017, 328 σελ.

Μια παρέα νέων της πόλης, προς το τέλος της δεκαετίας του '80, προετοιμάζονταν με συζητήσεις και αυτοεκπαίδευση να αφήσουν πίσω τους τη "χαβούζα" του Λεκανοπεδίου για μια δημιουργική μετεγκατάσταση στην ελληνική περιφέρεια.

Τελικά κατέληξαν να εγκατασταθούν το 1990 στο Πήλιο, μεταξύ δύο χωριών, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια "διευρυμένη οικογένεια" από 3-4 ζευγάρια, με ένα διαφορετικό -από τον κυρίαρχο- τρόπο ζωής. Συνάντησαν πολλές δυσκολίες στο εγχείρημά τους, δεν κατάφεραν πλήρως να υλοποιήσουν τα όνειρά τους, αλλά είχαν κοινές δραστηριότητες και με άλλους ανθρώπους ντόπιους ή "νεοφερμένους" στην περιοχή προσπαθώντας να λειτουργήσουν σαν παράδειγμα στην τοπική κοινωνία, ασχολούμενοι π.χ. με τη βιολογική-φυσική καλλιέργεια, τις βιοκλιματικές κατασκευές και εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τη διακίνηση οικολογικών προϊόντων, με το κίνημα των οικοκαλλιεργητών και το κίνημα ενάντια στα μεταλλαγμένα.

Καταγόμενοι οι ίδιοι ή έχοντας γονείς από χωριά, την επιστροφή τους ή την επανατοπικοποίησή τους -όπως την χαρακτήριζαν- δεν την έβλεπαν σαν "αναχώρηση" και απομόνωση από τη ζωή της πόλης ή σαν επιστροφή προς τα πίσω στο παρελθόν, αλλά σαν επιστροφή σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, συνδεδεμένη με τη φύση και τα προβλήματα του συγκεκριμένου τόπου, τον οποίο ήθελαν να μετασχηματίσουν σε "ευ-τόπο". Για αυτό η επιστροφή τους ...ήταν προς τα εμπρός, γιατί προσπάθησαν να δημιουργήσουν στοιχεία ενός μελλοντικού κόσμου, στα πλαίσια του κόσμου που άφησαν πίσω τους, ελπίζοντας ότι στο μέλλον θα κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση ένας κρίσιμος αριθμός ανθρώπων, ικανών να βάλουν σε κίνηση και την ίδια την κοινωνία με στόχο την "ευζωία" της.
--
Ο Γιώργος Κολέμπας, γεννημένος το 1950 στην Ήπειρο, τέλειωσε Γυμνάσιο-Λύκειο στον Πειραιά, σπουδές στα Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1968-1972) με μεταπτυχιακό Aufbaustudium Informatik στο Μόναχο (1974-77). Στο διάστημα 1986-90, που ήταν καθηγητής στο Ελληνικό Γυμνάσιο-Λύκειο Φραγκφούρτης έκανε σπουδές Οικολογίας στο πανεπιστήμιο Φραγκφούρτης.
Καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (1978-2008) με οργάνωση πολλών περιβαλλοντικών προγραμμάτων και συμμετοχή στα τοπικά κοινωνικά και οικολογικά κινήματα πολιτών. Ταυτόχρονα από το 1990, που εγκαταστάθηκε στο Πήλιο, έγινε και οικο-γεωργός με στόχο την προώθηση και οργάνωση της βιολογικής οικο-παραγωγής στην Ελλάδα και τη διακίνηση των οικολογικών προϊόντων. Από το 2008 ασχολείται πλέον εκτός από τις βιοκαλλιέργειες και με τη διαμόρφωση του προτάγματος της Τοπικοποίησης. Μιας στρατηγικής  στα πλαίσια της γενικότερης πρότασης της απο-ανάπτυξης. Σαν απάντηση στη παγκοσμιοποίηση και σαν δυνατότητα μετάβασης σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη-αμεσοδημοκρατική, οικολογική και αταξική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών.

Έχει εκδώσει το αντίστοιχο βιβλίο: Τοπικοποίηση, από το παγκόσμιο στο τοπικό, καθώς και το βιβλίο: Κοινωνικοποίηση, η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης μαζί με τον Βασίλη Γιόκαρη. Με τον Γιάννη Μπίλλα έχει εκδόσει το βιβλίο: Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης- τοπικοποίησης. Στο συλλογικό βιβλίο με τίτλο: Άμεση δημοκρατία τον 21ο αιώνα έχει συμμετάσχει με το κείμενο: η οικονομία της μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία. Έχει εκδώσει επίσης το βιβλίο με  τίτλο: Ο Σύγχρονος Κοινοτισμός. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο: Επιστροφή προς τα...μπρος, ένα αφήγημα βασισμένο σε πραγματική ιστορία.
---

Tvxs.gr

25.5.17

Ήθελα να είμαι αγόρι

[...] Εγώ δεν ήμουν ένα κανονικό κορίτσι. Εμένα μου άρεσαν τα αγόρια, όχι ακόμα με την έννοια της έλξης, αλλά με την έννοια της ταύτισης: ήθελα να είμαι αγόρι. Αν ήμουν αγόρι, δεν θα είχα την υποχρέωση να πλύνω τα πιάτα ή να σιδερώσω τα σώβρακα. Ομηρικοί καβγάδες με τη γιαγιά μου, που έλεγε πως αν ο πατέρας μου ή ο αδερφός μου πλύνει τα πιάτα, εκείνη θα πέσει από το μπαλκόνι [...]

Η μητέρα μου δεν φορούσε ρούχα, αλλά στολές. Φούστες κάτω από το γόνατο, ίσιες και φαρδουλές, μαύρες ή γκρι ή καφέ. Όλες ίδιες. Τις μπλούζες δεν τις θυμάμαι. Όλες ίδιες ήταν μάλλον κι αυτές. Το δέρμα της ήταν πολύ άσπρο – φοβόταν το νερό επειδή όταν ήταν μικρή είχε κινδυνέψει να πνιγεί, κι έτσι δεν πήγαινε ποτέ για θαλασσινό μπάνιο. Θα την έλεγε κανείς χοντρή, αλλά με ένα ιδιότυπο πάχος, κυρίως στην κοιλιά και στο πάνω μέρος του σώματος (πλάτη, στήθος, μπράτσα). Το πρόσωπο ήταν μάλλον στεγνό και τα πόδια καλαμάκια.

Την έβλεπα καμιά φορά να ντύνεται΄ με άφηνε να τη βλέπω, δεν με έδιωχνε. Μισούσα αυτό το πλαδαρό και παχύ σώμα, αυτή την σαμπρέλα που είχε για κοιλιά, αυτά τα ποδαράκια του σπουργίτη. Μισούσα κάθε τι παράταιρο, ασύμμετρο.  Κάπως έτσι ήταν ο σωματότυπος και της γιαγιάς μου και της μιας θείας μου, αλλά στο πιο αδύνατο. Ίδρωνα στη σκέψη ότι θα μπορούσα κι εγώ να γίνω έτσι, αλλά όλοι έλεγαν πως στο σώμα μοιάζω του μπαμπά μου.

Μισούσα κι αυτές τις βυζάρες, κι ευχόμουν εμένα να μη γίνουν τόσο μεγάλα, ή να μη γίνουν καθόλου. Φανταζόμουν το βρεφικό μου κεφαλάκι στριμωγμένο και πνιγμένο κάτω από αυτό το πράγμα και μ’ έπιανε ασφυξία και αηδία. Κι αν η κοιλάρα της οφειλόταν στις τρεις γέννες που είχε κάνει; Κι αν οφειλόταν στην τρίτη γέννα, από την οποία γεννήθηκα εγώ; Εγώ δεν θα γεννούσα, δεν θα γεννούσα τρεις φορές, ή εμένα έτσι κι αλλιώς δεν θα γινόταν ποτέ έτσι η κοιλιά μου; Καλά σίγουρα δεν θα γεννούσα τρεις φορές: δεν θα έφερνα ποτέ ένα παιδί στο κόσμο για να μεγαλώνει μόνο του.

Τα μαλλιά της πάντα κοντά, σχεδόν σαν τους άντρες. Όταν γέννησε κι εμένα, κι ενώ ήταν μόλις 29 χρονών, άρχισε να έχει σοβαρή τριχόπτωση, ανδρικού τύπου, μαζί με διαταραχές του κύκλου κι αιμορραγίες. Έτσι τα μαλλιά της στο πάνω μέρος του κεφαλιού ήταν πολύ αραιά, σαν χνούδι. Για χρόνια έτρεχε από δερματολόγο σε δερματολόγο, και δοκίμαζε κάθε φάρμακο και μαντζούνι που κάποιος της πρότεινε. Έκλαιγε κάθε βράδυ για να ξυπνήσει το πρωί να μετρήσει τις πεσμένες τρίχες που είχε πάνω του το μαξιλάρι της.

Αρρώσταινε προκαταβολικά όταν ερχόταν κανένας γάμος ή βάφτιση, γιατί εκείνη θα ήταν «η καραφλή», η άσχημη. Δεν προσπαθούσε να διορθώσει την εμφάνισή της ως προς το πάχος ή ως προς την ένδυση, άλλωστε δεν είχαμε και λεφτά για ακριβά ρούχα. Δεν βαφόταν ποτέ: το πρώτο κραγιόν ή μολύβι το έφερα στο σπίτι εγώ, φοιτήτρια πια.

Το μόνο της στολίδι, τα μαλλιά της, το είχε χάσει, κι αυτό ήταν το μόνο σημαντικό. Κάποια στιγμή πολύ αργότερα αγόρασε μια πανάκριβη περούκα, αλλά δεν την έβαλε πάνω από δυο φορές, νομίζω μόνο στους γάμους μας. Για να μην είναι η καραφλή που θα ασχημαίνει τις φωτογραφίες από τις χαρές μας. Πολλές φορές με έχει ρωτήσει αν έχω ντραπεί για τους γονείς μου στον κύκλο των συμφοιτητών ή των συναδέλφων μου.

Τα παιχνίδια που προτιμούσα είχαν κινητικότητα και ανταγωνισμό. Έτρεχα πιο γρήγορα από όλους, αγόρια και κορίτσια. Στα μήλα έπιανα 100 και δεν έχανα ποτέ. Στο σχολείο έπαιζα ποδόσφαιρο με τα αγόρια, την ώρα που τα κορίτσια ίσιωναν τις ποδίτσες τους και πρόσεχαν να μην τις λερώσουν, ή τις κορδέλες τους σαν όμορφες κι ακίνητες κουκλίτσες.

Έτρεχα 36 γύρους του προαυλίου χωρίς καν να ανεβάσω παλμούς, κι ήμουν το μόνο κορίτσι που μπορούσε να κάνει 20 push ups. Στο σπίτι βλέπαμε με τους αδερφούς μου αγώνες ποδοσφαίρου, στήναμε γήπεδο βόλεϊ μεταξύ των κρεβατιών και σπάγαμε δυο τρείς σανίδες κάθε φορά, μαζεύαμε αυτοκόλλητα με τον Καρούλια και τον Βαμβακούλα, κάναμε αγώνες bras de fer.

Γρήγορα όλα τα κοριτσίστικα παιχνίδια άρχισαν να μου φαίνονται στατικά, βαρετά και υπερβολικά εύκολα. Δεν ήθελα να χτενίζω ξανθές χαζές κούκλες, δεν ήθελα να ταΐζω ηλίθια μωρά που κατουράνε από το πιπί τους αυτό που τους δίνεις στο στόμα, δεν ήθελα να μένω ατσαλάκωτη και διακοσμητική.

Εγώ δεν ήμουν ένα κανονικό κορίτσι. Εμένα μου άρεσαν τα αγόρια, όχι ακόμα με την έννοια της έλξης, αλλά με την έννοια της ταύτισης: ήθελα να είμαι αγόρι. Αν ήμουν αγόρι, δεν θα είχα την υποχρέωση να πλύνω τα πιάτα ή να σιδερώσω τα σώβρακα. Ομηρικοί καβγάδες με τη γιαγιά μου, που έλεγε πως αν ο πατέρας μου ή ο αδερφός μου πλύνει τα πιάτα, εκείνη θα πέσει από το μπαλκόνι.

Τη ρωτούσα: αφού τα ίδια πράγματα κάνουμε με τα αγόρια, πάμε σχολείο και αγγλικά, και μάλιστα εγώ τα κάνω επιτυχέστερα από αυτούς, γιατί εγώ πρέπει να σηκώσω το τραπέζι ενώ αυτοί όχι; Γιατί εγώ πρέπει να βοηθήσω τη μανούλα στο ξεσκόνισμα ενώ αυτοί όχι; Γιατί είσαι γυναίκα, γιατί έτσι τα βρήκαμε αυτά τα πράγματα, γιατί οι άντρες είναι φτιαγμένοι για άλλες δουλειές, πιο βαριές, πιο κοινωνικές, κι έχουν την ευθύνη για την οικονομική μας επιβίωση.

Η μητέρα μου από την άλλη, άλλα έλεγε κι άλλα έκανε: ενώ με προέτρεπε να σπουδάσω και να κερδίζω χρήματα και να μη εξαρτώμαι από κανέναν, η ίδια έμενε συμβιβασμένη και θυμωμένη. Ποτέ δεν αντιμίλησε στη μάνα της, ποτέ δεν τοποθετήθηκε υπέρ μου σ’ εκείνους τους καβγάδες. Περίμενε από εμένα να ανατρέψω ότι δεν είχαν ανατρέψει γενεές δεκατέσσερις.

Όταν της ζητούσα να βάλω κι εγώ παντελόνι όπως τα αγόρια, μου έλεγε πως θα μαλώσει ο μπαμπάς, κι όταν της απαντούσα πως ποτέ δεν έχει μαλώσει ο μπαμπάς και δεν πιστεύω ότι θα μαλώσει ούτε τώρα, καταλάβαινα πως αυτόν που φοβόταν ήταν ο δικός της μπαμπάς και κυρίως μην τυχόν η ίδια κατηγορηθεί πως δεν κάνει τα καθωσπρέπει. Έτσι λοιπόν κι εγώ χρεώθηκα και τα δυο: και την αδυσώπητη προσπάθεια να κάνω την ανατροπή που περίμενε εκείνη από εμένα, και την βαθιά αίσθηση ανημπόριας, εξάρτησης και ντροπής που ήταν συνυφασμένη με το να είσαι γυναίκα.

Ε λοιπόν όχι: δεν θα γινόμουν ένα με το νεροχύτη και την κατσαρόλα, θα μορφωνόμουν και θα εργαζόμουν και θα ταξίδευα και δεν θα είχα ανάγκη κανέναν σωτήρα.

Τα γυναικεία ρούχα ήδη από την παιδική ηλικία με δυσκόλευαν, δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει το πόδι μου να στριμώχνεται σ’ αυτό το σκληρό και στενό γοβάκι, γιατί πρέπει να φοράω καλσόν και να κρυώνω, γιατί το παντελόνι εθεωρείτο ανδρικό ένδυμα, και κυρίως γιατί εθεωρείτο άσεμνο. Πολύ πιο άσεμνο μου φαινόταν το φουστάνι.

Οι άντρες είχαν κρατήσει για τους εαυτούς τους τα άνετα και τα λογικά και μας είχαν αναγκάσει να ντυνόμαστε και κυρίως να φερόμαστε σαν σκεύη της ηδονής τους. Μα κι αυτοί, πώς είχαν σχηματίσει μια τόσο φτηνή και ρηχή εικόνα για τη γυναίκα; Τα μόνα ρούχα που με γοήτευαν ήταν τα αθλητικά, μόνο μέσα σε αυτά ένιωθα ο εαυτός μου.

Η μητέρα μου έκανε τελικά την «επανάσταση» κι έβαλα παντελόνια. Μια μέρα στην 5η Δημοτικού, είχα βάλει κρυφά ένα άσπρο σορτσάκι κάτω από την ποδιά, γιατί είχαμε αγώνες ταχύτητας. Καθώς καθόμουν στα σκαλιά και περίμενα τη σειρά μου, πέρασε ο δάσκαλός μου κι ένιωσα πως με κοίταξε περίεργα. Ταυτόχρονα άρχισα να νιώθω κομάρες και πόνους, πήγα στην τουαλέτα -ίσως για πρώτη φορά στα πέντε χρόνια που πήγαινα σχολείο- κι είδα αίμα. Ντρεπόμουν αφόρητα, που εκείνος το είχε δει. Στους αγώνες πάτωσα, δεν ήξερα τι ήταν αυτό που μου συμβαίνει, ήλπιζα μόνο να μην ξανασυμβεί.

Εν τω μεταξύ το στήθος μου μεγάλωνε, κι εγώ σκεφτόμουν διάφορες πατέντες για να το κρύψω. Η καλύτερη που βρήκα ήταν να ενώσω δυο κορδόνια από παπούτσια, και να τα δέσω σφιχτά γύρω από το στήθος μου ώστε να το πατικώσω. Αν έγερνα και λίγο τους ώμους προς τα εμπρός, δε φαινόταν σχεδόν καθόλου καθώς κοιταζόμουν στον καθρέφτη. Αλλά θα έπρεπε να προσέχω να μη χοροπηδάω, γιατί ήταν εύκολο να βγει το κορδόνι και να αποκαλυφτώ, σαν την Σταχτοπούτα τα μεσάνυχτα.

Ένα πρωί βγήκα τρέχοντας από το σπίτι – σχεδόν πάντα πήγαινα παντού τρέχοντας – και δυο νεαροί που πήγα να πέσω πάνω τους μου φώναξαν «τι τρέχεις ρε φίλε;». Είχα πρόσφατα κόψει τα μαλλιά μου κοντά, τα είχα καταφέρει να μοιάζω σαν αγόρι. Έτσι δεν θα με καταδίωκαν οι σκάφες και τα σώβρακα, δεν θα χρειαζόταν ούτε να μοιάσω ούτε να υπερβώ εκείνες τις στρατιές από γυναίκες με γκρίζα ρούχα και μαντήλες που ήταν οι προγονές μου. Μπορούσα να είμαι ελεύθερη.-
Α.Κ.
---
*Κείμενο της Α. Κ. γραμμένο στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής.
Διαβάστε επίσης:
Φωτογραφία από την ταινία Αγοροκόριτσο (Tomboy). 




Εγώ έφερα τη δικτατορία





Θα σας πω ένα μεγάλο μυστικό: Εγώ έφερα τη δικτατορία στην Ελλάδα. Ήταν αναπόφευκτο. Όποιος κάνει κακό σε μικρό παιδί, πρέπει να πληρώσει. Αυτό είναι το δίκαιο.
Είναι βράδυ, σκοτεινά. Όλοι κοιμόνται εκτός από τις τσιγγάνες που έχουν έρθει και χορεύουν στο σαλόνι μας που είναι και το υπνοδωμάτιο το δικό μου της Βαγγελιώ και της θείας Γιάσμης, της Γιάμη μου, που κοιμάται με μένα. Αλλά σήμερα δεν είναι εδώ μαζί μου.
Εγώ φοβάμαι. Μένω ακίνητη, αφουγκράζομαι βγάζοντας λίγο το κεφάλι μου από την κουβέρτα. Τι λέει η μαμά σουτ και σουτ. Καλέ δεν βλέπει; Τι σκιές; Είναι οι τσιγγάνες, κάτι ωραίες γελαστές θαρρετές, παιχνιδιάρες με πλεγμένα στις κοτσίδες τους κουρελάκια.
Τις βλέπω. Κλείνω τα μάτια να φύγουν. Τα ανοίγω και πάλι είναι εκεί. Παίρνω το θάρρος μου. Τρέχω με όση δύναμη έχω και πέφτω με όλη μου τη φόρα στο μπαμπά. Δεν κατάλαβα τι ακολούθησε!
Με έβγαλε έξω στο δρόμο, ξυπόλητη με το πυτζαμάκι μου μόνο, και μου έδωσε ένα διπλό χαστούκι. «Θα μείνεις στο δρόμο, αν δεν μπορείς να κοιμηθείς εσύ, εμείς θέλουμε να κοιμηθούμε. Σταμάτα τα ψέματα και τα κλάματα. Κατάλαβες;» 
Και έφυγε….
Τα φανάρια αναβοσβήνουν κόκκινο, πράσινο, πορτοκαλί. Ο δρόμος μισοφωτισμένος, ο δρόμος ο άδειος… Άδεια.
Η μαμά βγήκε από την πίσω πόρτα και με πήρε από το χέρι. Με πήγε στην τουαλέτα. Με έβαλε κοντά στον νιπτήρα και με το χέρι της μου έριχνε νερό να πλύνει το πρόσωπό μου και τη μύτη μου. Εγώ δεν ξέρω πού βρισκόμουνα. «Είδες τι έπαθες; Τι κλαις όλο το βράδυ σήμερα; Έλα σταμάτα, πια». Και με έσπρωξε να μπω στο δωμάτιο της, εγώ αντιστάθηκα εκεί κοιμόταν ο μπαμπάς. Εκείνη με πήρε αγκαλιά.
Σκοτάδι δεν θυμάμαι τίποτα. Θεάρεστη λήθη. Σίγουρα κοιμήθηκα.
Ένα βράδυ, η αστυνομία ήρθε και πήρε τον μπαμπά μου από το σπίτι μας.
Αυτό συνέβη  γιατί ο μπαμπάς είχε κάνει αυτό το κακό σε μένα. Γι αυτό τον συνέλαβαν!
Σε κανένα άλλον ο μπαμπάς δεν είχε κάνει κακό. Είναι  πολύ καλός άνθρωπος. 

*Το κείμενο είναι γραμμένο στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής, και παρουσιάστηκε μαζί με άλλα, την Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016, στην Πύλη 82, στην Βιωματική θεατρική παράσταση «Αφήγηση Ζωής», σε διδασκαλία – επιμέλεια του Βασίλη Ανδρέου και της Μαρίας Αιγινίτου(που είχε την ιδέα της παράστασης) με την ομάδα τους:

Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου