Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

4.4.15

Ένα χρήσιμο μάθημα ψυχολογίας από τη Φωτεινή Τσαλίκογλου

[...] Το γιατρικό της αλήθειας και της μη συγκάλυψης του πόνου που κυριαρχεί στο «Ευτυχισμένο νησί» είναι, έτσι τουλάχιστον πιστεύω εγώ, ένα χρήσιμο μάθημα ψυχολογίας […] Η συγγραφέας και καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πάντειο Παν/μιο Φωτεινή Τσαλίκογλου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το ευτυχισμένο νησί της, "μια μαγική ιστορία για όλους όσοι επιμένουν να ζουν και να ονειρεύονται με μάτια ανοιχτά".

Πώς σκέφτηκες να γράψεις αυτό το παραμύθι;

Δεν το σχεδίασα, δεν υπήρξε προμελέτη. Σαν από μονό του έγινε. Σαν υπνωτισμένη, με πήρε από το χέρι η τυφλή πριγκίπισσα και με οδήγησε σε άγνωστα και δύσβατα μονοπάτια.

Τα έχει αυτά η γραφή, γνωρίζει πράγματα κριμένα μέσα σου που εσύ αγνοείς. Πράγματα θαμμένα  από τον παλιό καιρό αίφνης αναδύονται στο χαρτί.

Έτσι λοιπόν ο βασιλιάς Αιγέας, το αγόρι από τη χώρα του πολέμου, η νεκρή μητέρα, το χρυσόψαρο με τη μυστική γλώσσα, ενέσκηψαν μέσα στο μυαλό μου και με οδήγησαν στη χώρα  του «όλα είναι  δυνατόν να συμβούν».

Ποιά είναι τα "συστατικά" μιας …ευτυχισμένης χώρας;

Η χώρα αυτή δεν υπάρχει. Ευτυχισμένη θα ήταν η χώρα που θα είχε νικήσει τη φθορά, το θάνατο, τον πόλεμο, την οδύνη.  Μόνο στα παραμύθια ανθίζουν οι ουτοπίες.

Για  να το πω αλλιώς, όμως, θα πω ότι ευτυχισμένη είναι η χώρα που όχι μόνον στο συλλογικό φαντασιακό της, αλλά και στην καθημερινότητα της, τολμά να ερωτοτροπεί με την ουτοπία της ευτυχίας.

Αντίθετα,  πότε και από που έρχεται συνήθως η δυστυχία στους ανθρώπους της, όπως ήρθε και η δυστυχία στο νησί του παραμυθιού σου;

Οι έσχατες έγνοιες προσκαλούν και προκαλούν τη δυστυχία. Ο φόβος της ελευθερίας, η επιθυμία και ο φόβος της αγάπης, ο τρόμος αλλά και η ανάγκη της  εγγύτητας,  το αίτημα της θαλπωρής και της ασφάλειας έτσι καθώς συγκρούονται   με  το αίτημα της αυτονομίας.

Στο ευτυχισμένο νησί η δυστυχία ενσκήπτει μέσα από το καμουφλάζ του πόνου. «Η ευτυχία και το παράλογο», όπως έχει ειπωθεί, «είναι παιδιά  μιας ίδιας γης», κι όσο τα χωρίζουμε, όσο πάμε να προφυλάξουμε σε ένα κουκούλι, αυτό που ο καθένας μας ορίζει σαν ευτυχία, τόσο αφιλόξενη μας φαίνεται η γη που κατοικούμε.

Ποιό είναι το μυστικό για να ξεπεραστεί η δυστυχία; 

Όσο περνάει ο καιρός, όσο μεγαλώνω, τόσο πιο πολύ πείθομαι ότι η δυστυχία όσο πας να την αποφύγεις τόσο βρίσκει τρόπους να στοιχειώνει και να εγκαθίσταται μέσα σου.

Πρόκειται για μια  επίμονη και πανούργα ύπαρξη, θα πρέπει να γίνεις πιο επινοητικός από εκείνην, να την ξεγελάσεις. Να βρεις τρόπους να την αποφύγεις συγκατοικώντας μαζί της. Έτσι και φανείς αδύναμος και έμφοβος και τρεμάμενος μπροστά της χάθηκες.

Υπάρχει κάποια μεταφορά ταύτισης με την …ευτυχισμένη Ελλάδα -προ κρίσης- και την ...δυστυχισμένη του σήμερα; Και αν ναι, πως εκφράστηκε μέσα από το βιβλίο σου;

Η προ κρίση, και καλά, ευτυχισμένη  Ελλάδα ήταν ένας καθησυχαστικός μύθος για να κοιμούνται τα μωρά και να πηγαίνουν οι γονείς σε ανούσια και πλαδαρά και άνευρα ξενυχτάδικα. Η προ κρίσης ευτυχία ήταν ένας ακόμα μύθος.

Σε ποιόν θα έκανες δώρο ένα τέτοιο παραμύθι σήμερα, αν δεν το είχες γράψει εσύ, και γιατί;

Ωραία ερώτηση… Θα το δώριζα στους φοιτητές μου. Γιατί  το γιατρικό της αλήθειας και της μη συγκάλυψης του πόνου που κυριαρχεί στο ευτυχισμένο νησί, είναι, έτσι τουλάχιστον πιστεύω εγώ, ένα χρήσιμο μάθημα ψυχολογίας. Έπειτα θα το δώριζα στις δυο φίλες μου που δεν ζουν πια. Στην παιδική μου φίλη Λένα και στη Μαργαρίτα.

Κι έτσι καθώς τα παραμύθια και το ασυνείδητο δεν πιστεύουν στο θάνατο, θα μπορούσαν για χάρη μου, έστω για μια μέρα, οι δυο χαμένες φίλες μου να επιστρέψουν στη γη. Θα τους έδινα τότε το βιβλίο μου γραμμένο από μια άγνωστη συγγραφέα.

«Διαβάστε το» θα τους έλεγα, «έχει πολύ ήλιο στο εξώφυλλο και είναι και μικρό, άλλωστε δεν κρατάει πολύ, όσο ένα χαμόγελο ή ένας λυγμός».

Φεύγοντας θα τους δώριζα και το χρυσόψαρο με τη μυστική γλώσσα για να έχουν συντροφιά εκεί που είναι. ‘’Αντίο’’ θα τους έλεγα και θα τους έκλεινα συνωμοτικά το μάτι…


Φωτεινή Τσαλίκογλου, Το ευτυχισμένο νησί. Μια μαγική ιστορία, Εκδόσεις Καστανιώτη - 2015, 96 σελ.

Έγινε νύχτα κι όλα μονομιάς άλλαξαν.
Η Κοραλλένια, η μονάκριβη κόρη του βασιλιά Αιγέα, ξαφνικά έχασε το φως της.
Το Ευτυχισμένο Νησί βυθίστηκε στη θλίψη.
Την ίδια εκείνη νύχτα, ανοιχτά στο πέλαγος, ένα αγόρι πάλευε με τα κύματα.
Μαζί του ήταν ένα χρυσόψαρο, που γνώριζε μια μυστική γλώσσα.
Σε λίγο θα έφταναν στο νησί της τυφλής πριγκίπισσας.
Είχαν ένα σχέδιο κρυφό να εκπληρώσουν.
Έρχονταν από μακριά, από τη Χώρα του Πολέμου.
Κι εκεί δεν ξέρεις ποτέ αν το ξημέρωμα θα σε βρει ζωντανό ή αν κάποια αδέσποτη σφαίρα θα σε χτυπήσει κατευθείαν στην καρδιά σου κι όλα όσα ονειρεύτηκες θα γίνουν κομμάτια.
Το αγόρι ήθελε να ζήσει.
Κι έφερνε ένα σπουδαίο γιατρικό στο πρώην Ευτυχισμένο Νησί.
Μια μαγική ιστορία για όλους όσοι επιμένουν να ζουν και να ονειρεύονται με μάτια ανοιχτά.
---
http://tvxs.gr/news/biblio/ena-xrisimo-mathima-psyxologias-apo-ti-foteini-tsalikogloy
.

29.3.15

Το Αμάρτημα του Πατρός μου - Χρήστος Χατζόπουλος

«Εγώ δεν ακούω ; Εσύ δεν ξέρεις τι λές !»
Μια ολόκληρη ζωή, αυτά άκουγε .
«Σπίτι μου είναι, ότι θέλω κάνω, άντε να χαθείς, καινά δαιμόνια, μειράκιο, αυτό που σου λέω εγώ, τα έχω τετρακόσια, δεν τα χέζουμε τα λεφτά, στο διάβολο να πας, δεν ξέρεις τι σου γίνεται…»
Τον παρακολουθεί τώρα καθώς σέρνεται προς την τουαλέτα, πεισμωμένος, να μη δέχεται μπαστούνι, να μην αναγνωρίζει τα χρόνια που πέρασαν, να κρατιέται στην οδύνη της ζωής με τα «πρέπει» που του έφτιαξαν και δεν κούρασε ποτέ το μυαλό του να ερμηνεύσει .
Σε λίγη ώρα, οι βρωμερές πορδές του θα στείλουν στον αγύριστο τα μαύρα απομεινάρια της δυσπεψίας του, που τελευταία, τον τυραννάει συχνά .
Αχώνευτη ζωή .
Και θα ακούει άθελά του τη λυσσαλέα αντίσταση ενός ορθού τιμωρού, να γίνεται βογγητό και ιδρώτας σε ένα συσπασμένο πρόσωπο που έμεινε για πάντα βρεφικό .
Και το σκατό θα βγαίνει με κόπο, με πόνο, με δάκρυ .
Οργισμένη κωλοτρυπίδα, μάσησες τους καημούς μου και φτύνεις τώρα τα κουκούτσια .
Τόσα χρόνια, το σπέρμα όλων των «καταναγκασμών» που σου φύραναν το μυαλό, το ξέρασες ακυβέρνητο, αλύτρωτο, πάνω στα παιδιά σου, στη γυναίκα σου, σε όσους σε αγάπησαν .
Ακόμη και στη μουσική που σε επέλεξε για θεματοφύλακά της .
Βιρτουόζος πιανίστας, χάνει την έμπνευσή του .

Λευκό, παχύρευστο υγρό φορτωμένο ζωές, από την πιο όμορφη εικόνα, το δώρο του Ανθρώπου, κράτησες μόνο τη γλίτσα και τη θολούρα του !
Μου τσάκισες την παιδική μου ψυχή !
Με έκανες κοινωνό και συνένοχο της ανικανότητας και του φόβου σου .
Εξαργύρωνες σε ένα δεκάχρονο τη βία που προκάλεσες, την καταπίεση που άσκησε η αδυναμία σου να κοιτάξεις την αλήθεια .
Να δεχτείς το έλλειμμα σου .
Θυσίασες τόσους αθώους για να χορτάσουν οι νεκροφανείς που κουβαλούσες μέσα σου .

Τον φαντάζεται να κάθεται μουτρωμένος για την κακιά του μοίρα, τα παντελόνια κάτω, το κατουρημένο σώβρακο, η ρόμπα ξεφτισμένη, διπλωμένος στα δύο και να πασχίζει .
Το σώμα τιμωρεί .

Πλησιάζει την κλεισμένη πόρτα με μια δόση μεταμέλειας για κείνο που πρόκειται να κάνει .
Δε νιώθει λύπη, δεν έχει καθόλου θυμό, η συνειδητότητα της αναγνώρισης τον διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα .

Στο πανί της κουρτίνας απέναντί του, προβάλλεται μια σκηνή από μια ηλικία που νόμιζε πως είχε λησμονήσει .
Άνοιξη, ο πατέρας ξαπλωμένος στο κρεβάτι με άσπρη φανέλα, τον κρατά στην αγκαλιά του με καμάρι και τον κάνει «αεροπλανάκι».
Καθώς προσγειώνεται με φροντίδα δίπλα του, ακουμπάει στο μέσα μέρος του μπράτσου του με το πρόσωπο, ξεσπώντας στο παιδικό του γέλιο .
Ακόμη θυμάται εκείνη τη μυρωδιά που είχε η αγκαλιά του  .
Συνειδητοποιεί πόσο μεγαλειώδες είναι το χάρισμα ετούτης της μνήμης .
Δεν είναι μέσα στο μυαλό, είναι σε όλες τις αισθήσεις !
Αυτό θέλει να θυμάται .

Κατεβάζει το πόμολο της πόρτας και μπαίνει στην τουαλέτα .
Δεν τον έχει πάρει ακόμη χαμπάρι .
Κοντοστέκεται για λίγο στο κούφωμα ενός άλλου κόσμου .
Όλα φαίνονται τώρα τόσο μακρινά .
Κι η δική του ζωή τόσο κοντά .
Κάτι τον σπρώχνει απαλά στην πλάτη .
«Τι θες εδώ ; Πως μπαίνεις έτσι μέσα ; Γιατί με κοιτάζεις έτσι ;»
Αρπάζει αποφασιστικά το σώμα και το σηκώνει .

Με μια δύναμη που βγήκε από μέσα του, χωρίς να την ελέγχει, παίρνει τον γέρο και τον καθίζει στο παγωμένο πάτωμα έτσι ξεβράκωτο και με την απορία παγωμένη στο πρόσωπό του .
Με το αριστερό χέρι κρατάει τον πατέρα από τον ώμο και το δεξί το βυθίζει στον καμπινέ .
Αρπάζει, χωρίς να νιώθει καθόλου αηδία το μαυριδερό γλοιώδες απόβρασμα και το σφίγγει .
Έτσι όπως είναι πασαλειμμένη η παλάμη, τη φέρνει στο στόμα του πατέρα και του χώνει δυό δάχτυλα μέσα στο στόμα .
Ο γέρος κάνει να πνιγεί ενώ παλεύει να απεγκλωβιστεί από το χέρι που τον κρατάει σα μέγγενη .
Φτύνει και ξερνάει με αηδία καφετιές κηλίδες παντού στην τουαλέτα .
Εκείνος, τον κοιτάζει με στοργή λίγο πριν του πεί :

«Αυτά είναι δικά σου πατέρα, μην τα αφήνεις όπου να ναι .»

ΓΚΡΙ - Χρήστος Χατζόπουλος

Το μεγαλύτερο δώρο που μας προσφέρεται από τη στιγμή που παίρνουμε την πρώτη μας ανάσα σε τούτη τη ζωή, είναι η ίδια η ύπαρξη.
Να την τιμάμε τη ζωή.

Να μην την τρέχουμε...

Να καλωσορίζουμε κάθε κλάσμα δευτερολέπτου που έφυγε, κάθε απρόσμενη αναποδιά που έκατσε, κάθε επιθυμία που δεν ειπώθηκε και περιμένει στη γωνία να ωριμάσει.

Ας είμαστε ευγνώμονες για όλη τούτη την ομορφιά που μας περικλείει.
Για τις εικόνες, τις μυρωδιές, τα μικρά και τα μεγάλα, το λίγο και το αρκετό, για τα βλέμματα της αγάπης αλλά και τα δακρυσμένα μάτια, για τα χάδια αλλά και για τα χαστούκια, για τις απώλειες και για τα ξυπνήματα.

Όλα τα έχουμε προκαλέσει για να μας προ(σ)καλέσουν στο μέλλον που φτιάχνουμε...

Τα συναισθήματα είναι αστέρια.
Κάποια είναι βαριά, άλλα ίπτανται.
Μας καθορίζουν και τα καθορίζουμε.
Συνυπάρχουν μαζί μας είτε περπατάμε, είτε σερνόμαστε, είτε χοροπηδάμε, είτε κολυμπάμε, είτε κωπηλατούμε, είτε πετάμε!
Ανάλογα τη δόση, κάθε φορά.
Σε κάθε περίπτωση, είμαστε φως, αλλά και σκοτάδι.
Και κάτι άλλο όμως.

Υπάρχει και το ΓΚΡΙ ανάμεσά τους.
Από εκεί, ενίοτε παρατηρούμε αποστασιοποιημένα τη "δράση".
Με έναν ψυχρό αντιστρεπτικό καθρέφτη, μέσα στον καθρέφτη, όλα τα χρώματα μαζί και το κανένα.

Αυτές οι στιγμές στη θνητή μας ζωή είναι διάφανες και περνούν απαρατήρητες.
Όχι όμως ανώφελες.
Αυτές είναι που κάνουν κράτει στη γλώσσα πριν μιλήσει άλλα απ' όσα τη διατάζει το μυαλό, αυτές είναι και που την ξεσηκώνουν να βρει το ανάστημά της!
Αυτές οι μικρές γκρί στιγμές, κάνουν το μολύβι όπλο και φτύνει καημούς, ενώ άλλοτε λουλούδι, που γεμίζει με αρώματα τη μέρα.
Αυτό το "κρύο" φως, χρειάζεται όσο χρειάζονται όλα τ' άλλα που μας προβληματίζουν.

Είναι ζωή, είναι Αγάπη.
Όταν συμφιλιωθείς με αυτό, μετράς καλύτερα τις αποστάσεις.
Εκτιμάς πιο συνετά τις πλευρές και τις γωνίες σου, το "μέχρι" και το "ακόμη", τους "πρόποδες του ύψους σου".
Με ποιά πλευρά σου επιθυμείς να σχετιστείς κάθε φορά.
Κι αν τίποτα απόλα αυτά δε σου θυμίζει εσένα κάποια στιγμή στη ζωή σου, έχει κι άλλο να σπαταλήσεις....
Ωστόσο, η τρυφηλότητα, το βόλεμα, είναι γήινη εφεύρεση, δεν είναι ανακάλυψη.
Μην ποντάρεις για πολύ καιρό επάνω της.
ΧΧ

Οι θύμησες που δεσμεύομαι να ξερνάω: Απ’ τη Σφαγή της Χίου μέχρι σήμερα

 

Της Στέλλας Ασλανίδου*

 Ήταν πάλι μία απ’ αυτές τις ημέρες που στρώναμε βρεγμένες κουρελούδες κάτω απ’ τις πόρτες, για να μην εισχωρούν τα δακρυγόνα της αστυνομίας μέσα στο σπίτι, και τυλίγαμε τα πρόσωπά μας με βρεγμένες πετσέτες, για να μην κλαίνε τα μάτια μας. Ήμουν παιδί τότε, 8 ετών.
 
Από εκείνη την ημέρα του Μάη του ’65, άλλαξε ο τρόπος που αντιλαμβανόμουν τον κόσμο και τη ζωή, άλλαξε ο τρόπος που νοούσα το σύμπαν, τη μοίρα ή την τύχη, άλλαξε ο τρόπος που ονειρευόμουν, οι ασχολίες μου, τ’ αγαπημένα μου βιβλία, οι περιπλανήσεις του μυαλού μου.

Μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 που υπογράφηκε το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, –τότε που έπαθα ένα μικρό εγκεφαλικό και ξέρασα από μέσα μου ό,τι είχε κολλήσει στο λαιμό μου τόσα χρόνια-, δεν είχα μιλήσει ποτέ για εκείνη την ημέρα. Μίλησα μόνον μία και μοναδική φορά, την ημέρα που σκότωσαν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, και μετά, αγκαλιά με τον μπαμπά μου, κλάψαμε μαζί για τους σκλάβους όλου του κόσμου.

Σήμερα, μέσα στη σύγχυση μιας κρίσης που δεν έχει ένα ξεκάθαρο πρόσωπο αλλά έχει πολλά προσωπεία-μάσκες, άρχισα ασταμάτητα να ξερνάω κάθε τι που τόσα χρόνια φώλιαζε βαθιά μέσα μου, επειδή μπήκαμε σε μια νέα εποχή, αποκαλύψεων, καθάρσεων, καθαρμών και (νεο)καθαρμάτων, όπου διάφορα θεραπευτικά πρωτόκολλα απαιτούν να πετάξουμε τις στολές που φοράει η ψυχή μας και να λευτερωθούμε απ’ τις χειροπέδες που σφίγγουν τη σκέψη μας.

***
Εκείνη την ημέρα Μαγιού του ’65 λοιπόν, για να ξεφύγουμε απ’ τα τοξικά δακρυγόνα της Εγνατίας, ο πατέρας μου μας φυγάδευσε στο πατρικό του σπίτι στο Κιλκίς. Εκεί, ένας μονόλογος της άλλης μου γιαγιάς έγινε αφορμή να μου αποκαλυφθεί (μετά από ερωτήσεις που μόνον τα παιδιά ξέρουν επίμονα να θέτουν για ν’ αποσπούν απαντήσεις)  μια κρυμμένη πτυχή του παρελθόντος της οικογένειας. Πτυχή που ήταν άγνωστη μέχρι τότε σ’ εμένα, αλλά έγινε εξίσου τοξική με τα δακρυγόνα για το μέλλον μου.

***
 «Αχ πουλί μ’! Φευγατισμένοι (φευγάτοι) είν’ ούλοι (όλοι)!  Μοναχή μου στέκω αδαμέσου (εδώ μέσα). Δεν μιλώ ολάκερη ‘μέραν, Μόνο που προσεύκουμαι (προσεύχομαι) Αμήν!  …Αχ! Έγινα ωσάν την αγαλήνιστη κι άγλωσση μάμμη μου Ελέησον Κύριε! …Είκοσιν λέξεις δεν είπε από τότε  που την απαρπάξαν (αρπάξαν βίαια) οι τουρκιοί απ’ την αποθαμένη μάμα της. Αχ! το γιαβρί μ’! Αιματόλουστη την εσουρτάρισαν (έσυραν), ωσάν τον Χριστόν Κύριε ελέησον, να την επωλήσουν ες τον Λίβανον… Πώς να μιλήσει από τότες; Πού να εύρει συντελέα (δύναμη) να σούρει λαλίαν (να βγάλει φωνή);»

Δεν καταλάβαινα παρά ελάχιστα Ποντιακά. Όμως εκείνη την ώρα, θυμάμαι καλά πως τα κατάλαβα όλα, σαν να τα γνώριζα από παλιά.

***
Εκείνη την ημέρα έμαθα πως η γιαγιά της γιαγιάς μου, που την ελέγαν Αθηνά, ήταν μωρό δύο χρονών όταν έγινε η Μεγάλη Σφαγή της Χίου. Ένα κορίτσι, η δωδεκάχρονη τότε Μαρία, τράβηξε την Αθηνά απ’ τα ματωμένα ρούχα της αποκεφαλισμένης μάνας της και την πήρε αγκαλιά.
Έτσι αγκαλιασμένες τις μάζεψαν οι Τούρκοι και τις στοίβαξαν στα καράβια, μαζί με πολλά γυναικόπαιδα απ’ το νησί, κι αγκαλιασμένες έμειναν σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή τους, κι αυτές, κι οι κόρες τους, κι οι εγγονές τους. Δυό βδομάδες μετά τη Μεγάλη Σφαγή,  έφτασαν στο Λίβανο και μεταφέρθηκαν σ’ ένα υπαίθριο «στρατιωτικόν πεδίον αιχμαλώτων».
Μερικές μέρες αργότερα,  τις αγόρασε ένας δουλέμπορος και, με συνοδεία στρατιωτών, τις έκλεισε σ’ ένα μεγάλο κτίριο όπου έμεναν προσωρινά τα «Ανήλικα Κοριτζόπουλα προς Πώλησιν». Εκεί, τις εντόπισε, τις παζάρεψε, και τελικά τις αγόρασε μία επιτροπή μέριμνας που ταξίδεψε από την πόλη της Τραπεζούντας στον Λίβανο, με ειδικό σκοπό να λευτερώσει απ’ το σκλαβοπάζαρο και τους μουσουλμάνους, κάποια παιδιά που προέρχονταν απ’ το μαρτυρικό νησί.
Περίπου 300 παιδιά της Χίου αγοράστηκαν τότε και, στη συνέχεια, μεταφέρθηκαν με καραβάνια στην Τραπεζούντα, όπου υιοθετήθηκαν από διάφορες οικογένειες της περιοχής και πολιτογραφήθηκαν Πόντιοι… Δυό απ’ αυτά τα παιδιά ήταν η Μαρία, και η μικρή Αθηνά, η γιαγιά της δικής μου γιαγιάς, που έμεινε σχεδόν άλαλη σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή της.

***
Από εκείνη την ημέρα που άκουσα όλ’ αυτά, η ιστορία της Αθηνάς έγινε ο δικός μου προσωπικός μύθος και παράμυθος. Ήμουν εγώ, η εγγόνα της, που θα μπορούσε να μεγαλώνει σαν σκλάβα, οπουδήποτε…

Όταν ήμουν ξύπνια και διάβαζα για το σχολείο, στη «γεωγραφία», φανταζόμουν τις εικόνες του τόπου όπου θα μπορούσα να ζω. Όταν διάβαζα «ιστορία», αναπαρίστανα στη σκέψη μου τα ιστορικά γεγονότα όπου θα μπορούσα να παρευρίσκομαι. Όταν διάβαζα «θρησκευτικά», λογάριαζα αν θα μπορούσα να φοράω φερετζέ.
Κι όταν διάβαζα λογοτεχνικά βιβλία, ταυτιζόμουν με τον ήρωα γιατί ήμουν σίγουρη πως θα μπορούσα να βρίσκομαι στη θέση του. Όλος ο κόσμος γινόταν δικός μου, γιατί θα μπορούσε πράγματι να είναι ο δικός μου Κόσμος αν, εκείνη η γιαγιά Αθηνά, πουλιόταν δούλα σ’ οποιονδήποτε αφέντη και σ’ οποιονδήποτε τόπο. Όλη η ιστορία των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής, της Ευρώπης και της Ασίας, ήταν και δική μου Ιστορία. Κι εγώ, ήμουν Ελεύθερη … να φαντάζομαι και να ζυγιάζω τις περιστάσεις…

Όμως, όταν κοιμόμουν τις νύχτες,  ονειρευόμουν κι έβλεπα εφιάλτες, την Αθηνά που στεκόταν άλαλη, ματωμένη κι αλυσοδεμένη, εμένα που είχα στο μέτωπό μου μια βαθιά ουλή, το τυπωμένο σημάδι του οικόσημου ενός αφέντη, που μέσα στον ύπνο μου μπερδευόταν με τα σήματα  των εμπορευμάτων που πωλούνται στην αγορά. Κι ένιωθα δούλα… υποταγμένη στη βούληση άλλων και σε καταστάσεις που μου  επιβάλλονταν με τη βία...
Ντρεπόμουν τον εαυτό μου γι’ αυτούς τους εφιάλτες μου, κι ένιωθα τύψεις που ήμουν ελεύθερη να περιπλανιέμαι, και νόμιζα πως αυτή τη σκλαβιά -που λευτερώνεται από τύχη ή από την μοίρα, δεν πρέπει να τη μάθει κανείς, πρέπει να μείνει μυστική, για να μην φανερωθεί το κρυφό σημάδι που είχα αποκτήσει στο μέτωπό μου, κι η πραγματική ουλή που είχε σημαδέψει την ψυχή μου. 

Ευτυχώς, την πρώτη εκείνη ημέρα της αποκάλυψης, η γιαγιά μου κι ο παππούς μου -που κατακεραυνώθηκαν απ’ τις ερωτήσεις μου-,  με διαβεβαίωσαν πως «Τώρα πια δεν πουλάνε ανθρώπους σαν σκλάβους, Απαγορεύεται!  Ούτε υπάρχουν σημαδεμένοι δούλοι. Βλέπεις κανέναν να έχει σταμπαρισμένα σχέδια επάνω του;».
Και με έπεισαν, και με καθησύχασαν, γιατί τότε, μόλις 20-25 χρόνια μετά τις θηριωδίες των ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα τατουάζ που σημαδεύουν για πάντα την σάρκα δεν ήταν της μόδας όπως είναι τώρα, και γιατί δεν μπορούσα να δω τα καλά κρυμμένα νούμερα που ήταν σταμπαρισμένα στα χέρια των ελάχιστων επιζώντων εβραίων της πόλης μου.
Κι αν καμιά φορά έβλεπα σταυρό χαραγμένο στα μέτωπα ηλικιωμένων γυναικών –όπως γινόταν παλιά σε μερικά χωριά της Μακεδονίας, νόμιζα πως αυτές οι γυναίκες γεννήθηκαν σκλάβες, που αργότερα, με την απαγόρευση, απελευθερώθηκαν. Και τις κοίταζα κοκαλωμένη, χωρίς να τολμήσω να μιλήσω ή να ρωτήσω για αυτούς τους σταυρούς, για να μην φανερωθούν και τα δικά μου κρυφά σημάδια.

Το βιβλίο «Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά» που μου αγόρασε ο μπαμπάς εκείνο τον καιρό, για να με «διαφωτίσει» στο θέμα της δουλείας και της ελευθερίας, το διάβασα πολλές φορές απανωτά. Όμως έδωσα ολόκληρες μάχες με τον εαυτό μου για να πειστώ πως οι ήρωές του δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά άνθρωποι από πολύ παλιές ιστορίες που θα μπορούσαν να ήταν και δικές μου, μόνον αν γινόμουν η προ-προ-γιαγιά μου. Κι ευτυχώς, αυτό δεν μπορούσε να γίνει στον ξύπνιο μου, κι εγώ έμεινα ελεύθερη να φαντάζομαι τα δεινά των παλιών χρόνων, κι έναν υπέροχο κόσμο για το παρόν…

***
Την ημέρα που σκότωσαν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, τον Απρίλη του ’68, δεν έπεφταν πια τοξικά δακρυγόνα στη γειτονιά μου -είχαμε δικτατορία. Ωστόσο εγώ κι ο μπαμπάς μου κλάψαμε και πάλι μαζί, αγκαλιασμένοι σφιχτά, γιατί εκείνη την ημέρα μου έμαθε πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ζούνε σαν δούλοι και σκλάβοι, και γιατί εκείνη την ημέρα του έμαθα πως στον ύπνο μου γινόμουν κι εγώ σκλάβα, σαν την προ-προ-γιαγιά μου την Αθηνά.

***
Όταν υπογράφηκε το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, τον Οκτώβρη του ’12, έκλαψα όπως και τότε –χωρίς τον μπαμπά μου που ευτυχώς πέθανε νωρίτερα, γιατί ένιωσα ξανά στο πετσί μου πως, όπως και τώρα, όπως και τότε, όπως και πάντοτε, οι αφέντες κι οι εξουσίες πουλάνε τους υπηκόους τους σαν πραμάτεια μαγαζιού, με σκοπό να γεμίσουν τα ταμεία τους, να ξεπληρώσουν τα χρέη τους απ’ το κόστος των επιδρομών τους, να χρηματοδοτήσουν νέες επιδρομές, για νέες λεηλασίες γης,  φυσικών αγαθών κι ανθρώπινων ψυχών.

Από εκείνη την ημέρα του Μεσοπρόθεσμου, αηδιασμένη απ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, και για να μην ξαναπάθω εγκεφαλικό,  αποφάσισα να γράψω για όλα αυτά που σημάδεψαν τη ζωή μου, να βγάλω από μέσα μου όλα αυτά που έφραξαν το λαιμό μου, να προσπαθήσω να διακρίνω τα αληθινά πρόσωπα του ολοκληρωτισμού που κρύβονται πίσω από ποικίλα, σκληρά, βίαια  ή, κάποιες φορές, παράδοξα, παρδαλά, ανόητα, αστεία ή χαζά προσωπεία και μάσκες.

Γιατί οι ολοκληρωτισμοί που μπορούν να κυριεύσουν το σώμα μας, το μυαλό μας, τις αισθήσεις μας και τις θύμησές μας, πληγιάζουν, ματώνουν, κι αφήνουν βαθιές ουλές και στη νόηση και στην κατανόηση…, και γιατί, τα διάφορα θεραπευτικά πρωτόκολλα απαιτούν να πετάξουμε τις στολές που φοράει η ψυχή μας, να λευτερωθούμε απ’ τις χειροπέδες που σφίγγουν τη σκέψη μας και να ξεράσουμε τους κόμπους που πνίγουν τον λαιμό μας, βγάζοντας τις λαιμαριές μας.

* Η Στέλλα Ασλανίδου είναι Ιστορικός Τέχνης
---
http://tvxs.gr/news/san-simera/oi-thymises-poy-desmeyomai-na-ksernao-ap%E2%80%99-ti-sfagi-tis-xioy-mexri-simera 

20.3.15

Η πανοπλία και τα όπλα μου. Της Φωτεινής Βαρδή





Ντύθηκα την πανοπλία μου. Ζώστηκα το βαρύ όπλο. Πέρασα σταυρωτά τα φυσίγγια. Κράτησα την ασπίδα μου στο χέρι το αριστερό και ένα καλά ακονισμένο σπαθί στο δεξί.

Βγήκα στο στίβο της μάχης να παλέψω. Τα πλήθη ωρύονταν στις κερκίδες. Ο αντίπαλος δεν άργησε να φανεί. Είχε και αυτός βαριά αρματωσιά και μάτια να γυαλίζουν. Ή αυτός ή εγώ. Μονομάχοι στην αρένα.

Καθώς η πανοπλία ήταν βαριά έσερνα τα βήματα μου, σήκωνα σκόνη. Με κόπο κουβαλούσα τα άρματα μου. Η περικεφαλαία με ζέσταινε ανυπόφορα αλλά ήταν η προστασία μου και αγνόησα την ενόχληση που μου προκαλούσε.

Πλησίασα και κάρφωσα το σπαθί μου στο έδαφος μετρώντας τον αντίπαλο μου και κοιτάζοντας τον στα μάτια. Το ίδιο έκανε και αυτός.

Ξαφνικά με ένα ουρλιαχτό που μου φάνηκε να βγαίνει από αλλουνού ανθρώπου λαρύγγι άρπαξα γρήγορα το σπαθί και κατάφερα μερικά χτυπήματα στον άλλον που με τη σειρά του χτυπούσε αλύπητα και προέτασσα την ασπίδα μου προστατεύοντας το σιδερένιο μου κορμί.

Πάνω στη μάχη που είχε ανάψει κατάφερα με ένα σπάθισμα να αφοπλίσω τον εχθρό και να τον ρίξω ανάσκελα στο έδαφος.
Είδα το φόβο να καθρεφτίζεται στα μάτια του και ένα ικετευτικό βλέμμα. Καθώς στεκόμουν αναποφάσιστη  για τον αν θα του χαρίσω τη ζωή ή όχι ξύπνησα από το όνειρο ιδρωμένη, με στεγνό στόμα και μια θλίψη να με έχει καταλάβει.

Πολύ ζωντανό το όνειρο μου αυτό.
Σκεφτόμουν ότι κάθε μέρα δίνω μάχη. Ξεκινάω το πρωί λέγοντας ότι πάω στην παλαίστρα. Δίνω κουράγιο στον εαυτό μου με ένα χαμόγελο για να αντιμετωπίσω την καθημερινότητα και ντύνομαι την πανοπλία της δυναμικής γυναίκας.

Φοράω στενή φούστα, μαύρο καλσόν, μπλούζα με ντεκολτέ φτιάχνω το μαλλί και φοράω ψιλοτάκουνα. Μακιγιάρομαι και περνάω έντονο κραγιόν στα χείλη. Βάζω και λίγο από το αγαπημένο μου άρωμα. Παίρνω τη ασφυκτικά γεμάτη τσάντα μου, τα κλειδιά του αυτοκινήτου, το κινητό, φοράω το παλτό μου και ξεχύνομαι φουριόζα στο δρόμο.

Είναι μέρες που δεν θέλω να κουνήσω από το σπίτι. Θέλω να κάτσω με τις πιζάμες να φτιάξω με την ησυχία μου ένα καφέ, να απολαύσω τη σιωπή του πρωινού χωρίς να τρέχω να προλάβω δουλειές και γραμμές θανάτου(deadlines).

Θέλω να είμαι ο εαυτός μου χωρίς την υποχρέωση να παριστάνω την ατσαλάκωτη businesswoman.

Και τώρα που γράφω ακούω τα εξαρτήματα της πανοπλίας μου να τρίζουν. Να είσαι άριστη σε κάθε τι που κάνεις για να σκεφτούν θετικά οι γύρω σου για εσένα και την οικογένεια σου που έβγαλε ένα τόσο πετυχημένο παιδί.

Να δίνεις και ας νιώθεις να σε εκμεταλλεύονται χωρίς μέτρο. Κάνε τους άλλους να σε χρειάζονται σκέψου γι’ αυτούς πριν από αυτούς.

Χαμογέλασε και ας μην έχεις καμία διάθεση να το κάνεις.
Στην πανοπλία μου κολλάω χρόνο με το χρόνο και νέα φύλλα σιδήρου.-

14.3.15

Ξόρκι - Χρήστος Χατζόπουλος


Όσο βυθίζομαι στη Γνώση σου, ξόρκι που βγήκες από μένα, όλο και πιο ανάλαφρος επαναπροσδιορίζω τη σκιά μου.
Τόσο μεγαλώνει η λάμψη που με περιβάλλει.
Αυτός ο όγκος, ετούτα τα χέρια, ο καπνός που στροβιλίζεται σε αμέτρητα σχήματα, ανέφελες χαράξεις σε όλες τις κατευθύνσεις, γίνεται κουκίδα.
Το πιο μικρό αστέρι από στάχτες πλασμένο.
Και καταπίνεται ξανά απ’ το αυριανό αιώνιο σκοτάδι.

Δεν είναι τα μάτια φωτεινά.
Μήτε το βλέμμα οδηγός για να προβάλλει μονοπάτια.
Η μοναδικότητά τους είναι το ένα και το αυτό και το απέθαντο.
Μαθαίνουν άλλοτε γρήγορα κι άλλοτε αργά, να διακρίνουν το σκοτάδι.
Αυτό κάνουν τα μάτια.

Το σκοτάδι, τα έχει όλα!
Όλα τα χρώματα, όλη την αρμονία, όλες τις ψευδαισθήσεις.
Όλους τους χτύπους, τους παλμούς της παραφορτωμένης μας καρδιάς, χοχλάζει χωρίς αιτίες και καημούς.
Γύρω μας στέκεται αδηφάγο και ανέσπερο.
Το σκοτάδι.

Με κλειστά βλέφαρα ποτέ δε θα μάθεις.
Δε θα μάθεις ποτέ το σχήμα σου.
Την απόχρωσή σου.
Το πόσο μακριά φτάνεις.
Το ξόρκι να μιλήσεις.


Ο Βράχος - Χρήστος Χατζόπουλος

Κάθισα στο βράχο αυτό
Και σε θυμήθηκα
Στη σκληρότητα της αλήθειας του
Άνοιξε το σώμα μου
Και ξεχύθηκε
Η απάτη μιας ζωής πολλαπλασιασμένης
Την πέτρα τη σμιλεύεις με κόπο
Με πόνο
Κι’ όλα τα κόκκαλά σου
Έχουν αλλάξει σχήμα
Μέχρι ν’ αλλάξεις το δικό της

Εγώ κρατώ την πύρινη ρομφαία
Εγώ κρατώ
Και τη βροχή
Τα δάκρυα χιλιάδων ψυχών
Μου πνίξανε το στόμα
Να βγάλω μέσα στο βλέμμα
Το ανείπωτο
Κι όσα δε μαρτυρά
Ο βράχος

Φροντίδα ζητάει
Η πληγή
Νοιάξιμο
Το μαχαίρι
Πριν γίνει
Λεπίδα
Η λαβή

Εγώ στο βράχο πάνω
Αυτόν
Τώρα θα κόψω τη σκιά σου
Στο ίδιο ύψος
Ν’ ακολουθείς
Είτε σαν
Ναι
Με ανταμώσεις
Είτε σαν
Όχι

Με αφήσεις

28.2.15

09/03/15 – Σεμινάριο «Αφήγηση Ζωής» στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη με ελεύθερη είσοδο

Τη Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015, στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη στις 7μμ, θα πραγματοποιηθεί το εισαγωγικό μάθημα του βιωματικού σεμιναρίου Αφήγησης Ζωής με ελεύθερη είσοδο.
«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την διηγηθεί» Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές
Καθώς οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα, η δύναμη της γραφής γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο έκφρασης, επικοινωνίας, αυτογνωσίας και δημιουργικότητας.
Το βιωματικό εργαστήριο γραφής Αφήγηση Ζωής της δημοσιογράφου και συμβούλου ανθρωπίνων σχέσεων Κρυσταλίας Πατούλη, διανύει τον 5ο χρόνο του με πολλές συνεργασίες και εκδηλώσεις στο ενεργητικό του.
Περισσότερες πληροφορίες για το σεμινάριο: http://afigisizois.wordpress.com/about/
«Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι –λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια– μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους…» Γιάννης Ρίτσος
Info:
Βιβλιοθήκη Βολανάκη, 09/03/2015, 7μμ, Στουρνάρη 11, Εξάρχεια - Αθήνα, τηλ. 210 3300423.
Η πρόσκληση στο φ/β εδώ

«Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου
δε θα βρεις τον εαυτό σου
αλλά όλους τους άλλους
τους μικρούς και τους μεγάλους
γιατί ο χρόνος είναι ένας
και δεν πέθανε κανένας» Διονύσης Σαββόπουλος

25.2.15

Αφήγηση ζωής στην κρίση… Ψάχνω για σπίτι. Ψάχνω για δουλειά.


afigisi zois stin krisi 
“Αφήγηση ζωής στην κρίση…
Ψάχνω για σπίτι. Ψάχνω για δουλειά. Ψάχνω για μια νέα ζωή. Ψάχνω για ένα νέο ρόλο. Ψάχνω για έναν άλλον εαυτό. Ψάχνω την δύναμη να τα κάνω όλ’ αυτά. Ή μάλλον την Θέληση για Δύναμη, όπως θα με διόρθωνε το φάντασμα του Φρειδερίκου. Δεν υπάρχει δεν μπορώ υπάρχει δεν θέλω, συνεπικουρεί στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ο πατέρας.
Πρέπει να θέλω λοιπόν.
Να θέλω να βρω σπίτι,
ένα υπόγειο αχούρι σε μια άθλια πόλη.
Να θέλω να βρω δουλειά,
ότι νά’ ναι, όσο νά ‘ναι ίσα να πληρώνω τ’ αχούρι, 2 σουβλάκια και μια τυρόπιτα.
Να θέλω να ζήσω μια νέα ζωή,
με νέους μη κοινούς φίλους, δωρεάν ασχολίες και πολλή μοναξιά.
Να θέλω ένα νέο ρόλο,
λούμπεν μεσήλικα, μοναχικού διανοούμενου, ….
Να θέλω ένα νέο εαυτό,
να ξαναερωτευθώ και να μ’ ερωτευθούν.
Ποιος άραγε θα με κρίνει αν δεν τα θέλω όλ’ αυτά κι αν δεν θέλω να τα κάνω ακριβώς έτσι?
Το μόνο που θέλω εγώ είναι την χαμένη μου αξιοπρέπεια και τον νεανικό μου χρόνο που ξόδεψα για να την αποκτήσω. Την οικονομική και κοινωνική μου υπόσταση, γιατί άλλη δεν είχα, δεν πρόλαβα ν’ αποκτήσω, δούλευα πολύ.
Επειδή όμως αυτό δεν γίνεται, ενημερώνω ότι θα δώσω πλέον όλο το βάρος να διορθώσω τον μέσα μου εαυτό και να βρω νέους φίλους, πολλούς φίλους, που ίσως να γίνουμε και συναγωνιστές κάποια μέρα.
Ίσως να παίξουμε κι ένα μπασκετάκι μόνο, κάποιο ανοιξιάτικο αθηναϊκό απόγευμα.
Ίσως να φτάνει γι’ αρχή.”

Κ.Κ.

Διαβάστε επίσης: Συμμετοχή στην έρευνα: «Αφηγήσεις ζωής στην κρίση»

21.2.15

Δυό Χαρές και μια Λύπη - ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

( κρυφή μου επιθυμία)

Χιλιόμετρα ολόκληρα σε ψάχνω
Πάνω σε κόκκινες γροθιές
Μέσα από βαθιά σκαμμένες τρύπες
Που καταβροχθίζουν
Το παρόν μου

Χιλιόμετρα πίσω μου
Μπροστά μου
Κι ήσουν μόλις
Δευτερόλεπτα
Κοντά μου

Μέσα στη ζάλη μου
Το γαλήνιο σου βλέμμα
Λαχταρώ
Και το ζητώ
Δεν το ζητώ
Και παύω να υπάρχω

Όσο εσύ δεν αρθρώνεις
Τις λέξεις που προσμένω

Πώς να ταιριάξεις
Δυο ζωές κατατρεγμένες;
Δυό χαρές με μια λύπη;
Πώς να κάνεις την απόσταση
Τόπο κοινό
Με τις ώρες που κυλάνε;

Να’ ταν η Πίστη σου
Σε μένα
Βαθιά σαν την Αγάπη σου
Σαν τα λόγια
Που μίλησε η ψυχή σου
Στην καρδιά μου!

Υπάρχει τρόπος
Να σε βρω
Μέσα μου
Μόνο


18.2.15

Όχι Αντίο, εις το επανιδείν...



✈️ Vacations and HONEYM❤️❤️N (Finally!!...) hehehehe See you soon!!!

Να συναντιόμαστε, να ζοριζόμαστε, να σχετιζόμαστε, να μοιραζόμαστε, ν’ αγαπιόμαστε, να μας λείπει μετά και η συνάντηση και το μοίρασμα και το ζόρισμα. 

Καλά είναι κι έτσι, Κρυσταλία, Ευδοκία, Άννα, Σταύρο.......... 

Ζόρικα, απλά και τρυφερά, σκληρά και διεισδυτικά, ακτίνες χ εις την νιοστή. 

Ν’ ανακαλύπτουμε καινούριους τρόπους να σχετιζόμαστε, να μετατοπιζόμαστε, να μιλάμε μ’ άλλων φωνές, ν’ ακούμε, να γράφουμε, να υπάρχουμε, να γιατρευόμαστε…….

Καλά είναι κι έτσι και σας ευχαριστώ όλους… πολύ. Δε χανόμαστε.


Until I See You Again.  Wonderful song by Carrie Underwood. I so hope it is true.  I hope mom is taking care of Bailey for me and I will see them when it is my time.  Chloe will join us all.  Our little family.  Oh how I wish.

Θα βρισκόμαστε στο μισοσκότεινο υπόγειο της γιαγιάς της Άννας, με την πνιχτή μυρωδιά ταγκισμένου λαδιού, με τα κιούπια γεμάτα ελιές, κρατώντας το βαθύ πιατάκι, μισοπερίεργοι, μισοφοβισμένοι αλλά εκστατικοί μπροστά σε ό,τι  μας φυλάει η ζωή.

Θα βρισκόμαστε, δυστυχώς ή ευτυχώς ανήσυχοι στην παιδική φωτογραφία, στον καναπέ της Ευδοκίας με την τσατσάρα στο χέρι να χαλάει τη γυαλιστερή οικογενειακή παράταξη.

Θα βρισκόμαστε στον πράσινο παιδικό σταθμό του Σταύρου με τα κάγκελα, το παιχνίδι και τους φίλους που δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας στο σπίτι.... αλλά στο σπίτι θα μας περιμένουν οι μοναχικές σημαίες στους πύργους και τα καραβάκια.... εκείνα που όσο ταξιδεύουν στα όρια είναι ασφαλή.

Θα βρισκόμαστε στη μαχητική και μαχόμενη πένα της Κρυσταλίας, να δίνουμε «άνισες μάχες, ίσως εκ προοιμίου χαμένες, που όμως κάπου θα δοθούν» και να μας εμπνέει να μένουμε «ηλιαχτίδα επουλώνοντας πληγές στο σκότος των ανθρώπων.»


Θα βρισκόμαστε. Όσοι συναντήθηκαν αληθινά βρίσκονται.
Χωρίς  αντίο, χωρίς τελεία. 
Μ’ ερωτηματικό και θαυμαστικό «κλείνει» η ιστορία! 
  
Στο επανιδείν, λοιπόν!

Γεωργία

6 Φλεβάρη των φλεβών, σελήνη 17 ημερών, με το βλέμμα σταθερά στραμμένο στον ήλιο, να φέγγει και να λιώνει της Υπαπαντής το χιόνι......




17.2.15

Ποτέ πριν δεν συμμετείχα σε ομάδα που να μου δώσει τόσα




          Όταν πήρα την απόφαση να παρακολουθήσω το Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής, ένιωσα σιγουριά για την απόφασή μου και η σιγουριά μου έδινε εμπιστοσύνη για ότι επρόκειτο να ακολουθήσει. Κάτι σα να με έσπρωχνε να έρθω στα Εξάρχεια μέσα στη νύχτα κάνοντας 30χλμ αψηφώντας την ανησυχία για το άγνωστο της καινούργιας δραστηριότητας και της συνάντησης με καινούργιους ανθρώπους.
          Και δεν το μετανιώνω με τίποτα! Κάθε νέα συνάντηση μαζί σας ήταν μια εμπειρία! Άρχιζε μέρες πριν, με το διάβασμα των αλλεπάλληλων ιμέηλ της Κρυσταλίας. Την εβδομαδιαία άσκηση την προετοίμαζα νοερά ενόσω περπατούσα τις ενδιάμεσες μέρες και το πρωί της Τετάρτης καθόμουνα στον Η/Υ και την έγραφα. Στα πρώτα μαθήματα είχα καρδιοχτύπι όταν έγραφα. Αναρωτιόμουν πώς θα σας φαινόταν αυτό που έβαζα στο χαρτί. Λίγο-λίγο, όσο τα μαθήματα προχωρούσαν, η ανησυχία περιοριζόταν και αύξανε η συγκίνηση. Ήθελα να ακούσω τις παρατηρήσεις σας για όσα έγραφα όπως και ήμουνα περίεργη να ακούσω και τα δικά σας κείμενα! Αδημονούσα να ξανασυναντηθούμε, να φτιάξουμε τον κύκλο μας γύρω από το τραπέζι και να αρχίσει η συνομιλία με τις ασκήσεις να περνάνε από χέρι σε χέρι.
          Οι λέξεις και το παιχνίδι της γραφής, τα βαθύτερα νοήματα που ξεπηδούν ανάμεσα από τις γραμμές του κειμένου και κυρίως, ΚΥΡΙΩΣ οι κραυγές και οι ψίθυροι, τα γέλια και τα χαμόγελα που βγαίνουν σα συμπιεσμένα ελατήρια από τα τάχα αθώα λόγια της άσκησης. Έχει κάτι το μαγικό η διαδικασία της αυτό-αποκάλυψης. Γιατί πέρα από τα καταγραμμένα, γεγονότα ή περιγραφές, τα κενά επίσης αποκαλύπτουν. Μέσα από ευάλωτες παραλείψεις και υπεκφυγές, από εύγλωττες αποσιωπήσεις, από ασάφειες που κραυγάζουν για να αποκρύψουν. Δονήσεις από τα λόγια και δονήσεις από την έλλειψή τους. Ο εαυτός μας σαν το σίφουνα ξεπηδάει από παντού.
          Η Κρυσταλία κρατούσε το τιμόνι του καραβιού. Μόλις το κύμα φούσκωνε και πλέαμε σε θάλασσα ανοιχτή έβαζε φωνές να γυρίσουμε πίσω, στο λιμάνι. «Εδώ είναι  σεμινάριο δημιουργικής γραφής, δεν έχουμε έρθει να πούμε τι πρέπει να αισθάνεται ο άλλος και τι δεν πρέπει!». Κοφτά και σταράτα επανάφερε το τιμόνι στο ίσο του και ο κύκλος ξαναέκλεινε.  Η Κρυσταλία! Η καλή μου Κρυσταλία! Κι εκείνο το πανέμορφο κοριτσάκι με το αδύναμο κορμάκι που κυματίζει μεσίστια στο φέισμπουκ.
          Νιώθω ευγνωμοσύνη που σας γνώρισα. Που μοιράστηκα μαζί σας την εμπειρία της γραφής και της επικοινωνίας μέσα από τις λέξεις.  Νιώθω ευγνωμοσύνη για τις ώρες που περάσαμε μαζί, και που επιτρέψατε να δω τους ενδόμυχους προβληματισμούς και τον πόνο της καρδιάς σας. Νιώθω ευγνωμοσύνη που καλοδεχθήκατε τις προσπάθειες μου να μιλήσω με τη δική μου φωνή και επιτέλους να εκφραστώ.
          Δεν σας αποχαιρετώ. Ούτε νιώθω λύπη που το βράδυ της Τετάρτης είναι ελεύθερο, τώρα που τελείωσαν τα μαθήματα. Σας αισθάνομαι μέσα μου ολοζώντανα. Είστε δικοί μου άνθρωποι. Ποτέ πριν δεν συμμετείχα σε ομάδα που να μου δώσει τόσα (ίσως γιατί για πρώτη φορά έδωσα από αυτά τα βαθύτερα που με ταράζουν μια ζωή). Σας σκέφτομαι και νιώθω ευχαρίστηση και χαρά.
Σκέφτομαι τη Γιωργία με τις λόγιες λέξεις, τον πλούτο και τη γλωσσική αρτιότητα των ασκήσεων της, τις «σταθερές» της φιλολόγου (που η ίδια τις ειρωνεύεται) και τη δύναμη που ξεχειλίζει από ολόκληρη την μικρό το δέμας ύπαρξή της! Σκέφτομαι την Ευδοκία με τις, λες ολοστρόγγυλες, λέξεις που λάμπουν από τρυφερότητα και αγάπη και που η ίδια φοβάται λέει ότι θα την προδώσουν και όμως ελέγχει πλήρως και, τις έχει τόσο επεξεργαστεί όπως ο βοριάς τα βότσαλα του γιαλού. Σκέφτομαι το Σταύρο που, το νεαρό της ηλικίας και οι δυσκολίες του φύλου, δεν τον εμπόδισαν να συμμετέχει και να ολοκληρώσει τον κύκλο μας με κείμενα γεμάτα από το άνοιγμα και το όνειρο των παιχνιδιών της παιδικής ηλικίας που διακόπτονται από σκληρές και αναπάντεχες γωνίες.
         
Μια ευχή Να ξαναβρεθούμε και να κάνουμε κάτι μαζί. Να ξεκινήσουμε από εκεί που σταματήσαμε και να προχωρήσουμε σε νέες περιπέτειες επικοινωνίας και μοιράσματος, εμπιστοσύνης και αποκάλυψης με τη γραφή να κυριαρχεί, να δημιουργεί, να εξομολογείται και να μας ενώνει. 



Φιλιααααά
Άννα

Δείτε επίσης:

Όχι Αντίο, εις το επανιδείν...

 

         
Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου