“‘What do you fear my lady?’
‘A cage. To stay behind bars until use and old age accept them and all chance of valor has gone beyond recall or desire.’”
J.R.R. Tolkien
***
“Τι φοβάσαι?
Ένα κλουβί, να μείνω πίσω από τα κάγκελα έως ότου η ηλικία και η
χρήση τα καταστήσουν αποδεκτά και κάθε πιθανότητα ανδρείας και τιμής
παρέλθει πέρα από επιθυμία και ανάμνηση.”
Ξέρω πως στην συγκυρία που ζούμε, η επιθυμία για τιμή και αξιοπρέπεια
ίσως θεωρείται πολυτέλεια, αλλά μεγαλώνοντας,για μένα τουλάχιστον,
αποτελεί τον βασικό παράγοντα θλίψης και αυτοκριτικής. Προερχόμενος από
μια οικογένεια στην οποία επι τρεις γενιές οι εκπρόσωποί της παράτησαν
τις “δουλίτσες” και τις οικογένειές τους για να ρισκάρουν την ζωή και
σωματική τους ακεραιότητα στα πεδία των μαχών ( Βαλκανικοί, Πίνδος,
Κύπρος), αισθάνομαι απίστευτη ντροπή που εγώ και η γενιά μου θα μείνουμε
στην ιστορία αυτού του τόπου ως οι μεγαλύτεροι προσκυνημένοι που
δέχθηκαν αμαχητί την παράδοση της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας
από φόβο μην απολέσουμε ένα άκρως δουλικό και θολό επαγγελματικό μέλλον
και αόριστες υποσχέσεις οικονομικής επιβράβευσης.
Μου είναι απίστευτα βαρύ το μέγεθος της δειλίας μου και παρ’όλο που
είναι όχι δικαίωμα αλλά υποχρέωση (ιερή και αδιαμφησβήτητη) να αντισταθώ
με όποιον τρόπο στην κατάλυση του συντάγματος και της δημοκρατίας που
συντελείται ανεμπόδιστα στη χώρα, το μόνο που έχω να επιδείξω είναι
μικροσυμπλοκές με τους πραιτωριανούς της εκτελεστικής εξουσίας. Σε καμία
περίπτωση δεν είναι αυτό αρκετό για να απoκαταστήσει την τιμή μιας
γενιάς.
Πολύ φοβάμαι πως έχουμε αποδεχτεί πλέον τις αλυσίδες μας και “έχουμε
ανταλλάξει έναν ρόλο κομπάρσου σε έναν πόλεμο για έναν πρωταγωνιστικό
ρόλο σε ένα κλουβί” και αυτό είναι κάτι που ψυχολογικά με καταβάλλει
κάθε μέρα και περισσότερο. Η εκρηκτική άνοδος του φασισμού και της
μισαλλοδοξίας θα έπρεπε να ήταν αρκετή για να μας οδηγήσει σε συνειδητή
και ολοκληρωτική “στάση πληρωμών και κάθε κοινωνικής – επαγγελματικής
δραστηριότητας”.
Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω, ξέρω μόνο πως δεν μπορώ να το κάνω μόνος
μου. Ήρθε, νομίζω, η ώρα για τις δικές μας μάχες για την δική μας
επανάσταση, ήρθε η ώρα να ρισκάρουμε τα πάντα, αλλά χρειαζόμαστε ο ένας
τον άλλον γι’αυτό.
Δεν θα νικήσουμε ως μονάδες αλλά θα θριαμβεύσουμε ως
συνειδητοποιημένο σύνολο. Αν δεν το κάνουμε, η ιστορία αλλά και ο
μελλοντικός εαυτός μας θα μας καταδικάσουν στον βαθύτερο κύκλο της
κόλασης του Δάντη : στους προδότες.
Δεν θέλω δουλειά λεφτά και κοινωνική αναγνώριση, θέλω “αυτοί που
πέρασαν με ολόισιο βλέμμα στου θανάτου το άλλο βασίλειο να μην μας
θυμούνται σαν κούφιους ανθρώπους, σαν βαλσαμωμένους”.
Υ.Γ. Σας παρακαλώ κύριε Μακριδάκη να συνεχίσετε να προάγετε την
αφύπνιση, δεν είναι νομίζω χαμένη υπόθεση. Μπορεί να αποτύχουμε, αλλά αν
τα καταφέρουμε.. θα είναι κάτι για το οποίο θα δικαιούμαστε να είμαστε
περήφανοι και να πάρουμε επάξια μια θέση δίπλα στους άξιους προγόνους
μας.
΄΄Αχ παλικάρι μου, τα τραίνα φύγαν δεν έχει δρόμο για μισεμό κι όσοι μιλούσαν για λυτρωμό ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ, πες μου που πήγαν Αχ παλικάρι μου΄΄ Λ.Π
Αισθάνομαι πολύ μικρή για να μιλήσω για εποχές και αισθήματα που δεν έζησα παρά μόνο στη φαντασία μου.
Από
τα χρόνια του δημοτικού, παρακολουθώντας μανιωδώς τις παλιές ελληνικές
ταινίες, γοητευόμουν από την καθαρότητα, την απλότητα των τραγουδιών,
των ανεπιτήδευτων καθημερινών ανθρώπων. Η ρίζα εκείνη που δένει τους
αιώνες ήταν καλά στερεωμένη μέσα μου. Η φιγούρα του Πουλόπουλου με το
μπουζούκι στις ολάνθιστες αυλές με καθήλωνε, μ έκανε να αισθάνομαι μια
γλυκιά απεραντοσύνη, άνοιγε η καρδιά μου. Η ευγένεια του αλήτικου
πάθους, η μεστή πίκρα της αλάνας.
Την πρώτη επαφή μου με τον Λευτέρη
Παπαδόπουλο την οφείλω στον παππού μου που αγαπούσε πολύ την ΄΄
Τζαμάικα΄΄ και το ΄΄ Μέθυσε απόψε το κορίτσι μου΄΄. Μεγαλώνοντας, έβλεπα
πως πολλά από τα τραγούδια που με συγκινούσαν υπογράφονταν από αυτόν.
Τον θεωρώ κορυφαία φιγούρα του ελληνικού τραγουδιού- πουθενά αλλού δεν
έχω συναντήσει έναν τόσο παρθένο, αμόλυντο λόγο. Θέλει βαθιά ψυχή να
γράψεις τόσο απλά μα μαρτυρικά σχεδόν εύστοχα. Φέρει μέσα του ( όπως και
οι υπόλοιποι σπουδαίοι δημιουργοί της εποχής του ) μια εποχή,
στερημένη, κακοποιημένη, προδομένη μα ΓΝΗΣΙΑ. Ωστόσο, εύκολα και
προκλητικά θα μπορούσε κανείς να προσάψει μια ευκολία στον στίχο του
Παπαδόπουλου, του Γκάτσου, της Παπαγιαννοπούλου κ.α. Ήταν οι περίφημοι
γνωστικοί που προφήτεψε ο Παπαδόπουλος στο ΄΄ Κάποτε θα ΄ρθουν΄΄ και το
σχήμα που δεν τους χώρεσε.
Όσο για τον Μάνο Λοίζο.. Η πιο ερωτεύσιμη φωνή ( πριν και μαζί με τον Πουλόπουλο και μετέπειτα τον Νταλάρα )...
Aναμφισβήτητα, ο΄΄ δρόμος του ελληνικού τραγουδιού είχε και τη δική του ιστορία΄΄
Ας τους απολαύσουμε ...σιωπώντας.
Έγραψα 1200 τραγούδια, έχασα 1200 μέρες απ τη ζωή μου. Το
σημαντικότερο πράγμα είναι να ζεις, διότι με το να γράφεις τραγούδια,
βιβλία, ή με το να ζωγραφίζεις δεν ζεις, χάνεις ζωή. Η ζωή είναι στην
εξοχή, στο δρόμο, στην ταβέρνα, στην παρέα, στον έρωτα, παντού. Θα
προτιμούσα να έχω ζήσει διπλά τη ζωή μου, να έχω διασκεδάσει
περισσότερο, να έχω ταξιδέψει πολλαπλά, παρά να έχω γράψει αυτά τα 1200
τραγούδια. Το οποίο τι σημαίνει; Ατελείωτες ώρες
δουλειάς. Διότι ένα τραγούδι, δεν είναι μόνο αυτό που ακούμε. Περνάει
από πολλαπλές επεξεργασίες της ψυχής, του νου και της γνώσης. Για να
βγουν αυτά τα τραγούδια, εγώ έχω περάσει ατελείωτες ώρες μοναξιάς, υπό
συνθήκες- πολλές φορές- τραγικές.
«Το γράψιμο, είναι πολύ μεγάλη μοναξιά. Αν
υπάρχει έστω και μία μύγα στο χώρο να τριγυρνάει, πάει, τελείωσε η
περισυλλογή. Η απομόνωση γίνεται κατά μόνας. Επίσης, πολλά τραγούδια μου
τα έχω γράψει περπατώντας ή κάνοντας ένα αυτοσχέδιο ψαροντούφεκο- όσο
είμαι στη θάλασσα, σκέφτομαι τραγούδια και σχεδιάζω.
Λένε, επίσης, για το Λοίζο, πως, αν ζούσε, το τραγούδι σήμερα θα ήταν
διαφορετικό. Ποιο μπορεί να ήταν λοιπόν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του
Λοίζου που δεν μπορεί να αναπληρωθεί και λείπει από το ελληνικό τραγούδι
; Μας απάντησε ο Γιώργος Νταλάρας: «Πιστεύω απόλυτα στην
καταλυτική παρουσία του Λοίζου στο ελληνικό τραγούδι. Ο Λοίζος ήταν ένας
πολύ έξυπνος μουσικός και ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και
συνειδητοποιημένος πολίτης. Αφουγκραζότανε την αγωνία αλλά και τις
επιθυμίες του κόσμου στις καλές και τις κακές στιγμές και τις έκανε
τραγούδι. Ο Λοίζος δεν είχε παθολογικούς εγωισμούς, “να διατηρήσω τη
γραφή μου, το ύφος, τη γραμμή μου”. Έγραφε τραγούδια πολιτικά όταν ήθελε
και όταν έπρεπε, όπως έγινε με “Τα τραγούδια μας”, έγραφε θαυμάσια
λαϊκά όπως έγινε με τα “Τραγούδια της Χαρούλας” και τα τραγούδια του
Ρασούλη. Έγραφε ροκ μπαλάντες όπως έγινε στο “Για μια μέρα ζωής”. Έγραφε
υπέροχα έντεχνα λαϊκά τραγούδια με τον πρωτομάστορα Λευτέρη Παπαδόπουλο
στις “Θαλασσογραφίες” και στο “Να ’χαμε τι να ’χαμε”. Τραγούδια
διαχρονικά σαν το “χελιδόνι” και τα “πουλιά” γιατί αγαπούσε και θαύμαζε
όπως μου έλεγε χωρίς κανένα κόμπλεξ και απίστευτη γενναιοδωρία τα
τραγούδια του Κουγιουμτζή. Αυτό λείπει λοιπόν από το τραγούδι. Λείπουν
άνθρωποι με την μουσική ευελιξία, το χιούμορ, την καθαρότητα, την
εξυπνάδα, την απλότητα, τη συμμετοχή στα κοινά του αξέχαστου Μάνου».
(65)Τι ήταν λοιπόν τα τραγούδια του Μάνου Λοίζου στο τραγούδι μας,
αλλά, κυρίως, στη ζωή μας;
Το θέτει ποιητικά ο Χρήστος Λεοντής: «Τα τραγούδια του ήταν αυτό που λέει ο Ρίτσος στο “Καπνισμένο Τσουκάλι”,” ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα …”» (66).
"Η «Υπόσχεση γάμου»
ξεκινάει με μια τυχαία γνωριμία. Δύο σαραντάχρονες γυναίκες συναντούν
στην Κηφισιά, έξω από τον σταθμό του Ηλεκτρικού που απεργεί, έναν
συσταζούμενο συνομήλικο άντρα που υπόσχεται και προσφέρεται να τις
οδηγήσει με το αυτοκίνητό του στα σπίτια τους στο Φάληρο. Αυτές, αν και παντρεμένες, κολακεύονται και δέχονται. Αυτός είναι ανύπαντρος και μολονότι τις φλερτάρει στο τέλος της κούρσας τους δεν ζητάει κανένα αντάλλαγμα για την εξυπηρέτηση. Τις αποχαιρετά και φεύγοντας εξαφανίζεται χωρίς να
επιδιώξει μια καινούρια συνάντηση, χωρίς καν να θελήσει να μάθει τους
αριθμούς των τηλεφώνων τους, οπότε κι εκείνες απορούν. Ένας καλοβαλμένος
και πολύ ευγενικός άντρας, που αγαπάει τις γυναίκες και δεν του λείπει
τίποτα, να είναι ανύπαντρος και να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο δεν
είναι πράγμα συνηθισμένο. Η περιέργεια των γυναικών και οι επί μακρόν άκαρπες προσπάθειές τους να την ικανοποιήσουν,
η μέση ηλικία των σαράντα πάνω-κάτω χρόνων που έχουν οι περισσότεροι
κεντρικοί ήρωες, καθώς και οι σχέσεις τους με τους νεότερους και κυρίως
με τους γηραιότερους, και φυσικά οι γάμοι τους αποτελούν τον καμβά του
βιβλίου. Έδωσα παραπάνω μια περίληψη του πρώτου από τα 31 κεφάλαια της «Υπόσχεσης γάμου», καθώς
και τον καμβά του μύθου της γιατί περιέχουν την ουσία και περιγράφουν
το είδος αφήγησης, το μοναδικό ίσως είδος που μ’ ενδιαφέρει και δύναμαι
να υπηρετήσω. Μιας αφήγησης όπου οι ήρωες δεν γνωρίζουν
κάτι περισσότερο από τον αναγνώστη, αλλά που ανακαλύπτουν σταδιακά και
ταυτόχρονα με τον αναγνώστη (και με τον συγγραφέα επιτρέψτε μου να
προσθέσω), την αλήθεια γύρω από έναν άγνωστο σ' αυτούς μέχρι πριν από
λίγο καιρό άνθρωπο. Πιθανόν να καταφεύγω στον άγνωστο «άλλο» άνθρωπο, εκείνον που συναντάμε τυχαία στον δρόμο μας,
που τον νομίζουμε και είναι στην αρχή για μας αδιάφορος, στην
προσπάθειά μου να ξεφύγω από την οδυνηρή πραγματικότητα και την ανιαρή
αλήθεια για τον εαυτό μου. Γράφοντας διαπιστώνω ωστόσο πως η πραγματικότητα, που εισβάλλει ακάλεστη,
εξακολουθεί να είναι το ίδιο δυσπερίγραπτη και ότι ο «άλλος» εν τέλει
μού μοιάζει - τόσο όσο ελπίζω ότι μοιάζει και στον αναγνώστη. Γράφω βασανιστικά αργά και ο χρόνος που απαιτείται για να ολοκληρωθεί ένα πολυπρόσωπο και πολυσέλιδο μυθιστόρημα είναι απελπιστικά μακρύς. Αρχίζοντας γνωρίζω στοιχεία της πλοκής, καθώς
και τις ιδιότητες των βασικών πρόσωπων, τους βασικούς, όπως λέμε,
«χαρακτήρες». Είναι όλοι τους πιο πολύ λαϊκοί άνθρωποι παρά μεσοαστοί
(ανήκουν στην κοινωνική τάξη μέσα στην οποία ανδρώθηκα και ψυχικά
ανήκω), και μου γίνονται καθημερινή έμμονη ιδέα. Περισσότερο ζω μαζί τους παρά με τους ανθρώπους γύρω
μου και γι' αυτό αν συμβεί κάτι σοβαρό σε κάποιον δικό μου, αδυνατώ να
συνεχίσω. Το γράψιμο δεν είναι για παρηγοριά ούτε για να περνάει ο
καιρός και να γεμίζουμε τον χρόνο. Τα μυθιστορηματικά πλάσματα για να
υπάρξουν θέλουν -απαιτούν- την αποκλειστική προσοχή και την ολόψυχη
συμμετοχή σου. Το αργό «εσκεμμένο» γράψιμο έχει όμως και τα καλά του. Το πρώτο ότι επιτρέπει στους «χαρακτήρες»
να ωριμάσουν - μέσα σου. Το δεύτερο ότι σπάνια ή μάλλον ποτέ δεν
γυρίζεις πίσω για να προσθαφαιρέσεις ή να αλλάξεις κάτι. Τελειώνοντας
έχεις τελειώσει κι αν τυχόν κάπου στη μέση βαρεθείς, καταλαβαίνεις πως
δεν άξιζε τον κόπο. Ένας γραφιάς μπορεί να πει για το γράψιμο διάφορα τέτοια πολλά, αλλά για τα ίδια τα γραπτά του,
αν και φαινομενικά αρμόδιος, είναι ο πιο ακατάλληλος για να μιλήσει. Οι
προθέσεις του είναι αδιάφορες και οι διευκρινίσεις του ιδιοτελείς. Ας
τις αγνοήσει ο αναγνώστης. Τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία ενός βιβλίου είναι τα άρρητα και τα αδιαμεσολάβητα. Απορίες μπορεί να υπάρξουν,
αλλά οι απαντήσεις βρίσκονται στις λέξεις - στην επιλογή και στον
συνδυασμό τους, στα κενά και στις αποσιωπήσεις των κλειστών βιβλίων. Και κάθε φορά που ένας αναγνώστης ανοίγει κάποιο βιβλίο, αυτό
ζωντανεύει, και μάλιστα μ' έναν τρόπο ιδιαίτερο: τον τρόπο που το
«διαβάζει» ο συγκεκριμένος άνθρωπος, ο οποίος καλείται και δικαιούται να
δώσει τις δικές του απαντήσεις.-" Γιώργος Συμπάρδης
Σ’
αυτό το πολυπρόσωπο, ατμοσφαιρικό, παράξενο και υπαινικτικό, κωμικό και
γοητευτικό μυθιστόρημα, ο Γιώργος Συμπάρδης δίνει φωνή και ζωή στους
καθημερινούς ανθρώπους, βυθίζεται στον κόσμο τους και μας τραβάει απ’ το
μανίκι να τους δούμε καλύτερα, εξάλλου ζουν και αναπνέουν δίπλα μας.
Ο Γιώργος Συμπάρδης γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 1945. Το πρώτο του βιβλίο Μέντιουμ κυκλοφόρησε το 1987 και Ο άχρηστος Δημήτρης το 1998, τα οποία και απέσπασαν διθυραμβικές κριτικές. Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
Σκεπτικό για το Βραβείο Μυθιστορήματος
Το μυθιστόρημα του Γιώργου Συμπάρδη
«Υπόσχεση Γάμου», το οποίο ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία από την Επιτροπή,
αποτυπώνει με τρόπο διακριτικό το καθημερινό και το ασήμαντο το οποίο
ανάγεται σε περιωπή. Ο συγγραφέας φαίνεται να ενστερνίζεται τη θέση
του Πλούταρχου «… ένα ασήμαντο γεγονός, ή μία λέξη, ή κάποιο παιγνίδι
ακόμα, μπορούν να φανερώσουν το ήθος των προσώπων και των πράξεων
περισσότερο απ’ όσο κάνουν αιματηρότατες μάχες και οι μεγαλύτεροι
στρατοί και οι πολιορκίες πόλεων (Πλούταρχος «Βίοι Παράλληλοι»,
Αλέξανδρος). Αυτό το ήθος αναδεικνύεται μέσα από την τυχαιότητα
των καθημερινών συναντήσεων και συναναστροφών στην «Υπόσχεση γάμου». Ο
συγγραφέας ως οξυδερκής παρατηρητής ανασύρει στην επιφάνεια συνηθισμένες
συμπεριφορές, τις οποίες δεν συμβολοποιεί και ούτε επιχειρεί να
νοηματοδοτήσει. Το σκηνικό της ιστόρησής του, οι λαϊκές και μικροαστικές
συνοικίες της Αθήνας. Η Καλλιθέα, τα Πετράλωνα, ο Ταύρος, η διαδρομή
του ηλεκτρικού Κηφισιά – Πειραιάς. Οι ήρωές του άνθρωποι ταπεινοί χωρίς
λάμψη. Η πλοκή εμπρόθετα τετριμμένη καθώς και η ζωή των πρωταγωνιστών.
Τίποτα το μεγαλειώδες δεν συντελείται. Αυτούς τους καθημερινούς ανθρώπους κατασκοπεύει επίμονα
ο συγγραφέας, χωρίς να παρεμβαίνει ή να επινοεί με τη φαντασία του,
δίχως να ερμηνεύει. Καταγράφει έτσι την αλήθεια των πραγμάτων και την
καταμαρτυρεί. Αβίαστα αναδύεται μια κοινότοπη πραγματικότητα, η οποία
αντικατοπτρίζει τη βαθύτερη πραγματικότητα, αφού η προφάνεια συστήνει
κατά το συγγραφέα και το βάθος. Με την αμέτοχη αφήγηση και τον όγκο των μικρών πληροφοριών
επιτυγχάνεται η αναπαράσταση του μικρόκοσμου και της ανιαρής
καθημερινότητας και αναδεικνύεται υπαινικτικά η διαβρωτική λειτουργία
του χρόνου που φθείρει και κατατρώει την ύπαρξη. Ο συγγραφέας στέκεται συμπονετικός και τρυφερός
προς τους ήρωές του, αν και περίτεχνα ειρωνικός. Είναι άνθρωποι
ανεπαρκείς και αδύναμοι να μπουν στο παιχνίδι της βίωσης. Όλοι σχεδόν
ηλικίας περίπου σαράντα χρονών, πλην τελεσίδικα γερασμένοι. Η ευτελής πραγματικότητα, οι μισοτελειωμένες πράξεις,
τονίζονται σ’ ένα έκκεντρο μυθιστόρημα, το οποίο ωστόσο αποδίδει τον
πυρήνα των πραγμάτων. Μια ζωή μάταιη, ελάχιστα ανταποδοτική. Η «Υπόσχεση γάμου», η όποια υπόσχεση, είναι
αδύνατον να υλοποιηθεί αφού τα άτομα είναι κατακερματισμένα, γεμάτα
ήττες και ματαιώσεις. Οι πράξεις τους απεκδύονται κάθε σημασία.
Πρόκειται για έναν κόσμο ταπεινό, εμποτισμένο στη θλίψη και την
υπαρξιακή αγωνία. Άτομα που παίζουν διαρκώς «κρυφτούλι» με τον εαυτό
τους, με τις επιθυμίες τους. Η επικέντρωση στο σημείο και το συγκεκριμένο
υπαινίσσεται ο συγγραφέας πως μπορεί να συντελέσει κυρίαρχα στη θέαση
του ολικού. Γι’ αυτό επιμένει στη λεπτομερή περιγραφή και εξιστόρηση.
Ίσως και το μόνο πραγματικό γεγονός, ό,τι υπάρχει, να είναι, όλο κι όλο,
αυτό. Το καθημερινό, το ασήμαντο. Τούτο κι αναδεικνύεται στο πολυσέλιδο
μυθιστόρημα του Γιώργου Συμπάρδη και στα 31 κεφάλαιά του. Η πεζολογική, συχνά πληκτική αποτύπωση του μικροαστικού κόσμου, αποσκοπεί να καταδείξει την ακινησία του, την αδιέξοδη προοπτική μιας χθαμαλής ζωής. «Τι πιο ασήμαντο από το αγκάθι ενός αχινού κι
όμως κάποτε είδα στο μισοσκόταδο την τομή του. Ήταν ένα σοφό, περίτεχνο
κέντημα, μεγάλο σαν ένα τάληρο», επισημαίνει ο Γιώργος Σεφέρης την
πολυτιμότητα του φαινομενικά ασήμαντου και την ατομική βίωση του
καθημερινού. (Γιώργος Σεφέρης «Δοκιμές» Μέρες 32). Στην τελική κρίση συζητήθηκαν επίσης και τα μυθιστορήματα του
Αλέξη Πανσέληνου «Σκοτεινές Επιγραφές», ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα
υπαρξιακής αναζήτησης, όπου συνείρονται ρεαλιστικά και φανταστικά
στοιχεία, καθώς και αυτό του Χρήστου Αγγελάκου «Το δάσος των παιδιών»,
με κύριο γνώρισμά του τις πολλαπλές αφηγηματικές προσεγγίσεις του
θέματός του και την ανάδειξη του ατομικού βιώματος σε συλλογική θεώρηση.
Εισηγητής του σκεπτικού : Ανδρέας Μήτσου
ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Θανάση Βαλτινό για το σύνολο του έργου του. ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Συμπάρδη για το έργο του με τίτλο «Υπόσχεση γάμου», εκδόσεις Μεταίχμιο. ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ - ΝΟΥΒΕΛΑΣ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Γιάννη Ευσταθιάδη
για το έργο του με τίτλο «Άνθρωποι από λέξεις : Διηγήματα μεγάλου
μήκους», εκδόσεις Μελάνι και στην Έρση Σωτηροπούλου για το έργο της με
τίτλο «Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα», εκδόσεις Πατάκη. ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα στην Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ για το έργο της με τίτλο «Η ανορεξία της ύπαρξης», εκδόσεις Καστανιώτη. ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ - ΚΡΙΤΙΚΗΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Αντώνη Λιάκο για το έργο του με τίτλο «Αποκάλυψη, ουτοπία και ιστορία : Οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης», εκδόσεις Πόλις. ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ – ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Αλέξανδρο Μασσαβέτα για το έργο του με τίτλο «Κωνσταντινούπολη : Η πόλη των απόντων», εκδόσεις Πατάκη. ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Θωμά Ιωάννου
για το έργο του με τίτλο «Ιπποκράτους 15», εκδόσεις Σαιξπηρικόν και
στον Θωμά Τσαλαπάτη για το έργο του με τίτλο «Το ξημέρωμα είναι σφαγή
κύριε Κρακ», εκδόσεις Εκάτη.
Παγκόσμια μέρα κατά της παιδικής κακοποίησης σήμερα.
Πόσο σημαντικό είναι αυτό; Πόσο σημαντικό είναι να μην πονάμε (ψυχικά ή
σωματικά) τα παιδιά; Όσο σημαντικό είναι οτιδήποτε μας πονάει αυτή τη
στιγμή για ολόκληρο τον πλανήτη. Της Κρυσταλίας Πατούλη
Η εξάλειψη της παιδικής κακοποίησης είναι η σημαντικότερη εγγύηση για έναν ανθρώπινο πλανήτη που δεν θα προκαλεί πόνο στον εαυτό του. Όμως ακόμα και πρόσφατες έρευνες, όπως π.χ. από τη χώρα μας, καταδεικνύουν πως ένα στα δύο παιδιά κακοποιείται. Σε ένα παιδί που ακόμα διαμορφώνεται η ψυχική
του δομή, κάθε τι κακοποιητικό που βιώνει και δεν μπορεί να το
διαχειριστεί, συνήθως, είτε το απωθεί κλειδώνοντάς το στο νευρικό του
σύστημα, είτε το ενδοβάλλει, επίσης ασυνείδητα, δηλαδή, το…
οικειοποιείται, επαναλαμβάνοντάς το. Τι σημαίνει «δεν μπορεί να το διαχειριστεί»; Σημαίνει, συνήθως, πως το συγκεκριμένο κακοποιητικό βίωμα αποτελεί γι’ αυτό το μικρό παιδί, ψυχικό τραύμα. Τι σημαίνει ψυχικό τραύμα; Σημαίνει
ένα είδος σοκ, που τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου διαχωρίζονται,
παύουν να συνεργάζονται, διότι δεν δύνανται να διαχειριστούν μαζί το
τραυματικό γεγονός. Τα συναισθήματα είναι πρωτόγνωρα (συνήθως απειλητικά), πολύ έντονα, και ένα παιδί δεν έχει την δυνατότητα να αναμετρηθεί μαζί τους βάζοντας τη λογική του να τα επεξεργαστεί. Συμβαίνει, λοιπόν, ένα είδος αυτόματης λοβοτομής, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να ζει, χωρίς να… τρελαθεί. Δεν χρειάζονται πολλές κακοποιήσειςγια να τραυματιστεί ψυχικά ένα παιδί. Και μία εμπειρία κακοποίησης, αρκεί, για να εισχωρήσει στην… ομάδα των επιζώντων της βίας. Τί σημαίνει «ομάδα» επιζώντων της βίας; Σημαίνει μια εντελώς ανομοιογενή ομάδα που συνθέτεται από όλους εκείνους που έχουν υποστεί ένα έστω τραυματικό γεγονός, π.χ. από:
Πόλεμο
Αιχμαλωσία
Βασανισμό
Φυλάκιση
Βιασμό
Οποιαδήποτε μορφή βίας (ψυχική ή σωματική)
Φυσικές καταστροφές
Οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης (ψυχική ή σωματική) – Άλλωστε, ο λόγος, η αιτία της, ελάχιστα παίζουν ρόλο.
Και γιατί ο λόγος, ή η αιτία της, παίζουν ελάχιστα ρόλο; Διότι: Συμπτώματα της διαταραχής μετατραυματικού στρες, εκδηλώνονται σε όλους τους επιζώντες, οποιασδήποτε μορφής βίας! Ακόμα, όμως, και ένα περιβάλλον που λείπει η αγάπη και η φροντίδα, μπορεί να λειτουργήσει τραυματικά, όπως εάν είχε υποστεί ένα παιδί οποιασδήποτε μορφής ψυχοσωματική κακοποίηση. Δυστυχώς, οι γονείς ανά τον κόσμο, έχουν συνήθως άγνοια για όλα αυτά, όταν αποφασίζουν να γεννήσουν ένα παιδί και να το μεγαλώσουν. Κανείς δεν τους ενημέρωσε. Κυρίως, όμως, έχουν συνήθως άγνοια για τα δικά τους παιδικά ψυχικά τραύματα, γι' αυτό και δεν τα διαχειρίστηκαν. Το πιο πιθανό, λοιπόν, είναι ότι κινδυνεύουν να τα επαναλάβουν με ανάλογο τρόπο στα παιδιά τους. "Άλλωστε, συχνά οι ενήλικες, καθώς και τα παιδιά,
νιώθουν την ανάγκη να αναπαραστήσουν ασυνείδητα τη στιγμή του όποιου
τρόμου έχουν βιώσει, με την ψευδαίσθηση ότι θα μεταβάλουν την κατάληξη
της τραυματικής συνάντησης, με αποτέλεσμα ό,τι φοβούνται να κινδυνεύουν
να το προκαλέσουν"! Η επανάληψη της κακοποίησης που έχει υποστεί κάποιος,
είτε σε άλλους (συμπεριλαμβανομένων των παιδιών), είτε στον ίδιο του
τον εαυτό, υπάρχει ελπίδα να σταματήσει κάποτε, εάν ο ίδιος στην ενήλικη
ζωή του επανεπεξεργαστεί
(και με τα δύο του ημισφαίρια, δηλαδή, και με τη λογική και με τα
συναισθήματά του) τα δικά του τραύματα, βρίσκοντας έναν -τουλάχιστον-
γνώστη/αρωγό που θα τα κατανοήσει. Διότι εάν κάποιος δεν τα επανέλαβε, αυτό συνέβη,
διότι στη ζωή του το πιθανότερο είναι πως υπήρχε ένας ανάλογος γνώστης
–αρωγός που κατανόησε την κακοποίηση που υπέστη ως παιδί. Τόσο σημαντική είναι η συμπαράσταση της κοινωνίας
δίπλα σε ένα παιδί που κακοποιείται. Ακόμα και μόνο η κατανόηση για ότι
άδικα βιώνει, μπορεί να είναι αρκετό, για να μην επαναλάβει ότι
εισέπραξε.
Εάν ο κόσμος ακόμα και στον 21ο αιώνα,
πλήττεται από πολέμους, κοινωνικές αδικίες, βία και φασισμό, η
βασικότερη αιτία είναι η παιδική ηλικία των κατοίκων του, που σε
συντριπτική πλειοψηφία έχουν κακοποιηθεί, χωρίς κανείς να τους έχει
υπερασπιστεί ή κατανοήσει από το οικογενειακό ή κοινωνικό τους
περιβάλλον και χωρίς στην ενήλικη ζωή τους, αυτοί οι ίδιοι, να έχουν
επανεπεξεργαστεί τον... καθρέφτη τους.
Είναι, λοιπόν, προφανές, για ποιόν λόγο, κυβερνούν
τις χώρες αυτής της γης, ψυχικά τραυματισμένοι ενήλικες, που ποτέ δεν
άντεξαν να διαχειριστούν τα τραύματά τους, που τα κατάπιαν και να
επαναλαμβάνουν ες αεί, γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, συνεχίζοντας τους
πολέμους, την οικονομική, πολιτική, κοινωνική, ρατσιστική και κάθε
είδους βία, από την ελάχιστη έως την πιο φρικιαστική και αποτρόπαια. "Όταν
κάποτε η άγνοια που προέκυψε από την απώθηση της παιδικής ηλικίας
εξαλειφθεί και η ανθρωπότητα ξυπνήσει από το λήθαργό της, θα μπορέσει να
αναστείλει αυτή την παραγωγή του κακού..." Άλις Μίλερ
Αν
υπάρχει, λοιπόν, έστω και μία ελπίδα να αλλάξει αυτός ο κόσμος...
Κεμάλ, αυτή βρίσκεται πρώτα και κύρια, στο πώς μεγαλώνουν τα παιδιά του…
"Oι δικτάτορες είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία και σε ψυχαναγκαστική επανάληψη. Και πάντα νέα θύματα θα πληρώνουν το τίμημα. Και ο Χίτλερ με τη συμπεριφορά του αποκάλυψε
σε όλον τον κόσμο πώς ήταν ο πατέρας του: καταστροφικός, ανελέητος,
επιδειξιμανής, αδιάκριτος, αλαζονικός, διεστραμμένος, εγωκεντρικός,
κοντόφθαλμος και ανόητος. Με την ασυνείδητη μίμησή του τού έμεινε πιστός.
Για τον ίδιο λόγο παρόμοια συμπεριφορά επέδειξαν επίσης δικτάτορες όπως
ο Στάλιν, ο Μουσολίνι, ο Τσαουσέσκου, ο Ιντί Αμίν, ο Σαντάμ Χουσείν και
τόσοι άλλοι. Η βιογραφία του Χουσείν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας ταπείνωσης παιδιού, την οποία αργότερα πλήρωσαν με τη ζωή τους χιλιάδες θύματα της εκδικητικότητάς του. Η άρνηση να μάθουμε από αυτά τα γεγονότα φαντάζει παράδοξη, ωστόσο δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Ο αδίστακτος τύραννος κινητοποιεί τους συγκαλυμμένους
φόβους των ανθρώπων που κακοποιούνται όταν ήταν παιδιά, ανθρώπων που
δεν μπόρεσαν -και εξακολουθούν να μην μπορούν- να κατηγορήσουν τον
πατέρα τους και οι οποίοι παραμένουν πιστοί σε αυτόν, παρά τα
βασανιστήρια που έχουν υποστεί. Ο τύραννος συμβολίζει αυτόν τον πατέρα από τον οποίο
τα άτομα κρέμονται με κάθε τους κλωστή, με την ελπίδα ότι κάποτε,
επιστρατεύοντας την τυφλότητά τους, θα τον μετατρέψουν σε στοργικό
άνθρωπο". (Άλις Μίλερ, Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ, Εκδ. Ροές)
Συνοψίζοντας:
Κάποιοι έως και βαριά ψυχικά ασθενείς, δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν τον θάνατο, τον πόνο και την οργή που έχουν μέσα τους, γι αυτό τα προκαλούν στους άλλους. Το πιο πιθανόν είναι, ότι κάποιος (-οι) τους τα προκάλεσε
ατιμώρητος (σε μια ηλικία που ακόμα χτιζόταν η ψυχική τους δομή), και
προφανώς, συγχρόνως, η κοινωνία γύρω τους έμεινε απαθής.
Αντιδρώντας στη φρίκη που εισέπραξαν οι ίδιοι, την ενδόβαλλαν, την κατάπιαν, έγιναν οι ίδιοι φρίκη για να την αντέξουν, γι' αυτό και επαναλαμβάνουν ότι τους αρρώστησε... Η άρρωστη κοινωνία, βγάζει άρρωστους ανθρώπους. Κι ότι προκάλεσε την αρρώστεια τους -χωρίς να επέμβει καμία δικαιοσύνη- το επαναλαμβάνουν στους άλλους ή και στον εαυτό τους. Γι αυτό ζουν -συνειδητά ή ασυνείδητα: Για να βλέπουν να πονάνε οι άλλοι από τον πόνο που προκάλεσαν. Για να καθρεφτίζονται σε... φωτογραφίες πόνου, που είναι οι ίδιοι, μέσα τους. Αν συνεχίσει η κοινωνία να απαξιεί για την... παιδική ψυχή της,θα συνεχίσει να βλέπει το πρόσωπo αυτής της απαξίωσής μπροστά της.
Αν, όμως, η κοινωνία, Κεμάλ, μπορέσει να σταματήσει κάποτε την παιδική κακοποίηση, υπάρχει μια ελπίδα να αλλάξει.-
Εισ' άντρας ρε;
Σούρουπο τώρα, σχολνάει να πούμε ο Ήλιος και σφουράει ο Ουρανός
''σκάντζα βάρδια'' να ρθει το Φεγγάρι με την παρέα του να πιάσουνε τα
πόστα. Κι απ' τις πιάσουνε τα πόστα, να σηκώνει ο πάσα εις την γκλάβα
του στον Ουρανό και να ρωτά τον απατό του ''για δείτενε ρε... τι 'ναι
τούτα τα όμορφα και ποιος ήσπασε την κεφαλή του να κάτσει να τα
κάμει...;'' κι άλλα τέτοια που μόνο παπάδ
ες
μποράνε να ξηγήσουνε κι άλλος κανείς. Κι όχι δηλαδής πως έχω τίποτα με
'πιστημόνους και φιλοσόφους, όχι, αλλά μωρ' αδερφά μου τους ρωτάς για τη
φτιάξη του Κόσμου και του Συμπάντου, και σου κάνουνε την κεφάλα καζάνι
για να καταλήξουνε πως ούτε εκείνοι ξέρουνε... Ο παπάς πως, ότι τον
ερωτήσεις λέει''ο Θεός''. Λέει ο Θεός και καθαρίσατε, κι αυτός που στο
'πε, κι εσύ που γλίτωσες τη σκοτούρα περί σκέψη φιλοσοφική και
βαρυστόμαχη, και τ' αφεντικό σου που δουλεύεις μεροκάματο και δε ρίγνεις
τη δουλειά ένα παρά πίσω, γιατί σ' απασχολάνε αψηλά ζητήματα.
Κι είναι τούτη η ώρα που κάθεται ο Λαφιάτης ο Θόδωρας, με το Μαδέρη το
Νικολή, σε ταβερνάκι Σιδερούντα μεριά, 'κει κάτου στο Μετόχι. Ταβερνάκι
με τα σέα του, και με βάρκες να σείονται στο βουβό το κύμα, και με πεύκα
να βλέπεις να φτάνουνε μέχρι το γιαλό και να πίνουνε αρμύρα... Τέτοια
που να σταματούνε, οι τουρίστες να βγάζουνε ''φώτος'', και να λε' ο ένας
τ' αλλονού, ''μπηούτιφουλ'' και ''αμέηζινγκ''. Είναι βλέπεις κι από την
κόστα της Χίου που βλέπει Εύβοια, κι άμα πέφτει ο Ήλιος γεμίζει γύρου
χρώματα. Έχει και μιαν αφεντικιά τούτο το ταβερνάκι. Τη Μίνα, του Μάρκου
του Ρουθούνα. Πάντα με το χαμόγελο, και μέχρι που να ξηγηθεί και
κερασμένα άπαντα, κι ας μην έχει κάνει σεφτέ την τρέχουσαν ημέρα.
Ο Λαφιάτης, τώρα, της μαύρης χλίψης έχει πέσει στο βαρύ στεναγμικό
λόγω νερά από πρόσωπο. Ο Μαδέρης τώρα αδερφός του ήτουνε, και δε μπόρα'ε
να τον εβλέπει να 'ναι επιτάφιος. - Τι θα γένει ρε Λαφιάτη; Από το στεναγμικό ρε, θαρρώ πως είμαι Ινδικό και με πιάσανε μουσώνια. - 'Ναθεμά το, την ήδιωξα και πολύ μου κόστισε... - Καλά ρε είσαι μάπας; Δε σου 'κανε ρε τα συκώτια σου τούμπανο;
Στην κουβέντα πάνου να κι ο Τραμουντάνας, μ' ένα κουβά της μπογιάς
γεμάτο κατσιμάμουνα και μια καλαμένια πανέρα παραγάδι, από τις παλιές
που δύσκολα τις βρίσκεις σήμερον. Τούτος 'δω ο Τραμουντάνας,
Αντρέα τον εβάφτισε ο παπάς μ' άμα και δεν τον επείς Τραμουντάνα στη
Χίο, δεν τον εβρίσκεις. Καθόσο αδερφέ μου, στη Χίο είναι πολύ της μόδας
το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, κι άμα και δεν έχεις μισός Χιώτης λογάσαι.
Έτσι που στα κηδειόχαρτα καμιά βολά να μπαίνει πρώτα το καλλιτεχνικό και
μετά επώνυμο ληξιαρχείου. Τούτος 'δω που λέτε ο Τραμουντάνας, ήτουνε
δακτυλοδεικτούμενος στο χωριό. Γύρω στα εβδομήντα του ήτουνε, αλλά
ήτουνε τέτοια η περπατησά του, τέτοιο το γέλιο του που τον εκαμάρωνες.
Άλλοι στην ηλικία του, για καμπουριάσανε, για κρεμάσανε κοιλιές, για δε
γελούνε μήτε με χασίσι, λες αδερφέ μου κι έχουνε πολλά χρόνια μπρος
τους, και κρατούνε χαρές ρεζέρβα μη μπα και ξεμείνουνε. Ο Τραμουντάνας
δεν ήτουνε έτσι, ποτές του δεν ήτουνε. Μάλιστα τότες που 'χενε χάσει το
γιο του στο ναυάγιο, όλοι περιμένανε να μαραζώσει και να γένει σαν και
'κείνους. Ο Τραμουντάνας τώρα, στεναχωρέθηκε, έκλαψε, αλλά, όχι, σαν και
'κείνους δεν το 'χε σκοπό να γένει και δεν έγενε. Στα 'ξάμηνα απάνου
του ναυαγίου είχε συνεφέρει και περπάτιενε ξανά στητό καντρόνι.
Στητό καντρόνι ναι, να ξέρεις όμως λίγοι αθρώποι χαίρουνται άμα και σε
δούνε παλικάρι και λεβέντη, οι πιότεροι σε θένε κακομοίρη και της
μεγάλης λύπησης, έτσι που να λέει ο ένας τ' αλλονού ''ε, ο καμένος'', να
σε λυπούνται σφόδρα, και πολύ να χαίρουνται που δεν είναι στη θέση τη
δικιά σου. Θυμούμαι τότες, επή'ε να τον πειράξει η Μέρπα του Κασίδα, από
τους ''πιότερους'' που λέγαμε, κι ήμουνα μπροστά, τον τράκαρε στητό στη
στράτα και καθόλου δεν της ήρτενε, και ξέρεις τώρα άμα θένε οι γυναίκες
να σε φαρμακώσουνε, ε;... - Ε Τραμουντάνα! Για γαμπρός πας; Εσύ ξανάνιωσες...
- Είδες; Εγώ 'χω 'να κακό μωρέ... ε μπορώ να στεναχωριόμαι, έδευτό το
κακό έχω... ε μπορώ να στεναχωριόμαι. Βλέπω τους άλλους που
στεναχωριόνται και ντρέπουμαι, λέω ''ρε Τραμουντάνα ευτός στεναχωριέται
κι εσύ ε στεναχωριέσαι;''. Στεναχωριόμαι που ε στεναχωριόμαι, μα ήντα να
κάμω που ε μπορώ να στεναχωριόμαι; Πολλά μπερδεμένη της εφάνηκε η
απάντηση του Τραμουντάνα, και καθόλου όρεξη δεν είχε να την εκάνει
κέρματα για να την καταλάβει. Άσε που σα να της μύρισε καμένο απ' την
κουζίνα της... ''Μμμμ...'', έκανε μορφασμό δυσαρέσκεια και χάθηκε.
Γύρνα, με βλέπει που τους κοίταγα, μου κάνει νόημα σαν και καλά, ''την
είδες;'' ''Την είδα.'' γνέφω. Τούτος ήτουνε ο Τραμουντάνας, που τον
ελέανε κι Αντρέα. Παράγγειλε καφέ. - Ε Μίνα, ώρα καλή! Α τον εψήσεις; - Απάνω τον ήβαλα με το που σε 'δα, Αντρίκο. - Έχε την ευκή μου. Άναψε σερέτικα μ' ένα σπίρτο το τσιγάρο του, πήρε και την πανέρα κι έκατσε και δόλωνε παραγάδι.
- Ναι ρε Μαδέρη, μου τα 'κανε τούμπανο και καλώς τη σούταρα αλλά, τώρα
ήντα να κάμω... τώρα ήντα κάμω, που θυμούμαι μόνο τα καλά και ξεχνώ τα
άσκημα... Καθόσον έτσι κάνει πας ανήρ με τις γεναίκες, όσο τις έχεις
ένα καλό δεν τος εβρίσκεις, κι άμα και χωρίσεις ένα κακό δεν τος
θυμάσαι. - Ρε θα με σκάσεις; εξέχασες;! Και σκύβει προς το Λαφιάτη.
Άντε μη σ' αρχίσω τώρα κι ακούει κι ο Τραμουντάνας και θα σε κάμω
ρεζίλι. Τι άντρας είσαι ρε; Επιτρέπεται ρε να μου 'ρχεσαι στο σπίτι,
μέρα παρά μέρα, κλαμένος σα δωδεκάχρονος πιτσιρής και τώρα που 'καμες
απόφαση να της πεις ''μόλα'', να μου λες το μετάνιωσα; Τι θες δηλαδής,
να πα' να ξανατραβήξεις μια απ' τα ίδια; - Ξέρω 'γω... έκαμε
τρίβοντας αμήχανα την κούτρα του ο Λαφιάτης, που σαν κάτι να θυμήθηκε
από τα χούγια της δεσποινίδος. Και δωσ' του εξάτμιση στο κάργα με βλέμμα
από Ξανθόπουλο... - Για κοίτα ρε ένα άντρα... να στενάζει σαν τη Γενοβέφα... χαθήκανε ρε οι γκόμενες και μένουμε απ' τη ράτσα;
Ο Τραμουντάνας τώρα έχει στήσει αυτί, έχει σηκώσει φρύδι, και το
μυαλό του τρέχει σε κάτι θύμισες δικές του παλιές, περί γεναίκες. Ε, όσο
να 'ναι πιο μικρός τα 'ζησε, τα σιχάθηκε. Λόγω που ήτουνε κι
ομορφάντρας στα νιάτα του, είχε τράβαλα πολλά κι ήξερε. - Τι να κάμω δεν ηξέρω... τι να κάμω δεν ηξέρω... μουρμούριζε φαρμακωμένος ο Λαφιάτης.
- Εν έχεις ρε εγωισμό, να πεις, όχι ρε δεν της εκάμνω το χατήρι, θα
βγάλω την καρδιά μου να την επατώ καταής κι οπίσω δεν ξαναγυρνώ. Για δε
ρε 'ναν άντρα... Τα μάτια του Τραμουντάνα άστραψανε, σηκώνεται απάνω και λέει του Λαφιάτη. - Είσαι άντρας ρε μικρέ; - Εεεε.... κάτι πή'ε να ψελλίσει ο Λαφιάτης, το 'κοψε... - Λέγε ρε είσαι άντρας; - Τι εννοείς;
- Τι εννοώ; Εννοώ πως πας άντρας, άντρας είναι, άπαξ και κάνει το κέφι
του. Να τι εννοώ. Και πως άμα κέφι σου είναι να πας να την έβρεις,
τρέχα τώρα και μη χάνεις λεπτό, κι άμα κέφι σου είναι να τη διώξεις,
διώξ' τη και καμάρωνε. Άμα πιάσεις και χαλάς την καρδιά σου περί
αντριλίκι και περι μου 'χε καμωμένα κι εγώ 'μαι άντρας και δεν ξεχνώ,
βρασ' τα. Ο άντρας άπαξ και δεν κάνει το κέφι του, άντρας δεν είναι, κι
άσε τι λένε οι σκληροί με τα μουστάκια. - Εεεε... κάτι πή'ε να ξαναπεί ο Λαφιάτης, το ξανά 'κοψε.
- Τι εεεε;! Ο άντρας πλερώνει και κάνει το γούστο του, σ' άλλονε
κοστίζει λεφτά του, σ' άλλονε την 'λευθερία του, σ' άλλονε ένα σπασμένο
κομματάκι της καρδιάς του. Και να με συμπαθάς Μαδέρη... με το να βγάλω
την καρδιά μου να την επατώ, σκληρός δε γένομαι, κορόιδο γένομαι μιας
και τη δική μου την καρδιά πατώ κι όχι ξένη. Το λοιπό μικρέ, άμα κι
είσαι άντρας, κάτσε και ρώτα την καρδιά σου, τι γυρεύει, κι ότι σου πει
να κάμεις. Κι άντρας είναι όποιος, ότι τραβάει η ψυχάρα του το 'χει κι
όχι όποιος κάθεται και καταπίνει 'πωθημένα και έχει το βλέμμα του
καλόγερου μπροστά στο κοκορέτσι... Τα 'πε ο Αντρίκος και πέταξε κάτου το
τσιγάρο του, έτσι που γέμισε ο κόσμος κάφτρες και καθόσον και δε σήκωνε
αντίδρα, γύρισε πλάτη κι έκατσε στο σκαμνί να ασχοληθεί με
κατσιμάμουνα. Είχε χαλάσει πολύ σάλιο περί σχέσεις και έρωτος και ήτουνε
μεγάλος πια για τέτοια βαρυστόμαχα. - Ρε λες να 'χει δίκιο ο μπάρμπα Τραμουντάνας...; γύρισε στο Μαδέρη, ο Λαφιάτης. - Εσύ φιρί φιρί το πας να φας το κεφάλι σου. Δεν ξανασκώ για πάρτη σου. Καλά ξεμπερδέματα.
Και καλά ξεμπερδέματα δεν είχε ο Λαφιάτης ο Θόδωρας, και το κεφάλι
το 'φαγε ο Λαφιάτης ο Θόδωρας. Καθόσον; Σμίξανε δέκα φεγγάρια ωραία,
και μετά μια απ' τα ίδια. Ώσπου χωρίσανε άνευ αναστολής, και πάει
καθένας τη στράτα του. Το φιλοσόφησε, και να τι λέει. - Τι θαρρείς
πως γένεται κερά μου, σαν σου δώκω καντάρια πέντε σημασία; Να σου πω εγώ
τι γένεται. Της δικής μου της καρδιάς το κέφι γένεται... Ε, πως!
Δεν είναι μικρό πράμα αδερφάκι μου ν' ανοίγεις την καρδιά σου, να
στέκεις, να την καμαρώνεις και να λες, '' Πωπω! Για δε' ρε μια Καρδιά
μεγάλη που 'χω! Και δε της φαινότανε!'' Κι άπαξ και πέφτουνε τα θηλυκά απάνου και τη διαγουμίζουνε, να καμαρώνεις και να γελάς και να λες κυμπάρικα... ''Χα ρε! Μεγάλη καρδιάν έχω ρε, και πάρτε, και κόψτε, και να 'χετε, να πορεύεστε...''
Όλο και περισσότεροι οραματιζόμαστε και αγωνιζόμαστε για ένα καλύτερο
αύριο, για έναν καλύτερο κόσμο, ακόμα και όταν, και ιδιαίτερα όταν, κάποιοι
κάνουν ότι μπορούν να μας γυρίσουν στο γκρίζο Χθες και στο μαύρο Μεσαίωνα για
να διασφαλίσουν τα ατομικά και ταξικά τους συμφέροντα σε βάρος μας και σε βάρος
ολόκληρης της εργαζόμενης Ανθρωπότητας. Γι' αυτό είναι αναγκαίο να
ξεκαθαρίσουμε αν το βέλος της πορείας της ανθρωπότητας δείχνει προς το Αύριο ή
όπως κάποιοι θα ήθελαν προς το Χθες, προκειμένου να προσανατολιστούμε ή και να αναπροσανατολιστούμε,
αλλά και να συγχρονιστούμε με το βηματισμό της ιστορίας .
Επειδή το Αύριο, Μεθαύριο θα είναι Χθες, αποδείχνεται
πως η μόνη αμετάβλητη σταθερά είναι το Παρελθόν και η μόνη μεταβλητή είναι το
Μέλλον. Και επειδή το Μέλλον δεν είναι παρά η συνέχεια του παρόντος, του
Σήμερα, γι’ αυτό η σκέψη και η δράση μας σήμερα, για να είναι ορθολογικά
αποτελεσματικές, θα πρέπει να γίνονται με όρους συνείδησης της μη
αντιστρεψιμότητας και αλλαγής του παρελθόντος και συνεπώς με όρους Μέλλοντος,
ενός Μέλλοντος ανοιχτού και υποκείμενου στην καταστροφική ή στη δημιουργική
δράση, ακόμα και στην αδράνεια ή την ‘ουδετερότητα’ του καθενός μας ξεχωριστά
και του ανθρώπινου γένους συνολικά.
Αυτό το ζήτημα είναι επιλογή αυτού του βιβλίου, να
προσεγγίσουμε την άθλια καθημερινότητά μας, την καπιταλιστική βαρβαρότητα που
απειλεί την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό της, να προσεγγίσουμε δηλαδή το
Σήμερα με όρους Μέλλοντος, ξεκινώντας όμως από την αρχή, όπως αυτή από τις
επιστήμες και την ιστοριογραφία ορίζεται. Και είναι βέβαιο, πως για να είναι
επιστημονικά, δηλαδή θεωρητικά και πρακτικά αποδεκτή η προσέγγιση αυτής της
προοδευτικής πορείας της ανθρωπότητας, από την άγρια αθωότητα ή την αθώα
αγριότητα προς ένα καλύτερο κόσμο, τότε αυτή η εμπειρία του παρελθόντος θα
πρέπει να είναι, έστω μερικά, αλλά σταθερά και προοδευτικά βελτιούμενη,
επαληθεύσιμη ή μη-διαψεύσιμη, όπως αυτό το παρελθόν διαμορφώθηκε, αλλά και ως
ιστορία περισώθηκε και αποτυπώθηκε.
Πεποίθησή
μου και κεντρική ιδέα αυτού του βιβλίου είναι πως η ανθρωπότητα πορεύεται από
καταβολής της, μέσα από μια εξελικτική διαδικασία εξανθρωπισμού και στην
αριστοτελική γραμμή του «αεί ανθρωπεύεσθαι», στο φωτεινό μονοπάτι
του Ουμανισμού, όχι βέβαια της φάρσας των ιερατείων και της υποκρισίας της
«φιλάνθρωπης» μπουρζουαζίας, αλλά του Ουμανισμού των αγώνων και των οραμάτων
των δημιουργικών δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού για
ένα καλύτερο κόσμο. Και επειδή όλοι, οι κάθε λογής και κοπής σκοταδιστές και
φωτοσβέστες προσπαθούν να βγάλουν την ανθρωπότητα από αυτή την πορεία και
αρνούνται την ιστορική ύπαρξη και πορεία της ουμανιστικής ιδέας, γι’ αυτό
προσπάθησα να αναδείξω τους βασικότερους σταθμούς αυτής της πορείας, όπως οι
διάφορες πηγές και η ιστοριογραφία μας τους παρουσιάζουν, ως διαχρονικές οδύνες
της ανθρώπινης ιστορίας.
Αυτό
το θέμα θα συζητήσουμε, με αφορμή την παρουσίαση αυτού του βιβλίου από τους Μανώλη
Γλέζο, Περικλή Κοροβέση, Γίωργο Οικονόμου, Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο και Δημοσθένη
Γεωργόπουλο.
Θα
χαρούμε να τιμήσετε με την παρουσία σας και με την άποψή σας αυτό το διάλογο.
Creative Writing: How to Speak to Each Other - literary trends,
experimentations and conversations: «Δημιουργική Γραφή: Διαπολιτισμικές
προσεγγίσεις» Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου , στις 18:30 Βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ, Πλατεία Αριστοτέλους 7, Θεσσαλονίκη Ανοιχτή συζήτηση με τους Fiona Sampson (ποιήτρια), Adam Baron (συγγραφέα), Θεόδωρο Γρηγοριάδη (συγγραφέα) και Don Schofield (ποιητή, συγγραφέα και μεταφραστή) Συντονισμός συζήτησης: Suzanne Joinson, Σύμβουλος Λογοτεχνίας, Βρετανικό Συμβούλιο Λονδίνου.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στα αγγλικά και τα ελληνικά με διαδοχική μετάφραση.
Στη δευτέρα δημοτικού, επί χούντας, η δασκάλα μας έβαλε μια έκθεση να
γράψουμε για τις “γυμναστικές επιδείξεις φέτος στο σχολείο μας”.
Έγραψα, λοιπόν: “Η δασκάλα μας είναι ψεύτρα. Φέτος δεν πρόκειται να γίνουν γυμναστικές επιδείξεις. Διότι,
στην αυλή έχει έρθει μια μπουλντόζα, έχει ανοίξει μια μεγάλη τρύπα, και το σχολείο μας έχει γίνει σαν πατσαβούρα!”.
Ακολούθησε πανικός. Πρώτη φορά και τελευταία, ήταν αυτή, που φώναξαν τη
μαμά μου στο σχολείο. Της έκαναν σφοδρές παρατηρήσεις. Από τότε δεν
ξανάγραψα αλήθεια στις εκθέσεις μου. Εμπέδωσα, ότι η αλήθεια δεν είναι
επιθυμητή στη δασκάλα μου, και είπα να της κάνω τη χάρη (αν και τη χάρη
την έκανα πιο πολύ για να μην ξαναταραχτεί η μαμά μου).
To αποτέλεσμα ήταν εκθέσεις μυθοπλασίας με σποραδικά πραγματικά στοιχεία, σε
όλη τη διάρκεια του σχολείου… (Παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν πέρασε από το
μυαλό εκείνης της έρμης δασκάλας, ότι αυτό το παιδί ίσως κάποτε
ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, αφού ουσιαστικά, σε αυτή την έκθεση
κατέγραφε την είδηση…)
Μετά τα χρόνια πέρασαν, και κατάλαβα ότι όχι μόνο στη δασκάλα, αλλά και
σε πολλούς άλλους δεν ήταν επιθυμητή η αλήθεια, επίσης, μέχρι που έφτασα
στο Γυμνάσιο και άρχισα σιγά σιγά τον λεκτοπόλεμο… με πρώτη εισπράκτορα
τη νεοδημοκράτισα φιλόλογo που έλεγε ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν
φτωχοί…
Η αλήθεια είναι μαλώτρα.
Το γνωρίζω όπως ήδη είπα, από πολύ μικρή.
Αλλά είναι η επιλογή μου. Είναι η ενήλικη ζωή μου. Και η ελευθερία μου.
Ποτέ δεν έκλεισα τα μάτια σε αυτήν, ούτε τα αυτιά, ούτε το στόμα.
Στη ζωή ήρθαμε για έναν και κύριο λόγο: να ζήσουμε την αλήθεια της.
Σε όποιον, λοιπόν, δεν αρέσει, καλύτερα να μένει μακριά μου.
Δεν κάνω άλλες χάρες πια… και κυρίως δεν ασχολούμε με… truth-photoshop.
(φωτογραφία: Β' Δημοτικού, 1971, 9ο Δημοτικό Σχολείο Καλλιθέας - καθισμένη οκλαδόν με
σταυρωμένα τα χέρια... η τέταρτη
από αριστερά, δίπλα στο ξανθό κοριτσάκι)
Φέτος, προστίθεται μία νέα δυνατότητα συνεργασίας - συμμετοχής του σεμιναρίου "Αφήγηση ζωής" στις "Αληθινές Ιστορίες Μεσογείου", μια διεθνής διοργάνωση, όπου μπορεί οποιοσδήποτε από τους "Ανώνυμους Αφηγητές" να λάβει μέρος με ένα κείμενό του ή ένα διήγημα 5 σελίδων, με θέμα μία αληθινή ιστορία ζωής! της περιοχής της Μεσογείου...
ΣΤΟΧΟΣ βιωματικού σεμιναρίου - εργαστηρίου Δημιουργικής "Αφήγησης ζωής":
«Οι
ιστορίες μας γίνονται τόσο πολύ δικό μας κομμάτι, ώστε και εμείς δεν
τις συνειδητοποιούμε, όπως το ψάρι που ανακαλύπτει το νερό τελευταίο»
έχει πει ο Jerome Bruner (Αφηγηματική θεραπεία).
Στόχος μας σε αυτό το
σεμινάριο είναι να ανακαλύψουμε το… νερό.
Ο εαυτός μας άλλωστε είναι
πιθανώς το εντυπωσιακότερο έργο τέχνης που συνεχώς εξελίσσουμε και
σίγουρα το πιο περίπλοκο, αφού δημιουργούμε όχι μόνο μια ιστορία για τον
εαυτό μας αλλά πολλές!
Σύμφωνα με τον Bruner: «Δεν υπάρχει ένας
εαυτός που απλώς στέκεται εκεί έτοιμος να περιγραφεί με λέξεις, αλλά
πολύ περισσότεροι. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι συνεχώς κατασκευάζουμε
και ανακατασκευάζουμε τον εαυτό μας με βάση το παρελθόν, το παρόν αλλά
και το μέλλον – τις προσδοκίες που έχουν οι άλλοι για μας».
Με τη δύναμη της γραφής και κυρίως της ρεαλιστικής αφήγησης ως δημιουργικό εργαλείο αλλαγών, και στόχο τη φράση: «Να είσαι ο εαυτός σου, αν… τον ξέρεις», το εργαστήριο αυτό, θα μπορούσε να προσυπογράψει εκείνο που είπε ο Σωκράτης: «Ζωή που δεν μπορείς να την αναλύσεις, δεν αξίζει να την ζεις».
Καθώς
οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την
πραγματικότητα, ενώ συγχρόνως οι πραγματικές ιστορίες των ανθρώπων έχουν
ίσως… μεγαλύτερη φαντασία από οποιαδήποτε λογοτεχνική επινόηση, ηρεαλιστική αφήγηση ζωής μπορεί
να είναι απρόβλεπτα αποκαλυπτική ακόμη και στον ίδιο τον αφηγητή της
και κάποιες φορές, εξίσου ενδιαφέρουσα σε ανάγνωση και από ένα
αριστούργημα παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Αυτό το εργαστήρι μέσω της
δημιουργικής αφήγησης ζωής, μπορεί επιλεκτικά να αυξήσει επίσης το
επίπεδο της αυτογνωσίας όλων εκείνων των πιθανά κρυμμένων συγγραφικών
εαυτών (εσωτερικών φωνών κατά Μ. Μπαχτίν) που ο καθένας μπορεί να
ανακαλύψει γράφοντας και έχει τη δύναμη ακόμη και να… αλλάξει το
παρελθόν, μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία του παρόντος. Σε κάθε
κύκλο του εργαστηρίου, σημαντικός στόχος της «δημιουργικής αφήγησης»
εκτός από τις γνώσεις για την δύναμη της γραφής και της προφορικής
αφήγησης, είναι να ανακαλυφθούν για τον συμμετέχοντα όσο περισσότερες
άγνωστες πτυχές του συγγραφικού εαυτού που θα καταφέρουν να αποτελέσουν
την πρόκληση για ένα… μαγικά ρεαλιστικό ταξίδι δημιουργικής γραφής.
Αλλά και τη συγγραφική – αφηγηματική τους δεινότητα.
Τρόπος διεξαγωγής:
Ασκήσεις
γραπτής και προφορικής (απομαγνητοφωνημένης) αφήγησης: Ανακαλύπτοντας
το πρόσωπο του συγγραφικού-αφηγηματικού μας εαυτού - ύφος, χαρακτήρας,
στόχοι, στυλ γραφής, επίπεδο επίγνωσης.
«Ανάγνωση»
ρεαλιστικών αφηγήσεων – αυτοβιογραφιών σε όλες τις μορφές τέχνης
(φωτογραφία, κινηματογράφος, θέατρο, λογοτεχνία, στιχουργική, ζωγραφική
κλπ)
Βιωματικές αυτοβιογραφικές ασκήσεις με στόχο την αύξηση της
αυτογνωσίας και της δημιουργικότητας αλλάζοντας συνεχώς πλαίσια και
οπτικές γωνίες αφήγησης.
Αναγνώριση των πολλών «φωνών» (βλ. Μ. Μπαχτίν) που συνυπάρχουν σε ένα γραπτό κείμενο, μέσα από συγκεκριμένες ασκήσεις.
Βιωματικές
ασκήσεις αυτογνωσίας αναλόγως των ενδιαφερόντων που αναδύονται από τις
αυτοβιογραφικές ασκήσεις των συμμετεχόντων για τα οποία δίνονται
επιπλέον και σημειώσεις θεωρίας ψυχολογίας, κοινωνιολογίας και
ανθρωπολογίας.
Βιβλιογραφία αυτοβιογραφιών αλλά και θεμάτων
θεωρίας σε σχέση με τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που επίσης αναδύονται
από τις βιωματικές αυτοβιογραφικές ασκήσεις.
Στα πλαίσια του σεμιναρίου διοργανώνονται λογοτεχνικές αλλά και άλλες συναντήσεις "Αφηγήσεις Έργου - Ζωής" με γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών
και παρακολουθούνται προαιρετικά θεατρικές παραστάσεις,
κινηματογραφικές ταινίες, αλλά και άλλα πολιτιστικά δρώμενα που άπτονται
στο θέμα του σεμιναρίου (αφηγήσεις ζωής) όπως και επισκέψεις σε προσωπικότητες που άφησαν το στίγμα τους μέσα από το αυτοβιογραφικό τους έργο.
Επίσης, όλοι οι συμμετέχοντες “Ανώνυμοι Αφηγητές”
διαχειρίζονται από κοινού τον δικό τους κοινό ιστότοπο, δημοσιεύοντας
κείμενα, ή άρθρα και θέματα που τους ενδιαφέρουν, και μοιράζονται πολλές
άλλες δραστηριότητες. Τέλος, ξεκίνησε και η Λέσχη Ανάγνωσης των “Ανώνυμων Αφηγητών” κάθε τελευταίο Σάββατο του μήνα, 7-9μμ, με ελεύθερη είσοδο για όποιον επιθυμεί να συμμετέχει.
info: Για το Πρόγραμμα του Σεμιναρίου στο Μικρό Πολυτεχνείο: Διάρκεια: 4 μήνες, 16 συναντήσεις 3ωρες Κάθε Κυριακή: 17:30 – 20:30 Έναρξη: Κυριακή 7/12/2012 Παρουσίαση - συνάντηση για όσους θέλουν να μάθουν περισσότερα στις 3/12/12, ώρα 21:00 (Πλατεία Ασωμάτων 7, Θησείο, 1ος όροφος)