“Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρεις την αλήθεια. Αλλά όχι εκεί που ψάχνεις. Συσκευασμένη αλήθεια δεν υπάρχει στις προσφορές του σούπερ μάρκετ της ζωής. Στα πεταμένα ψάξε, στα σκουπίδια. Εκεί ίσως βρεις κάτι. Ό,τι πετιέται δεν είναι σκουπίδι. Συχνά είναι πρώτη ύλη.”Περικλής Κοροβέσης — Μικρό απόσπασμα, σε μορφή πεζού κειμένου,
το οποίο παραθέτω σε μορφή ποιήματος… με δική μου πρωτοβουλία. Για μένα
από τα ωραιότερα ποιήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Και χαίρομαι που έτυχε να το συλλαβίσω εν πλω, από Πειραιά προς Αίγινα. — Από το βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε:
Σε εποχές ζόφου και
φόβου, σαν και αυτήν που ζούμε τώρα στην Ελλάδα, έχουμε δύο τρόπους
αντίδρασης: ο πρώτος είναι να αφήσουμε το σκοτάδι να μπει στην ψυχή μας
και να τη μαυρίσει· ο άλλος είναι να αξιοποιήσουμε το φως που έχουν
συσσωρεύσει τα φωτοβολταϊκά της καρδιάς μας. Το φως είναι ζωοδότρα δύναμη. Ένα
μικρό λυχναράκι νικάει και το πιο αδιαπέραστο σκοτάδι. Ξαναφτιάχνουμε τη
ζωή μας στο φως και την οργανώνουμε όσο πιο απλά γίνεται σε έναν κόσμο
που είναι περίπλοκος και χωρίς νόημα.Τα μικρά αυτά κειμενάκια που
έχουν συγκεντρωθεί σε αυτό τον τόμο είναι μια προσπάθεια να συγκροτηθεί
ένας τέτοιος μικρόκοσμος όταν με τύλιγε και με απειλούσε το σκοτάδι. Δεν
είχα πρόθεση να τα δημοσιεύσω. Τα θεωρούσα πολύ προσωπικά. Και από μια
σύμπτωση κατάλαβα πως δεν υπάρχει προσωπικός λόγος. Αφού είμαστε όντα με
λόγο, είμαστε μέσα στην κοινωνία. Και η κοινότητα είναι αυτή που σου
δίνει ένα λόγο για να ανακαλύψεις την προσωπικότητά σου, μοναδική και
ανεπανάληπτη, όπως ακριβώς είναι τα δακτυλικά σου αποτυπώματα.
Συνομιλητές υπάρχουν. Αρκεί να μπορείς να μιλήσεις. Και έτσι βγήκε αυτό
το βιβλίο. Π. Κ., Απρίλιος 2013
Ζω, σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια
και η μόνη αλήθεια, ίσως είναι αυτή που σε φέρνει κοντά στις ρωγμές της
ιστορίας σου… που σου επιτρέπει να μην λογοκρίνεις, ούτε να
κοροϊδεύεις, ούτε να παραποιείς την ένταση των συναισθημάτων σου. Αυτή
την «αναμονή του αληθινού» [...] Η ηθική της αναζήτησης. Αυτό δεν είναι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι νεκρός; Αν σταματήσει αυτή η αναζήτηση, έχεις σταματήσει να υπάρχεις. Και το όλο θέμα είναι, να μη γίνουμε μία χώρα, ήδη νεκρών [...] Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο 8 ώρες και 35 λεπτά, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Κρ.Π.:
Σ' αυτό το βιβλίο, αφηγείσαι το ταξίδι του Τζόναθαν, ο οποίος για πρώτη
του φορά θα επισκεφτεί τον τόπο της καταγωγής του, και μέσα στο
αεροπλάνο σκέφτεται τη ζωή του "μια ιστορία δυο τραυματισμένων μέσα του
"πλασμάτων": της οικογένειάς του και της Ελλάδας". Πώς γεννήθηκε αυτή η
ιστορία; Φ.Τσ.: Είναι παράξενο πράγμα οι ιδέες. Μοιάζει να ‘ρχονται κάποια στιγμή, αλλά μπορεί να προετοιμάζονται πολλά χρόνια πριν μέσα στο μυαλό.
Aπ’ όσα βιβλία έχω γράψει, χωρίς να έχει τίποτα το βιογραφικό με τη στενή ημερολογιακή έννοια, είναι ταυτόχρονα το πιο βιογραφικό βιβλίο μου. Aρκεί να δεχτούμε ότι η βιογραφία δεν αφορά μόνο σε ιστορικά τεκμηριωμένα γεγονότα αλλά και σε βιωμένα γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ παρα μόνο στη φαντασία μας.
Πράγματα δηλαδή που έχουμε ζήσει εκτός ημερολογίου… Bιωματικές αλήθειες… γεγονότα που ποτέ δεν συνέβησαν αλλά αξιώνουν το καθεστώς του "πραγματικού". Κρ.Π.:
Ο ήρωας του βιβλίου ξεκινά να πάει στη χώρα των προγόνων του, αλλά
μοιάζει και σαν να… επιστρέφει στην Ελλάδα γι’ αυτούς και μ’ αυτούς…
Σήμερα, παρατηρούμε ότι πολλοί φεύγουν από τη χώρα μας, αλλά οι
περισσότεροι, είτε φεύγουν είτε μένουν, μοιάζει επίσης, σα να κάνουν μία
προσπάθεια «επιστροφής» σ’ αυτό που μπορεί να λέγεται Ελλάδα, στο
παρελθόν, στις ρίζες. Φ.Τσ.: Χιλιάδες
νέα παιδιά, με προσόντα τυπικά και ουσιαστικά, (και η νεότητα είναι από
μόνη της ένα προσόν) τα τελευταία δύο χρόνια, έχουν φύγει από τη χώρα,
εγκατέλειψαν αυτόν τον τόπο. Θα ήθελα να ονειρεύομαι ότι αυτά τα παιδιά δεν φύγανε για να φύγουνε. Κάποτε ίσως θελήσουν να ξαναγυρίσουν. Είναι πολύ οδυνηρό, όχι να φεύγεις, αλλά να μην θες να ξαναγυρίσεις… Και επίσης είναι πολύ οδυνηρό, να νιώθεις ότι σε διώχνει η χώρα. Κρ.Π.: Εγώ νιώθω ότι η χώρα η ίδια φεύγει… Φ.Τσ.: Γι αυτό σήμερα, υπάρχει αυτή η έννοια της επιστροφής… Ναι, μπορείς να επιστρέφεις και φεύγοντας.
Πώς; Νομίζω είναι μια εποχή που αναζητάμε να γνωρίσουμε αυτόν τον τόπο.
Κι όταν λέω να τον γνωρίσουμε, εννοώ ουσιαστικά. Γιατί μπορεί να ζεις
σε μια οικογένεια και να σου είναι άγνωστη.
Πιστεύω οι κρίσεις σε παρακινούν να ψάξεις να βρεις την αλήθεια μιας καταγωγής. Που μπορεί βέβαια να είναι μια νέα επινόηση. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να αντιπαρατεθείς με την αλήθεια της ιστορίας σου.
Ποιά είναι η πατρίδα σου; Ποιοί είναι οι δικοί σου δεσμοί με αυτή τη
χώρα; Πόσο σε έχουν, δίχως να το ξέρεις, σημαδέψει τραύματα του
παρελθόντος; Αυτό κάνει και ο Τζόναθαν.
Σε πρώτο επίπεδο, προσπαθεί να ξεδιαλύνει τα μυστήρια με την οικογένειά του, που είναι πολύ περιπεπλεγμένα και φορτισμένα. Αλλά πίσω απ’ αυτό, υπάρχει σαν σκιά, σαν αχτίδα, σαν απειλή ή σαν υπόσχεση, η ιστορία της Ελλάδας. Όπως και πίσω από αυτή την ιστορία της Ελλάδας εμφιλοχωρεί η αναζήτηση μιας συνεχώς καταδικασμένης να μας διαφεύγει δικής μας ταυτότητας.
Το τραύμα σημαίνει πληγή στο σώμα, στη ψυχή, στην κοινωνία. Υπαρχει μια
αέναη αλληλεπίδραση ανάμεσα τους. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Κρ.Π.:
Ο ήρωας του βιβλίου πάντως, αγγίζει την αλήθεια, αφού έχει βιώσει πρώτα
μια καταστροφή. Σαν η απώλεια, να τον ωθεί στην αλήθεια. Φ.Τσ.:
Προτιμώ να μιλήσω τώρα σαν αναγνώστρια: Σε αυτό το ταξίδι μέσα στο
αεροπλάνο 8μιση ώρες, όσο διαρκεί η πτήση Νέα Υόρκη - Αθήνα,
αναμοχλεύεται μισός αιώνας ιστορίας. Στο μυαλό του τραυματισμένου από
την ιστορία του, Tζόναθαν, το ταξίδι αυτό λειτουργεί και σαν μια
θρηνητική διεργασία.
Για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του ο τραυματισμένος, χρειάζεται να υπάρξει μια διεργασία. Πένθους να το πούμε; Θρήνου; Χρειάζεται, δηλαδή, να έρθει σε επαφή μ’ αυτό που έχασε. Να μην το κουκουλώσει, να μην το συγκαλύψει, να μην το μεταμφιέσει.
Αυτό είναι συνήθως πολύ οδυνηρό. Αν δεν το κάνεις όμως, παραμένεις όμηρος του τραύματος. Είσαι σαν φυλακισμένος μέσα στην καταστροφή. Εάν το κάνεις, αν καταφέρεις να επεξεργαστείς το νόημα αυτής της καταστροφής, εκεί ανοίγονται μετά, πολλές δυνατότητες μπροστά σου. Κρ.Π.: Αυτό το καταφέρνει ο ήρωας, γι αυτό και ίσως μπορεί και επιστρέφει… Φ.Τσ.: Σ' αυτή την οικογένεια, υπήρχαν ανεπούλωτα τραύματα, αλήθειες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Τζόναθαν με την αδελφή του την Αμαλία, μεγάλωσαν στη Νεα Υόρκη σ’ ένα σπίτι γεμάτο μυστικά. Παιδιά αγνώστου πατρός με μια μητέρα που ‘’ξαφνικά’’άλλαξε το όνομα της και απαγόρευσε στα παιδιά της να μιλάνε για την Ελλάδα.
Το
φάντασμα μιας πεθαμένης αδελφής ενώνει, (με τον τρόπο που μόνο οι
νεκροί γνωρίζουν), το Μανχάταν με τη Νέα Ιωνία, και τους ουρανοξύστες με
τις νεραιδοσπηλιές της Καππαδοκίας.
Ο παππούς και η γιαγιά αυτών των παιδιών, φεύγοντας από την Ελλάδα λίγο πριν τον πόλεμο, αφήνανε πίσω έναν τόπο με καταστροφές,
με ξεριζωμούς, με τον εμφύλιο που θα ξέσπαγε. Κομβικά γεγονότα που
λειτουργούν ακόμα στην ελληνική κοινωνία, ως ανεπούλωτα τραύματα.
Aιμομικτικές φαντασιώσεις, αυτοκτονίες, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, παράνομοi έρωτες σημαδεύουν τη ζωή της οικογένειας Αργυρίου. Μέσα εκεί ο Τζόναθαν πασχίζει να υπάρξει, να μάθει ποιος είναι. Στην ουσία είναι μια πορεία αυτογνωσίας που επιχειρεί ο ίδιος. Κρ.Π.:
Αλλά τελικά αφηγείσαι παράλληλα και την ιστορία της Ελλάδας. Και μιλάς
μέσα σε όλα αυτά, για τα τρία συστατικά μίας ύβρις: Την αδικία, τον
αποκλεισμό και τη λήθη(Μήπως δεν αποκλείσαμε από το λεξιλόγιό μας τη
λέξη Ελλάδα, τόσα χρόνια, με κάποιον τρόπο; Αποφεύγοντας οτιδήποτε
ελληνικό;). Όλα αυτά, ζητούν την τιμωρία και την κάθαρση. Και στην
περίπτωση του Τζόναθαν, η κάθαρση έρχεται σαν δικαιοσύνη, και η
δικαιοσύνη στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει να αντικαθιστά την τιμωρία.
Και δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αλήθεια. Φ.Τσ.:Κάθαρση είναι και το να μην φοβάσαι την ένταση των συναισθημάτων σου. Να μην υπάρχει αυτή η άμβλυνση των συναισθημάτων που σε βάζει σε μία νοικοκυρεμένη νάρκη, σ΄ένα λήθαργο τακτοποιημένης δήθεν ισορροπίας.
Η Ερασμία, η γιαγιά του Τζόναθαν λίγο πριν πεθάνει, σε βαθύ γήρας, μέσα στο ίδρυμα των ηλικιωμένων, λίγο πριν το τέλος, αποκαλύπτει, φανερώνει, στον εαυτό της και στον εγγονό της την ανατρεπτική αλήθεια της ιστορίας της.
Ο νεαρός ήρωας θέλει να έχει μια ευκαιρία, προτού ο ίδιος πεθάνει, προτού φτάσει σ’ αυτό το βαθύ γήρας, να έρθει κι εκείνος σε επαφή με την δική του αλήθεια. Θέλει δηλαδή να προλάβει να ζήσει προτου να πεθάνει.
Ζω, σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια
και η μόνη αλήθεια, ίσως είναι αυτή που σε φέρνει κοντά στις ρωγμές της
ιστορίας σου… που σου επιτρέπει να μην λογοκρίνεις, ούτε να
κοροϊδεύεις, ούτε να παραποιείς την ένταση των συναισθημάτων σου. Αυτή
την «αναμονή του αληθινού».
Και δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτή την αλήθεια τη μονοπωλεί η απώλεια. Ο ψυχικός πόνος έχει κοιτάσματα μιας τρομακτικής ανατρεπτικής αλήθειας. Και ο ήρωας, δεν θέλει άλλο να αποφύγει αυτόν τον πόνο.
Τελικά, να παραδεχτεί τον απαγορευμένο του έρωτα. Να δει αλλιώς την μητέρα του. Να επιχειρήσει να δει αλλιώς αυτή τη χώρα, την Ελλάδα, που στη φαντασία του είναι η εικόνα μιας συρρικνωμένης χώρας,
που βυθίζεται, που καταστρέφεται, όμως εκείνος θέλει προτού προσγειωθεί
το αεροπλάνο να μπορέσει να την δει κι αλλιώς αυτή τη χώρα. Κρ.Π.: Το βιβλίο τελειώνει με τους στίχους του τραγουδιού του Μάνου Χατζηδάκι, «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς»… Φ.Τσ.: Υπάρχει μια συγκλονιστική ιστορία πίσω από αυτό το τραγούδι,
που την έμαθα αφού είχα ολοκληρώσει την πρώτη του γραφή. Και είναι από
αυτά τα αναπάντεχα, που μπορεί να κρύβει μέσα της η λογοτεχνία, η τέχνη,
η γραφή. Όταν η μητέρα του Τζόναθαν, αποφασίζει να αλλάξει το όνομά της,
γιατί δεν θέλει τίποτα να της θυμίζει την Ελλάδα, όχι γιατί δεν την
θέλει, αλλά γιατί η Ελλάδα την έχει πληγώσει μέσα από τα κρυμμένα
μυστικά της οικογένειάς της, διαλέγει το όνομα Λάλε Άντερσεν. Διάλεξα τυχαία το όνομα αυτό. Χωρίς να ξέρω την ιστορία που συνδέει το Μάνο Χατζηδάκι με αυτή τη γυναίκα, τη Λάλε Άντερσεν
–γιατί ήδη υπήρχε στο βιβλίο αυτό το τραγούδι του-, η οποία είχε γίνει
διάσημη τραγουδώντας το «Λιλή Μαρλέν», το τραγούδι το οποίο
ξημεροβραδιάζονταν στις μάχες. Και οι μεν και οι δε. Το θεωρούσαν δικό
τους και οι ναζί και οι σύμμαχοι. Ήταν το αγαπημένο τους τραγούδι, ένα σπαρακτικό τραγούδι για μια γυναίκα που κάποια στιγμή χάνεται, και όλοι την ανακαλούν και την αναπολούν…
Ο ίδιος ο Χατζιδάκις έχει περιγράψει, πως δημιούργησε τη δική του εκδοχή
του τραγουδιού της Λιλή Μαρλέν, έχοντας στο μυαλό του τη φωνή της Λάλε
Άντερσεν, την οποία δεν την είχε είχε δει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Κρ.Π.:
… οι στίχοι του τραγουδιού αυτού, επειδή μιλάς για απώλειες, ο αγώνας
να κατακτήσουμε κάτι άπιαστο, μας δίνει την δύναμη να τιμήσουμε όλα αυτά
που είμαστε, και τα χάνουμε ή τα ξαναβρίσκουμε κατά καιρούς στη ζώη
μας; Φ.Τσ.: Έχω μια εμμονή με το θέμα της απώλειας. Ολο και πιο πολύ. Μέσα της κρύβονται απεριόριστα κοιτάσματα αλήθειας.
«Το βλέμμα της οδύνης μου αρέσει, γιατί γνωρίζω ότι είναι αληθινό Οι άνθρωποι δεν ψεύδονται στους πόνους’’, λέει η Έμιλη Ντίκινσον
Κρ.Π.:
Αυτό που μένει στο τέλος του βιβλίου, είναι τελικά η αγάπη, η
συνύπαρξη, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η αλήθεια; Όλα αυτά τα ιδανικά,
που μοιάζουν άπιαστα, και όπως λέει και το τραγούδι στο τέλος; Που τα
«γυρεύουμε» γιατί ήσαν «ουρανός»; Φ.Τσ.: Η αναζήτηση εννοείς, ναι. Η ηθική της αναζήτησης. Αυτό δεν είναι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι νεκρός; Αν
σταματήσει αυτή η αναζήτηση, έχεις σταματήσει να υπάρχεις. Και το όλο
θέμα είναι, να μη γίνουμε μία χώρα, ήδη νεκρών. Αυτό που είπες: «η χώρα
έχει φύγει». Η χώρα που έχει φύγει, κινδυνεύει να γίνει μία χώρα ήδη
νεκρών. Πασχίζεις σήμερα να υπάρξεις. Ανεπιτυχώς,
όπως όλα δείχνουν. Kαταθλίψεις, βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, ψυχικές
διαταραχές, επιλογή του μίσους ως τρόπου ζωής και κατασκευή φανταστικών
εχθρών στη θέση ενός ξένου εαυτού. Κολυμπάς με ένα τρύπιο σωσίβιο και
γύρω σαν μανιασμένος ωκεανός ο θάνατος.
Ναι! θα ήθελα όλα να ήταν αλλιώς. Γράφεις ιστορίες για να ονειρεύεσαι ότι όλα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Όμως τίποτα δεν είναι αλλιώς κι εσύ ζεις ονειρευόμενος. Ιδού ίσως η μεγάλη ψευδαίσθηση, σήμερα, της λογοτεχνίας.
Κρ.Π.: Γιατί μόνο η αλήθεια δίνει την πραγματική δύναμη; Φ.Τσ.: Ακόμα κι αν είναι σαν τις Αλκυονίδες μέρες. Που ξέρεις ότι θα κρατήσουν λίγο στην καρδιά του χειμώνα.
Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς - 1943
Αγάπη μου σε γύρευα σ’ αυγή και σε φεγγάρι και στα ψηλά τα σύννεφα σε γύρευα τυφλός, μα ήρθε ο καιρός, ήρθε η βροχή κι η δροσερή σου χάρη αγάπη μου σε γύρεψα γιατί ήσουν ουρανός [...] Στίχοι: Γιάγκος Αραβαντινός Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ένα
παιδί με ρώτησε κάποτε πώς μυρίζει ο Θεός. Μου το ρώτησε, εκείνο το
περιορισμένο ανοιξιάτικο διάστημα που το άρωμα απ’ τις νεραντζιές
θριαμβεύει πάνω στο καυσαέριο και τα σκουπίδια, χαρίζοντας για ένα
δεκαήμερο στην ομορφιά την τελευταία λέξη. Σκέφτηκα τότε πως ο Θεός
είναι η τελευταία λέξη, αλλά κάτι μέσα μου επέμενε πως είναι και η πρώτη
και η ενδοιάμεσες και όλες όσες αποτελούν τη ζωή σ’ αυτό τον κόσμο..." H
συγγραφέας Ελεονώρα Σταθοπούλου, μιλά στηνΚρυσταλία Πατούλη και το tvxs.gr, για το αφήγημα: Εκείνος ΙΙ, μία νέα, ξαναδουλεμένη και εμπλουτισμένη έκδοση από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
" ...Σκέφτηκα δηλαδή πως ο Θεός δεν πρέπει ν’ αναγνωρίζεται μόνο από την κατάληξη,
αλλά κι απ’ την πορεία κι αναρωτήθηκα πώς να μυρίζει άραγε η πορεία
αυτή, και ψάχνοντας έγραφα ότι καταλάβαινα. Ένα απ’ τα λίγα που κατάλαβα
έχει για τίτλο «Το λεωφορείο» και λέει τα εξής:
«Ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω τις πολυκατοικίες να μπούνε. Το γαλάζιο πιάτο του ουρανού με μια κηλίδα γάλα.
Όρθιος στο μπαλκόνι μου, με τις παλάμες ενωμένες, επικαλούμαι το άγνωστο: Το αστροπελέκι που θα γράψει στον γρανιτένιο βράχο μια λέξη του Θεού. Προσεύχομαι για τη σωστή ερμηνεία της λέξης. Προσεύχομαι να εκμηδενιστώ για να μπορέσω να την καταλάβω. Έτσι απλά, όπως κανείς με την όσφρηση αναγνωρίζει το γιασεμί. Άμα δεν σκέφτεσαι, τότε οι λέξεις μυρίζουν: θειάφι, απόβροχο, γάλα που βράζει. Δεν μπορείς ποτέ να μπερδευτείς. Θα γίνω το λαγωνικό του Θεού που οσφραίνεται το Λόγο του. Δυο ρουθούνια ακριβείας που εισπνέουν τον κόσμο Του. Α, ο κόσμος του! Α, ο λόγος του Θεού στον βράχο! Μυρίζει σαν… Μυρίζει σαν… όλα μαζί τα ιδρωμένα σώματα που ταξιδεύουν πατικωμένα σ’ ένα μεσημεριανό λεωφορείο. Ξινά και γλυκά και βαριά, ταυτόχρονα. Ο Λόγος του Θεού μυρίζει σαν τον ιδρώτα των ανθρώπων,
όταν ιδρώνουν από κούραση, από φόβο, από έρωτα, ξυπνητοί και
κοιμισμένοι, με το στεφάνι του μαρτυρίου στο μέτωπο και με το στεφάνι
της δόξας και με το στίγμα της αμαρτίας και με το παράσημο της αρετής.
Όλοι οι άνθρωποι του λεωφορείου, που δε σταματά ποτέ ,ούτε για να
ξεφορτωθεί τα πτώματα. Επιβαίνω κι εγώ, κρεμασμένος σε μια χειρολαβή, και πίσω μένουν οι πόλεις και μπρος ξανάρχονται. Τον οδηγό ποτέ κανένας δεν τον είδε. Μονάχα τους εισπράκτορες, που μπαίνουν μέσα ξαφνικά και σου ζητάν τα νιάτα, την υγεία, και ό,τι αγαπάς περισσότερο.
Τα δίνεις θες δε θες κι εξακολουθείς με ό,τι απόμεινε. Γι’ αυτό κι οι άνθρωποι μες το λεωφορείο βρομάνε. Γι’ αυτό με συγκλονίζει η μυρωδιά του ανθρώπινου πόνου.Του χαμένου χαδιού, της χαμένης ευκαιρίας, της χαμένης υπόληψης, του χαμένου χρόνου.
Χώνω τη μύτη μου παντού. Γρυλίζω από συγκίνηση και εισπνέω αχόρταγα το βαρύ άρωμα του Θεού μέσα στο λεωφορείο." ΕΚΕΙΝΟΣ ΙΙ – Αφήγημα Βιβλιοπωλείον της Εστίας σελ. 188 "ΚΑΙ ΤΟΤΕ, ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΦΡΙΚΗΣ, ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ: ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ σπρώχνω κι εγώ! Μάλιστα πάτησα και το πόδι του νέου
που μου είχε δώσει το σκαμνί. Κωπηλατούσα με τους ώμους, με τους
αγκώνες, προσπαθώντας να βρεθώ κοντά στη φωτιά. Και τελικά τα κατάφερα!
Τι τέλεια που ήταν! Τι θαλπωρή! Τι συναρπαστικό να βλέπεις τα σανίδια να
σκαν και να πετάν σπίθες ολόγυρα. Έτριψα τα χέρια μου κι ένιωσα το αίμα
μου, βραστό, να επιστρέφει στην καρδιά και στο κεφάλι μου. Ένιωσα ευτυχία. Κάποιος με σκούντηξε, τον
σκούντηξα κι εγώ. Γύρισα και είδα τα σκαμμένα μάγουλα του γέρου που
πριν από ένα μήνα είχε παραμερίσει για το κοστούμι μου. Τώρα ήταν η
σειρά μου να παραμερίσω. Αυτή τη φορά δεν τα ’χασε. Αντίθετα, με προσπέρασε ευχαριστημένος
που πλησίαζε ένα βήμα κοντύτερα στον τενεκέ. Θυμήθηκα τα κοπάδια με τα
αδέσποτα που μαζεύει ο μπόγιας κάθε τόσο, κι ένιωσα πως επιτέλους
αποτελώ κι εγώ μέλος αυτού του κοπαδιού σκυλιών που δαγκώνονται,
γρυλίζουν, διασχίζουν τις λεωφόρους χωριστά και τελικά κοιμούνται γούνα
με γούνα. Κατάλαβα πως οι άνθρωποι έχουμε γεννηθεί για να τρώμε με
μικρές μπουκιές ο ένας τον άλλον.
Πως για ν’
αλληλοσπαραχτούμε ερχόμαστε στον κόσμο και να κλάψουμε μετά, ο καθένας
μας στην αγκαλιά του εχθρού του. Κι ακόμα κατάλαβα πως η οποιαδήποτε
επαφή, ακόμα και η χειρότερη, είναι μετάληψη της ζωής του άλλου. Πως εγώ
δεν μετάλαβα ποτέ κανέναν. Δεν περιείχα και δεν με περιείχε κανείς.
Τώρα με περιέχουν όλοι εκείνοι που έσπρωξα και που με σπρώξαν. Τους
περιέχω κι εγώ. Κι όλους μαζί μάς περιέχει η ζέστη που βγάζουν τα
κομμένα ξύλα καθώς καίγονται."
Η ζωή του Χριστού γραμμένη σήμερα,
παράλληλα με άλλες ζωές, όμοιες με τις δικές μας, που βρίσκονται σε
διάλογο με τον Λόγο Του. Κι αυτός ο διάλογος είναι άλλοτε τραχύς, άλλοτε
ερωτικός και άλλοτε εναγώνιος, αλλά πάντα ειλικρινής και γι’ αυτό
αναγκαίος.
--- Η Ελεωνόρα Σταθοπούλουγεννήθηκε
στην Αθήνα το 1955. Σπούδασε θέατρο στη Σχολή Καρόλου Κουν και στο
Εθνικό. Έπαιξε στην τηλεόραση, το θέατρο και τον κινηματογράφο, όπου
πήρε δύο κρατικά βραβεία Α΄ γυναικείου ρόλου για τις ταινίες 1922 του Νίκου Κούνδουρου και Ένας ήσυχος θάνατος της Φρίντας Λιάππα. Λίγο
αργότερα εγκατέλειψε την ηθοποιία για να ασχοληθεί με την αγιογραφία,
τα εικαστικά, το ραδιόφωνο και το γράψιμο. Αγιογράφησε πολλά εκκλησάκια,
έκανε δύο εκθέσεις στην γκαλερί «Αστρολάβος» και εξέδωσε τα βιβλία Εκείνος, Barbara: διάλογος με μια περσόνα (εκδ. Οδός Πανός) και Καλό αίμα, κακό αίμα (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Επτά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του Εκείνος, το ξανάγραψε για τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας.
Δεν θα πω για τους άλλους.
Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε
και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα
αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια.
Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε,
αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα
ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε.
Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει. Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον
καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά,
εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους
τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες,
τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο
δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο»
απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας
άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει. Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα
χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και
στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια,
χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια
και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε
αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας
ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν.
Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας. Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε
να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε
άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού
στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να
σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να
παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν
άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα
Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν; Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με
το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την
επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την
υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι
γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της
ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς
γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή
το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με
μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν
με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής
των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική
τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως. Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε
σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην
ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι».
Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε
κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να
σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά
βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει
φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα
φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε; Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν
το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται
αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού
ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας
επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»; Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά,
ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι
σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια
λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και
απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη
και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε
χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και
ευχαριστημένο. Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε
για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα,
για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε
αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα
παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή
να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με
το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από
τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη
Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η
Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο
λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα! Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου
και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας.
Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος
και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε
μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των
παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους,
απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από
μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα,
τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε; Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας.
Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό
μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των
γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για
τις δουλειές μας; Δεν νομίζω… Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την
όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει
μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από
ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει
καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον
τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός,
που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε
τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο
απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η
Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους
γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή
έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και
δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να
εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά
την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από
μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη
σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να
σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό.
Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές. Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα:
Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το
χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού
των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να
παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω
σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα,
να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της
Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με
ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση
ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα
σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική
μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους
μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε
εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει),
ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί. Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”.
Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της
προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο,
στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει
βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες
ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια
στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί
Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό
μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας
“Ναι”. Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας
την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη
διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι
ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε
και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι;
Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε… Ότι θα μας
κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το
ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το
μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο
που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας
πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι,
φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό
θα μας χαμογελάσει.
Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.
Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.
Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.
«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.
Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.
Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.
(*Ζωή Καρέλλη, Η άνθρωπος, Τα Ποιήματα, ΙΙ, σσ. 123-24)
[…] Μεταφράζοντας τον παραδοσιακό ρόλο της
μητρότητας, η ποιήτρια ως «μαμή» πρέπει να μεταμορφώσει τη (μητρική)
γονιμότητα σε (γυναικεία) δημιουργικότητα, παλεύοντας με το πρόβλημα του
να δώσει διέξοδο σε μια πράξη της φαντασίας που είναι κοινωνικά
επιλήψιμη και ψυχολογικά αφόρητη.
Η ίδια η ύπαρξη της Καρέλλη γίνεται το σημείο
εκκίνησης για τη φαντασιακή αυτονομία της, ένας ψυχικός και φυσικός
τόπος μέσα στον οποίο μπορεί να διαπλαστεί ή να ξαναεφευρεθεί σε νέες
φόρμες.
Η οργισμένη γυναίκα απαλλάσσεται από την ανάγκη του
άντρα να της προσφέρει ψυχική ή πνευματική ολοκλήρωση. Η Καρέλλη σε αυτή
τη μεταμόρφωση υπονοεί κάτι σημαντικότερο από μια απλή νοικοκυρίστικη
εκδίκηση:
«Συνήθως στην εποχή μου η μόρφωση στα κορίτσια ήταν ένα
στόλισμα («με τα πολλά χαρίσματα κεκοσμημένη δεσποινίς»), αλλά σε μένα
βρέθηκε να ‘ναι η ψυχή μου αυτό το πράγμα, η οποία ολοένα γίνονταν πιο
έντονη. Όχι ότι ο άνδρας μου δεν ήταν άνθρωπος άξιος αγάπης και σεβασμού
και εκτίμησης, αλλά υπάρχει ένας χωρισμός.» («Την ελευθερία τη βρήκα στην ποίηση», σ.55)
«Η άνθρωπος» μπορεί να ερμηνευτεί ως μια διακήρυξη
της περιθωριοποίησης της γυναίκας, σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι
γυναίκες έχουν υποφέρει μια έντονη ταπείνωση και στέρηση ως κοινωνικά
όντα. Έχοντας πλήρως συνειδητοποιήσει τον πολιτισμικό ακρωτηριασμό του γυναικείου φύλου, το
ποίημα παρουσιάζει μια γυναίκα αποφασισμένη να διεκδικήσει τον τίτλο
του «πλήρους ανθρώπου», αποδεικνύοντας ότι η σιωπή της είναι μια
«κοινωνική σιωπή».
Αν πέσει η μασκαράτα, παίρνοντας μαζί και τη
«θηλυκότητα», τότε τι μένει; -αυτό είναι το ερώτημα για τις
«σκεπτόμενες» γυναίκες του εικοστού αιώνα (ποιήτριες, καλλιτέχνιδες,
φιλοσόφους).
Όπως επισημαίνεται από τη συζήτηση πάνω στο θέμα
αυτό από μια ομάδα σύγχρονων Ελληνίδων ποιητριών: «Πολύ γρήγορα το
θηλυκό ποιητικό υποκείμενο ξεπερνά τη βιολογική του αυτογνωσία, επίσης η
ρήξη του με το αντίθετο φύλο δεν μπορεί ν’ αποτελέσει μόνιμη θεματική,
όσο βασανιστικό ή οδυνηρό και αν είναι το βίωμα.
Προχωρεί σε κάτι πιο ατομικό και γι’ αυτό πιο πολύτιμο,
είναι η συνείδηση πως τούτος ο νεογνός λόγος γεννήθηκε μ’ έναν αρχέγονο
τραυματισμό. Δεν υπάρχει γλώσσα μητέρα, δεν υπάρχει παρέκκλιση ή διαφυγή
από την παγίδα του αρσενικού γλωσσικού συστήματος.
Οργανώνοντας σε ποιητική ύλη αυτά τα ιδιότυπα άλγη, η γυναίκα μέσα από μια εσώτατη αυτογνωσία καταργεί όλα της τα στερεότυπα» (Παπαδάκη, Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση;, σ. 47)
Διερευνώντας τις καταπιεστικές ιδεολογίες της εποχής της
που συντρέχουν στην κατασκευή της «θηλυκής» γυναίκας, η Καρέλλη επεδίωξε
να κοινοποιήσει τις συνεχώς εντεινόμενες υποψίες της για τους κώδικες,
τις κατηγοριοποιήσεις και τη διαμόρφωση των εννοιών σε έναν
ανδροκρατούμενο κόσμο.
Έτσι δημιουργεί μια τελετουργική κατάσταση όπου η γυναίκα
απαλλάσσεται από τον Θεό - Πατέρα, το Νόμο του, και τη δύναμη που ασκεί
πάνω της.
Γι’ αυτή τη γυναίκα – ποιήτρια το να γράφει οργισμένα,
βίαια ποιήματα αποτελεί ένα αναστάσιμο γεγονός, αναγεννώντας μια ύπαρξη
με όλα τα χαρακτηριστικά που είχε διαγράψει ο παλιός της εαυτός.
«Είναι φανερό λοιπόν, πόσο αυτό το ποίημα, πέρα από κάθε
κοινή μαρτυρία και διαμαρτυρία, εκφράζει την αγωνία και τον αγώνα της
γυναίκας να στηριχτεί και να σταθεί μόνη της μέσα στον εαυτό της και τον
κόσμο, με μια συνέπεια όμως που μόνο η βαθύτερη “βάσανος” θα μπορούσε
να δικαιώσει. Και μόνο βάζοντας η Καρέλλη το θηλυκό άρθρο (“η”
άνθρωπος) σε αντιπαράθεση με το αρσενικό, θα μπορούσε να δει κανείς αυτή
την αντικατάσταση σαν μια δίκαιη αλλά δραματική απόπειρα να εντάξει το
θηλυκό γένος μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη πέρα από διαφορές και διακρίσεις
των δύο φύλων» (Κέντρου – Αγαθοπούλου, «Η άνθρωπος ή η δραματικότητα μιας εσωτερικής πάλης», σσ. 38-39)
Αφήνοντας πίσω την υποβασθμισμένη και στερημένη
γυναίκα, η Καρέλλη φαντασιώνεται μια ξέφρενη μετουσίωση όπου η οργή
γίνεται λύτρωση, εξαγνίζοντας όλα τα ψέματα μέσα της. Η παραδοχή και εκδήλωση θυμού βοηθά την ποιήτρια να απελευθερωθεί και να αυτοπροσδιοριστεί.
Η «άνθρωπος» είναι μια δυναμική γυναίκα και ποιήτρια –ένα
ον που εγκυμονεί τη δυνατότητα για πέταγμα και γι’ αυτό είναι ικανή να
συντρίψει όλες τις προκαταλήψεις σχετικά με τη «φύση» των γυναικών.
Σε μια στιγμή έκ-στασης και αυτογνωσίας, αποδύεται
όλους τους παραδοσιακούς ρόλους και τα κοινωνικά πρότυπα. Μέσα από μια
κατάσταση διεκδικητικής επιθετικότητας, η Καρέλλη ανακοινώνει την
απόφασή της να εκδυθεί τους πατριαρχικούς μύθους και να εγκαινιάσει μια
νέα ζωή.
Η περσόνα του «Η άνθρωπος» δοκιμάζει επιλογές,
κατασκευάζει στρατηγικές και ασκεί μια μυθολογία αυτοκαταστροφής και
νεκρανάστασης που τελικά ανοίγει νέες δυνατότητες για τη συμβολική
πραγμάτωση του γυναικείου φαντασιακού.
Ο αληθινός εαυτός –θετικός, ολοκληρωμένος,
αναγεννημένος- συνδυάζεται με την καλλιτεχνική δημιουργικότητα και με
μια αυτονομία που είναι εφικτή μόνο αν κανείς δεν προσδιορίζεται σε
σχέση με κάποιον άλλο.
Όταν η αυθεντική γυναικεία ύπαρξη αναδύεται σε μια
αυτοδύναμη αναζήτηση, η ηρωίδα δεν προσδιορίζεται πια σε σχέση με έναν
άντρα –και με τους άντρες της ζωής της(Θεό ή σύζυγο).
Η άνθρωπος αντιπροσωπεύει το θρίαμβο πάνω κι έξω από
τα τυπικά γυναικεία στερεότυπα, διακηρύσσοντας πόσο αυτό επηρεάζει τη
δημιουργική της ελευθερία και τον έλεγχο του κόσμου γύρω της.
Σωστά, λοιπόν, έχει επισημανθεί ότι:
«Άλλωστε, αν μέσα σ’ ολόκληρο το ποιητικό της έργο
χρησιμοποιεί η ποιήτρια, ως γνωστό, το αρσενικό άρθρο, με τη σημασία που
θέτει εδώ το θηλυκό, τονίζοντας από την αρχή την ανθρώπινη κι όχι κατ’
ανάγκη τη θηλυκή της υπόσταση, αυτό σημαίνει ήδη ότι τοποθετείται αφ’
εαυτής και εν δυνάμει στις προσβάσεις ενός επίπονου δρόμου κι από κει
μέσα χαράζει, μαρτυρώντας, το χώρο της, αποφασισμένη να περάσει σε μια
πορεία ολότελα αντίθετη από κείνη της εξαρτώμενης ή ετερόφωτης γυναίκας
αλλά του ανθρώπου που οδηγείται συνειδητά στη ζωή» (Κέντρου – Αγαθοπούλου, «Η άνθρωπος ή η δραματικότητα μιας εσωτερικής πάλης», σ.39)
Η Ζωή Καρέλλη (Χρυσούλα Αργυριάδου το γένος Πεντζίκη) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αδελφός της ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.
Ασχολήθηκε με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και τη μουσική
και παρακολούθησε μαθήματα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Μετά το 1944 ταξίδεψε σε πολλά μέρη του κόσμου.
Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο των ελληνικών γραμμάτων το 1935 από τις στήλες του περιοδικού Το 3ο μάτι, όπου δημοσίευσε το πεζογράφημα Διαθέσεις.
Το 1937 πρωτοδημοσίευσε ποίημά της (Φετεπουρσικρί) στο περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες.
Εξέδωσε δώδεκα ποιητικές συλλογές,πέντε θεατρικά έργα και πολλά δοκίμια,
ενώ πολλά κείμενά της βρίσκονται δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά,
όπως τα Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Εστία, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Ο
Αιώνας μας, Σημερινά Γράμματα, Καινούρια Εποχή, Πνευματική Κύπρος, Νέα
Πορεία. Υπήρξε μέλος του κύκλου του περιοδικού Κοχλίας της Θεσσαλονίκης.
Ποιήματά της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.
Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση, κυρίως έργων του Τόμας Έλλιοτ.
Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη
ποιητική συλλογή Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα και το Α’ Κρατικό Βραβείο
Ποίησης για τα Ποιήματα 1940-1973. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών
Θεσσαλονίκης, της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου
Ελλάδος (ως το 1981) και της Ακαδημίας Αθηνών (1982).
Στο ποιητικό έργο της Ζωής Καρέλλη, αποτέλεσμα της
δημιουργικής αφομοίωσης της ελληνικής (αρχαίας και νέας) και ευρωπαϊκής
λογοτεχνικής παράδοσης, κυριαρχούν ο εσωτερικός λόγος και η υπαρξιακή
αγωνία, εκφρασμένη στο πλαίσια των συνδυασμών γυναικείας ευαισθησίας και
διανόησης, ελληνικότητας και ανθρωπισμού και μιας “ανοίκειας” θεματικής
και ποιητικής γραφής.
Την προβληματική της ποίησής της μετέφερε και στα
θεατρικά της έργα. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το δοκιμιακό της έργο
κυρίως γύρω από τη λογοτεχνία και το θέατρο.
Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ζωής Καρέλλη
βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Ζωή Καρέλλη», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί
ποιητές του μεσοπολέμου. Αθήνα, Σοκόλης, 1979, Γιαλουράκης Μανώλης,
«Καρέλλη Ζωή», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8.
Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Κεχαγιόγλου Γιώργος, «Καρέλλη Ζωή»,
Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή:
Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Φέτος, προστίθεται μία νέα δυνατότητα συνεργασίας – συμμετοχής του σεμιναρίου “Αφήγηση ζωής” στις “Αληθινές Ιστορίες Μεσογείου“, μια διεθνής διοργάνωση, όπου μπορεί οποιοσδήποτε από τους “Ανώνυμους Αφηγητές” να λάβει μέρος με ένα κείμενό του ή ένα διήγημα 5 σελίδων, με θέμα μία αληθινή ιστορία ζωής! της περιοχής της Μεσογείου…
«Οι
ιστορίες μας γίνονται τόσο πολύ δικό μας κομμάτι, ώστε και εμείς δεν
τις συνειδητοποιούμε, όπως το ψάρι που ανακαλύπτει το νερό τελευταίο»
έχει πει ο Jerome Bruner (Αφηγηματική θεραπεία). Στόχος μας σε αυτό το
σεμινάριο είναι να ανακαλύψουμε το… νερό. Ο εαυτός μας άλλωστε είναι
πιθανώς το εντυπωσιακότερο έργο τέχνης που συνεχώς εξελίσσουμε και
σίγουρα το πιο περίπλοκο, αφού δημιουργούμε όχι μόνο μια ιστορία για τον
εαυτό μας αλλά πολλές! Σύμφωνα με τον Bruner: «Δεν υπάρχει ένας εαυτός
που απλώς στέκεται εκεί έτοιμος να περιγραφεί με λέξεις, αλλά πολύ
περισσότεροι. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι συνεχώς κατασκευάζουμε και
ανακατασκευάζουμε τον εαυτό μας με βάση το παρελθόν, το παρόν αλλά και
το μέλλον – τις προσδοκίες που έχουν οι άλλοι για μας».
Με
τη δύναμη της γραφής και κυρίως της ρεαλιστικής αφήγησης ως δημιουργικό
εργαλείο αλλαγών, και στόχο τη φράση: «Να είσαι ο εαυτός σου, αν… τον
ξέρεις», το εργαστήριο αυτό, θα μπορούσε να προσυπογράψει εκείνο που
είπε ο Σωκράτης: «Ζωή που δεν μπορείς να την αναλύσεις, δεν αξίζει να
την ζεις».
Καθώς
οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την
πραγματικότητα, ενώ συγχρόνως οι πραγματικές ιστορίες των ανθρώπων έχουν
ίσως… μεγαλύτερη φαντασία από οποιαδήποτε λογοτεχνική επινόηση, η
ρεαλιστική αφήγηση ζωής μπορεί να είναι απρόβλεπτα αποκαλυπτική ακόμη
και στον ίδιο τον αφηγητή της και κάποιες φορές, εξίσου ενδιαφέρουσα σε
ανάγνωση και από ένα αριστούργημα παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Αυτό
το εργαστήρι μέσω της δημιουργικής αφήγησης ζωής, μπορεί επιλεκτικά να
αυξήσει επίσης το επίπεδο της αυτογνωσίας όλων εκείνων των πιθανά
κρυμμένων συγγραφικών εαυτών (εσωτερικών φωνών κατά Μ. Μπαχτίν) που ο
καθένας μπορεί να ανακαλύψει γράφοντας και έχει τη δύναμη ακόμη και να…
αλλάξει το παρελθόν, μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία του παρόντος.
Σε κάθε κύκλο του εργαστηρίου, σημαντικός στόχος της «δημιουργικής
αφήγησης» εκτός από τις γνώσεις για την δύναμη της γραφής και της
προφορικής αφήγησης, είναι να ανακαλυφθούν για τον συμμετέχοντα όσο
περισσότερες άγνωστες πτυχές του συγγραφικού εαυτού που θα καταφέρουν να
αποτελέσουν την πρόκληση για ένα… μαγικά ρεαλιστικό ταξίδι δημιουργικής
γραφής.
Αλλά και τη συγγραφική – αφηγηματική τους δεινότητα.
Τρόπος διεξαγωγής:
Ασκήσεις
γραπτής και προφορικής (απομαγνητοφωνημένης) αφήγησης: Ανακαλύπτοντας
το πρόσωπο του συγγραφικού-αφηγηματικού μας εαυτού – ύφος, χαρακτήρας,
στόχοι, στυλ γραφής, επίπεδο επίγνωσης.
«Ανάγνωση»
ρεαλιστικών αφηγήσεων – αυτοβιογραφιών σε όλες τις μορφές τέχνης
(φωτογραφία, κινηματογράφος, θέατρο, λογοτεχνία, στιχουργική, ζωγραφική
κλπ)
Βιωματικές
αυτοβιογραφικές ασκήσεις με στόχο την αύξηση της αυτογνωσίας και της
δημιουργικότητας αλλάζοντας συνεχώς πλαίσια και οπτικές γωνίες αφήγησης.
Αναγνώριση των πολλών «φωνών» (βλ. Μ. Μπαχτίν) που συνυπάρχουν σε ένα γραπτό κείμενο, μέσα από συγκεκριμένες ασκήσεις.
Βιωματικές
ασκήσεις αυτογνωσίας αναλόγως των ενδιαφερόντων που αναδύονται από τις
αυτοβιογραφικές ασκήσεις των συμμετεχόντων για τα οποία δίνονται
επιπλέον και σημειώσεις θεωρίας ψυχολογίας, κοινωνιολογίας και
ανθρωπολογίας.
Βιβλιογραφία
αυτοβιογραφιών αλλά και θεμάτων θεωρίας σε σχέση με τα πιο ενδιαφέροντα
ζητήματα που επίσης αναδύονται από τις βιωματικές αυτοβιογραφικές
ασκήσεις.
Στα πλαίσια του σεμιναρίου διοργανώνονται λογοτεχνικές αλλά και άλλες συναντήσεις “Αφηγήσεις
Έργου – Ζωής” με γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και
των επιστημών και παρακολουθούνται προαιρετικά θεατρικές παραστάσεις,
κινηματογραφικές ταινίες, αλλά και άλλα πολιτιστικά δρώμενα που άπτονται
στο θέμα του σεμιναρίου (αφηγήσεις ζωής) όπως και επισκέψεις σε προσωπικότητες που άφησαν το στίγμα τους μέσα από το αυτοβιογραφικό τους έργο.
Επίσης,
όλοι οι συμμετέχοντες στο συγκεκριμένο σεμινάριο – εργαστήριο από την
αρχή αλλά και μετά το πέρας των μαθημάτων και για όσο επιθυμούν οι
ίδιοι, έχουν έναν δικό τους κοινό ιστότοπο: www.crystal-metaepikoinonia.blogspot.com
που τον διαχειρίζονται από κοινού, δημοσιεύοντας δικά τους κείμενα, ή
άρθρα και θέματα που τους ενδιαφέρουν, όπως και πολλές άλλες
δραστηριότητες.
μόλις
ενημερώθηκα από τον Κώστα Παπαδάκη, πως η Αντιεισαγγελέας Εφετών που
είχε χρεωθεί το φάκελο της υπόθεσής μου ζητά την εισαγωγή της στο
Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και την απαλλαγή μου από την κακουργηματική
κατηγορία της συνέργειας σε ληστεία. Επίσης, προτείνει την εισαγωγή
της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να
δικαστώ για τα πλημελήμματα («αντίσταση κατά της αρχής», «ελευθέρωση
κρατουμένου» και «ψευδής ανώμοτη κατάθεση». Εφόσον η πρότασή της γίνει
δεκτή από το Συμβούλιο, δρομολογείται η απαλλαγή μου από την
κακουργηματική κατηγορία και άρα απομακρύνεται ο κίνδυνος να τεθώ σε
αργία.
Είναι μια πολύ σημαντική θετική εξέλιξη χωρίς να είναι τελειωτική.
Είναι μια πρώτη μεγάλη νίκη της αλληλεγγύης στο πρόσωπό μου.