Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

17.3.14

Συμμετοχή στην έρευνα: «Αφηγήσεις ζωής στην κρίση»



Συμμετοχή στην έρευνα: «Αφηγήσεις ζωής στην κρίση»

Αφηγήσεις ζωής στην κρίση
Αφηγήσεις ζωής στην κρίση
Στα πλαίσια της ομάδας του σεμιναρίου «Αφήγηση Ζωής», ξεκίνησαν να συλλέγονται κείμενα παλιών και νέων συμμετεχόντων, αλλά και από όλους όσοι (ανεξαρτήτως ηλικίας) επιθυμούν και εκείνοι να συμμετέχουν σε μία έρευνα με βάση τα βιώματα της κρίσης, όπου απλοί άνθρωποι καταθέτουν προσωπικές εμπειρίες, ερωτήματα, σκέψεις, απώλειες, προβλήματα, αλλαγές, και ό,τι άλλο μπορεί να έζησαν και να ζουν, από τη στιγμή που ανακοινώθηκε η εισαγωγή της χώρας στο ΔΝΤ μέχρι σήμερα.
Ο στόχος είναι να συλλεχθεί ένας αριθμός όσο γίνεται μεγαλύτερος από βιωματικά κείμενα, ως αυθεντικά προσωπικά αποτυπώματα στα χρόνια της κρίσης, τα οποία μπορούν παράλληλα να δημοσιεύονται σε ειδική ενότητα στο www.afigisizois.wordpress.com (για όσους επιθυμούν με το ονοματεπώνυμό τους ή μόνο με τα αρχικά του ονόματός τους εφόσον επιθυμούν την ανωνυμία) αλλά και να προωθούνται επίσης προς δημοσίευση σε ΜΜΕ.
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να στείλουν στο ιμέιλ: cpatouli@yahoo.gr, το κείμενό τους με τίτλο «Αφήγηση ζωής στην κρίση», με σεβασμό του απορρήτου – όπως αναφέρθηκε ήδη- για όσους δεν θέλουν να κοινοποιούνται τα στοιχεία τους.
Όροι συμμετοχής στις «Αφηγήσεις ζωής στην κρίση»:
Για την εγκυρότητα της έρευνας, χρειάζεται να στέλνονται υποχρεωτικά, μαζί με τα κείμενα (ανεξαρτήτου αριθμού λέξεων), και τα εξής στοιχεία (δημοσιεύσιμα ή μη):
  1. ηλικία (δημοσιεύσιμο)
  2. επίπεδο σπουδών (δημοσιεύσιμο)
  3. επαγγελματική κατάσταση (δημοσιεύσιμο)
  4. οικογενειακή κατάσταση (δημοσιεύσιμο)
  5. ονοματεπώνυμο (δημοσιεύσιμο μόνο την έγκριση του αποστολέα ή μη δημοσιεύσιμο για όποιον επιθυμεί την ανωνυμία του)
  6. τόπος διαμονής – πόλη και νομός (δημοσιεύσιμο)
  7. ιμέιλ (μη δημοσιεύσιμο)
  8. και τηλέφωνο (μη δημοσιεύσιμο)
Τέλος, ο κάθε συμμετέχων – αποστολέας, χρειάζεται επίσης να δηλώνει υποχρεωτικά, εάν θέλει να δημοσιευτεί το ονοματεπώνυμό του ή μόνο τα αρχικά του.
Υγ.: Επιπλέον, υπενθυμίζεται, ότι ξεκινήσαμε να συλλέγουμε κείμενα με γενικές «Αφηγήσεις Ζωής» από τη γέννησή δηλαδή του γράφοντα μέχρι και σήμερα, ως πλήρη εργασία για την ολοκλήρωση του σεμιναρίου με τους παλιούς, νέους αλλά και μελλοντικούς συμμετέχοντες σε αυτό το σεμινάριο. Το κείμενο για την κρίση, σε αυτή την περίπτωση, στέλνεται σε διαφορετική ενότητα, με ξεχωριστό τίτλο: «Αφήγηση ζωής στην κρίση», και με τα παραπάνω απαραίτητα στοιχεία επίσης αναγραφόμενα. Περισσότερα: afigisizois.wordpress.com/about
***
Διαβάστε επίσης: Η Έρευνα για την Κρίση. Της Κρυσταλίας Πατούλη

Περί ανάγνωσης και βιβλίων. Tου Arthur Schopenhauer

19:02, 16 Μαρ 2014 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/150517

Η αμάθεια υποβιβάζει τον άνθρωπο μόνο όταν συνοδεύεται από υλικά πλούτη. Η ένδεια και η ανέχεια καθυποτάσσουν τους φτωχούς. Η εργασία υποκαθιστά στη ζωή τους τη μάθηση και απασχολεί τη σκέψη τους. Αντίθετα, όσοι πλούσιοι είναι αμαθείς, ζουν μόνο για τις απολαύσεις και δεν διαφέρουν από τα μοσχάρια. Ακόμη πιο αξιόμεμπτο είναι ότι δεν χρησιμοποιούν τα πλούτη και τον ελεύθερο χρόνο τους για να τους προσδώσουν ύψιστη αξία […]
Όποιος ρίχνεται με τα μούτρα στο διάβασμα και διαβάζει σχεδόν ολόκληρη την ημέρα αλλά περνά τον ενδιάμεσο χρόνο του χωρίς διόλου να στοχάζεται, χάνει με τον καιρό την ικανότητα να σκέφτεται μόνος του - όπως κάποιος που, κυκλοφορώντας μονίμως καβάλα στο άλογο, ξεχνά στο τέλος πως να βαδίζει. Τέτοια είναι, όμως, η περίπτωση ουκ ολίγων λογίων: από το πολύ διάβασμα έχουν αποβλακωθεί. [...] Όπως η πολυφαγία καταστρέφει το στομάχι και βλάπτει ολόκληρο το σώμα μας, έτσι και το πνεύμα φράζει ασφυκτικά από την υπερβολική πρόσληψη πνευματικής τροφής. [...]
Στη λογοτεχνία, τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά απ’ ότι στη ζωή. Όπου και να στρέψουμε το βλέμμα, ερχόμαστε ευθύς αντιμέτωποι με τον αδιόρθωτο όχλο της ανθρωπότητας, που ξεχύνεται λεφούσι στους δρόμους, συρρέοντας από παντού κι λερώνοντας τα πάντα, σαν τις μύγες το καλοκαίρι. Εξού και το αναρίθμητο πλήθος κακών βιβλίων, τούτο το θρασεμένο ζιζάνιο της λογοτεχνίας, που απομυζά το σιτάρι από τις θρεπτικές ουσίες και το πνίγει. Τέτοιου είδους βιβλίου ληστεύουν από το αναγνωστικό κοινό τον χρόνο, το χρήμα και την προσοχή - όλα όσα ανήκουν δικαιωματικά στα καλά βιβλία και στους ευγενείς σκοπούς τους, μιας και τα κακά βιβλία έχουν γραφτεί με μοναδική πρόθεση να αποκομίσουν κέρδη ή να αποκτήσουν δόξα. Επομένως, δεν είναι μόνο άχρηστα αλλά και σαφώς βλαβερά. Τα εννέα δέκατα της σύγχρονης λογοτεχνίας μας δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να αποσπάσουν επιτήδεια μερικά σελίνια από τις τσέπες του βιβλιόφιλου κοινού. Συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοκριτικοί έχουν συνωμοτήσει για την επίτευξη αυτού του στόχου.
[...] Όσον αφορά τα αναγνώσματά μας, πρωταρχική σημασία έχει η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση. Η άσκηση αυτής της τέχνης προϋποθέτει από εμάς να μην αγγίζουμε οποιοδήποτε βιβλίο απασχολεί κάθε φορά το ευρύ κοινό, μόνο και μόνο επειδή τη συγκεκριμένη εποχή τυχαίνει να κάνει πάταγο ή να επανεκδίδεται ξανά και ξανά κατά το πρώτο και τελευταίο έτος της ύπαρξής του."
[…] Θα ήταν ευχής έργον αν μια μέρα βρισκόταν κάποιος να γράψει την τραγική ιστορία της λογοτεχνίας, όπου θα αποκαλύπτει πώς τα διάφορα έθνη, που δεν χορταίνουν να υπερηφανεύονται για τους μεγάλους συγγραφείς και καλλιτέχνες που έχουν να επιδείξουν, αντιμετώπισαν τους ίδιους κατά τη διάρκεια της ζωής τους.
Ένα τέτοιο πόνημα θα έφερνε στο φως εκείνη την αδιάκοπη μάχη που δίνουν τα καλά και γνήσια έργα, σε όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες, στην προσπάθεια να επικρατήσουν απέναντι στην κυριαρχία του εκάστοτε ευτελούς και διεστραμμένου εγχειρήματος΄

Θα περιέγραφε το μαρτύριο σχεδόν όλων των γνήσιων φωστήρων της ανθρωπότητας, σχεδόν όλων των μεγάλων δασκάλων κάθε κλάδου και κάθε τέχνης΄ θα μας αποκάλυπτε ότι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, έζησαν βασανισμένοι μες στη φτώχεια και στην εξαθλίωση, χωρίς αναγνώριση, χωρίς μερίδιο, χωρίς μαθητές, ενώ οι κάθε λογής ανάξιοι εκπρόσωποι του κλάδου τους απολάμβαναν όλη τη δόξα, την τιμή και τα πλούτη΄ θα μας έδινε να καταλάβουμε ότι είχαν την τύχη του Ησαύ, ο οποίος είχε πάει να κυνηγήσει για τον πατέρα του, ενώ ο Ιακώβ, έχοντας μείνει στο σπίτι, μεταμφιέστηκε και, παριστάνοντας τον αδερφό του, απέσπασε τεχνηέντως την ευλογία του πατέρα.

Και τέλος, θα καταδείκνυε ότι, παρ΄όλες αυτές τις αντιξοότητες, έμειναν όρθιοι χάρη στην αγάπη τους για τον σκοπό που υπηρετούσαν, ώσπου ο σκληρός αγώνας ενός από τους μέγιστους παιδαγωγούς του ανθρώπινου γένους να στεφθεί επιτέλους από επιτυχία, να του γνέψουν οι δάφνες της αθανασίας και να σημάνει η ώρα να ειπωθεί και για τον ίδιο ότι:

Η βαριά πανοπλία γίνεται φτερωτός μανδύας
Σύντομος ο πόνος και αιώνια η χαρά. (1)

(1) Friedrich Schiller, Die Jungfrau von Orleans [Η παρθένος της Ορλεάνης], Πράξη Ε΄, Σκηνή 14. (Σ.τ.μ.)
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Arthur Schopenhauer, Περί ανάγνωσης και βιβλίων. Η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση. Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης, Εκδ. Άγρα

Ο γερμανός φιλόσοφος Άρθουρ Σοπενάουερ γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1788 στο Ντάντσιχ και πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1860 στην Φραγκφούρτη του Μάιν. Γιος του Χάινριχ Φλόρις Σοπενάουερ, ενός από τους κυριότερους εμπόρους της περιοχής, και της Γιοχάνα, γνωστής μυθιστοριογράφου.
Η οικογένειά του ήταν εναντίον κάθε είδους εθνικισμού και γι' αυτό ο πατέρας του επέλεξε για τον γιο του το όνομα Άρθουρ, που συναντάται τόσο στη Γερμανία όσο και στην Αγγλία και τη Γαλλία. Όταν το Ντάντσιχ κατελήφθη το 1973 από την Πρωσία, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Αμβούργο. Εκεί ο Άρθουρ σπούδασε σε ιδιωτική εμπορική σχολή προκειμένου να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του.
Η οικογένειά του συνήθιζε να ταξιδεύει πολύ συχνά, έτσι σε νεαρή ηλικία είχε ήδη επισκεφθεί πάρα πολλά μέρη της Ευρώπης, συνήθεια που κράτησε και στην ενήλικη ζωή του. Όταν, όμως, το 1805 ο Χάινριχ Σοπενάουερ πέθανε πέφτοντας σ' ένα κανάλι, χωρίς να γίνει ποτέ γνωστό αν επρόκειτο για ατύχημα ή αυτοκτονία, η μητέρα του πήρε τον Άρθουρ και την μικρότερη αδερφή του κι εγκαταστάθηκαν στη Βαϊμάρη, όπου και συνδέθηκαν κοινωνικά με τον κύκλο του Γκαίτε και του Βήλαντ.
Ο Γκαίτε μάλιστα παρακολουθούσε την εξέλιξη του Άρθουρ, ο οποίος συνέχισε τις σπουδές του ξεκινώντας με κλασική φιλολογία, περνώντας στην ιατρική και συνεχίζοντας με φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια του Γκαίτινγκεν (Gottingen) και του Βερολίνου. Εκεί είχε δασκάλους τους Καντιανούς καθηγητές Σούλτσε και Φίχτε (ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον Σοπενάουερ ως υποχονδριακό), τη φιλοσοφία των οποίων στη συνέχεια περιφρόνησε επιδεικτικά.
Στη Βαϊμάρη γνώρισε και τον ανατολιστή Φρήντριχ Μάγερ, ο οποίος τον μύησε στην αρχαία ινδική φιλοσοφία, που έμελλε να επηρεάσει βαθιά τη φιλοσοφική του θεωρία. Το 1811 εγκατέλειψε τη Βαϊμάρη και μετέβη στη Δρέσδη, ύστερα από έντονο διαπληκτισμό με τη μητέρα του (λέγεται ότι η ίδια δεν αποδέχτηκε ποτέ την ιδιοφυΐα του γιου της), με την οποία και δεν ξανασυναντήθηκε ποτέ.
Στη Δρέσδη έγραψε και το βασικό έργο του "Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση", που εκδόθηκε το 1819 στη Λειψία αλλά, αντίθετα από τις προσδοκίες του ίδιου, το βιβλίο δεν αναγνωρίστηκε ούτε από τους κριτικούς ούτε από το κοινό. Αμέσως μετά την έκδοση του βιβλίου του, επέστρεψε στο Βερολίνο και διορίστηκε καθηγητής. Εκεί ξεκίνησε η αντιπαράθεσή του με τον Χέγκελ, ο οποίος δίδασκε εκείνον τον καιρό στο ίδιο πανεπιστήμιο.
Ο Σοπενάουερ παρέμεινε 24 εξάμηνα στο πανεπιστήμιο αλλά παρέδωσε μόνο το πρώτο μάθημα, καθώς φρόντισε η ώρα του μαθήματός του να συμπίπτει με την ώρα του Χέγκελ, που τότε κυριαρχούσε στους φιλοσοφικούς κύκλους. Το 1823 μετέβη στο Μόναχο, όπου και παρέμεινε περίπου ένα χρόνο, άρρωστος και απομονωμένος. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Βερολίνο, όπου ξεκίνησε η περιπέτειά του με τα δικαστήρια. Μία μοδίστρα υπέβαλε μήνυση εναντίον του, όταν εκείνος ενοχλημένος από τη φλυαρία της την έσπρωξε έξω από το δωμάτιο με αποτέλεσμα να πέσει από τη σκάλα.
Ο Σοπενάουερ μισούσε όσο τίποτα άλλο τον θόρυβο και είχε γράψει ένα δοκίμιο πάνω σ' αυτό, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ως ενδέκατη εντολή θα έπρεπε να είναι το "Ου διακόψεις" και ειδικά αν διακόψεις κάνοντας θόρυβο, που είναι η πιο αναίσχυντη ενόχληση, αφού δεν σε διακόπτει απλώς αλλά σου καταστρέφει τις σκέψεις. Η απόφαση ήταν υπέρ της μοδίστρας και ο Σοπενάουερ υποχρεώθηκε να καταβάλλει κάθε μήνα ένα αρκετά υψηλό ποσό μέχρι το θάνατό της, το 1841. Πάνω στο πιστοποιητικό του θανάτου της έγραψε "Obit anus, abit onus" (πέθανε η γριά, έφυγε το βάρος).
Η δίκη αυτή ενέτεινε την απαισιοδοξία και μισανθρωπία του και έτσι το 1831 προτίμησε να αποτραβηχτεί στην Φραγκφούρτη του Μάιν, όπου παραιτημένος πλέον από την ιδέα της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, έζησε τα υπόλοιπα 28 χρόνια της ζωής του μακριά από ανθρώπους, με μόνη παρέα τον σκύλο του, Άτμα, και την υπηρέτριά του. Εκεί αφοσιώθηκε στη μελέτη και στη συγγραφή, ενώ απολάμβανε την αρκετά πολυτελή ζωή του με φαγητό (τακτά χρονικά γεύματα παρά τις αντιρρήσεις του γιατρού), κρασί, μουσική, θέατρο και ανάγνωση κυρίως γαλλικής, αγγλικής και ιταλικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, δεν ήταν ευτυχισμένος.
Η ανεκπλήρωτη λαχτάρα του για αναγνώριση της φιλοσοφικής και συγγραφικής του αξίας δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Επιδίωκε την αναγνώριση αλλά ταυτόχρονα περιφρονούσε και σάρκαζε τη δόξα και τις τιμές. Η απογοήτευση και ο κυνισμός του διοχετεύονται στην πραγματεία του Για την πανεπιστημιακή φιλοσοφία, με την οποία εξεγείρεται κατά των ακαδημαϊκών καθηγητών αλλά κυρίως κατά της εγελιανής φιλοσοφίας αλλά και του ίδιου του Χέγκελ.
Η απαισιοδοξία του είναι βέβαια έκδηλη και στα υπόλοιπα έργα του "Περί της βουλήσεως στη φύση", "Αφορισμοί πρακτικής σοφίας" κ.α., που συμπεριελήφθησαν αργότερα σε μία συλλογή δοκιμίων με τίτλο "Πάρεργα και Παραλειπόμενα". Η έκδοση αυτή ήταν και η αρχή της μετέπειτα παγκόσμιας αναγνώρισής του. Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του είδε να δημοσιεύονται άρθρα για τα έργα του και τη φιλοσοφία του σε εφημερίδες και σε περιοδικά του εξωτερικού.
Το 1856 τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης παρουσίασης και κριτικής ιδεών από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ενώ τον επόμενο χρόνο οι θεωρίες του έγιναν αντικείμενο μελέτης σε αρκετά πανεπιστήμια. Σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλόσοφους του 19ου αιώνα και ο πρώτος μέγας θεωρητικός της απαισιόδοξης στάσης απέναντι στη ζωή.
Πρώτος εκείνος μίλησε για την οδύνη της ύπαρξης και προσπάθησε να καταδείξει την απουσία νοήματος στη ζωή και την απαξία της, διακρίνοντας όμως κάποια διέξοδο. Μόνη λύτρωση από τον πόνο και την ανούσια ζωή ήταν η τέχνη, η συμπόνια, ο διαλογισμός και ο ασκητισμός, παρόλο που ο ίδιος δεν θέλησε ή δεν κατάφερε ποτέ να κυριαρχήσει πάνω στις ορμές του.

Σχετικά Άρθρα

08/04/2012

19/06/2012

7.3.14

Ανεξίτηλη Ματιά του Χρήστου Χατζόπουλου


Άνθρωποι παντού
Ξερνάνε τους καημούς τους
Στη λύρα ή στο λαούτο
Σ’ ένα χλωμιασμένο ντέφι

Τούτη την ώρα
Που εσύ τρυγούσες τις χορδές
Της αμνησίας
Κι’ έφευγες λεύτερος θαρρώ
Μέσα στην έμπνευσή σου
Εγώ σκόνταψα στων Εξαρχείων το τραγούδι
Και σε παρατηρούσα

Δεν ήμουν αυτός
Στην ψάθινη καρέκλα
Μήτε η φωνή ήμουν
Που σπάει σε λυγμούς νοσταλγικούς
Ήμουν στα γράδα του κρασιού
Η πιο σκληρή η νότα
Ήμουν σε κείνη τη γωνιά
Η ηχώ του κορεσμού σου

Σαν κάτι νέο πάει να βγεί
Μέσα από τα συντρίμμια
Μια ανεξίτηλη ματιά
Στο πονεμένο βλέμμα

Ν’ ακούσει το τραγούδι
Που παρήγγειλα για σένα
Ψυχή μου αλαφιασμένη


20.2.14

10/3/2014 – Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος στον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια





Πρόσκληση – Εκδήλωση – 10/03/2014
Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος στον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια
22the-high-art-of-failure22-2012
 “Η διεθνής χρηματοπιστωτική μαφία και οι ντόπιοι εντολοδόχοι της δεν ορρωδούν προ ουδενός, το μάθαμε πια. Και μόνο η λαϊκή αντίσταση μπορεί να αναχαιτίσει την προέλασή τους. Όπως θα έλεγε και η Ναόμι Κλάιν (το ντοκιμαντέρ του Μάικλ Γουίντερμποτομ, που βασίζεται στο βιβλίο της «Το δόγμα του σοκ», και διατίθεται ελεύθερα στο youtube, προκαλεί σοκ), αν δεν βγούμε όλοι στους δρόμους, η κατάσταση διαρκώς θα χειροτερεύει.” Τελευταία παράγραφος από το βιβλίο του Βαγγέλη ΡαπτόπουλουΗ υψηλή τέχνη της αποτυχίας, των εκδόσεων Ίκαρος.

Στα πλαίσια του σεμιναρίου «Αφήγηση Ζωής» (http://afigisizois.wordpress.com/about/) πραγματοποιούνται για τέταρτη χρονιά, αφιερώματα σε καταξιωμένες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών που έχουν αφήσει το στίγμα τους στον τομέα τους, όπως οι Ζυράννα ΖατέληΚώστας ΜουρσελάςΠερικλής Κοροβέσης, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Τασούλα Βερβενιώτη, Σωτήρη Δημητρίου, κ.ά.. 

Η επόμενη συνάντηση του φετινού κύκλου, που θα γίνει στις 10 Μαρτίου 2014, στις 20:30, στον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια, αφιερώνεται στον συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλο, σε δύο επιμέρους ενότητες:

Η πρώτη ενότητα, αφορά μία εφ’ όλης της ύλης «Αφήγηση Έργου – Ζωής» του συγγραφέα, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του: Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, των εκδόσεων Ίκαρος.


Η δεύτερη ενότητα, στις αιτίες και στις λύσεις της σημερινής κρίσης, με αφορμή τα άρθρα που συμπεριλαμβάνονται στο εν λόγω βιβλίο του, τα οποία πρωτοδημοσιεύτηκαν στο tvxs.gr στα πλαίσια της Έρευνας για την Κρίση που διεξάγει ακτιβιστικά η δημοσιογράφος - σύμβουλος ανθρωπίνων σχέσεων Κρυσταλία Πατούλη, από το 2010 έως σήμερα.

Για τα αποτελέσματα αυτής της Έρευνας που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Κέδρος, με βάση το ερώτημα «Ποιες αιτίες μας έφεραν ως εδώ και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε» στο οποίο απαντούν 177 προσωπικότητες των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών -συμπεριλαμβανομένου του καλεσμένου- θα συμμετέχουν στη συζήτηση και: ο bloger Pablito (endotheasis.blogspot.gr), ο πλέον άνεργος Κώστας Κατσίμπρας και η δικηγόρος Ρένια Πουρνάρα, οι οποίοι βοήθησαν στην ανάλυσή των αιτιών και των λύσεων των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων (μαζί με τον αρχιτέκτονα Λάζαρο Μαυροματίδη και τη φυσικό Anna Bykalyuk, οι οποίοι ζουν και εργάζονται στη Γαλλία).

Τη βραδιά θα κλείσουν μουσικά οι Naif (κοντραμπάσο, μπουζούκι, φλάουτο – κιθάρα) σε διασκευασμένα τραγούδια του έρωτα και της αλητείας, κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών (naifnaifgr.blogspot.gr). Το εισιτήριο ειδικά για όσους θα παραμείνουν να παρακολουθήσεουν τη μουσική παράσταση, θα είναι 5 ευρώ και συμπεριλαμβάνει ένα ποτήρι κρασί. 

Info: Πολυχώρος Τέχνης Αλεξάνδρεια, Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014 και ώρα 8:30μμ, Σπάρτης 14, Πλατεία Αμερικής. Τηλ: 210-8673655. Η είσοδος είναι ελεύθερη για την εκδήλωση.

Υγ. Διαβάστε επίσης για την πρόσκληση στο εισαγωγικό μάθημα του Σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής την ίδια μέρα στις 6:30μμ, με ελεύθερη είσοδο: http://afigisizois.wordpress.com/about/
--
Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος (Αθήνα, 1959) εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο στα είκοσί του. Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα και νουβέλες: Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματοςΛούλαMαύρος γάμοςΧάσαμε τον ΜπαμπάΦίλοιΗ Μεγάλη Άμμος, Η πιο κρυφή πληγή κ.ά. Σπονδυλωτά έργα: Έμμονες ιδέεςΗ γενιά μουΙστορίες της Λίμνης. Μεταξύ χρονικού και αυτοβιογραφίας: Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;Η δική μου ΑμερικήΛίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίαςΗ υψηλή τέχνη της αποτυχίας. Καθώς και μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Τα τζιτζίκια εκδόθηκαν στα αγγλικά, Η απίστευτη ιστορία της πάπισσας Ιωάννας στα ιταλικά. Ο εργένης μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, τα Διόδια στην τηλεόραση, ενώ Η επινόηση της πραγματικότητας διασκευάστηκε για το θέατρο. Συνολικά έχουν τυπωθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα των βιβλίων του. Το προσωπικό αρχείο του βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

Χρήστος Χατζόπουλος - Without You

Το πρωινό παγωμένο αεράκι του Γενάρη πέρασε μέσα από τους αεραγωγούς του κράνους μου και με ξύπνησε απότομα, μόλις βγήκα στην παραλιακή και ανέπτυξα ταχύτητα .
Στ’ ακουστικά ξεκίνησε να παίζει η πρώτη στροφή από το αγαπημένο μου Without You των Placebo και David Bowie .
Strange infatuation seems to grace the evening tide, ένα παράξενο πάθος μοιάζει να στολίζει τη βραδινή παλίρροια .
Ένα παράξενο συναίσθημα ευφορίας γέμισε την ψυχή μου καθώς τα βλέμμα μου διέγραφε τη γκρίζα τροχιά της ασφάλτου και πλημμύριζε θάλασσα και πρωινή αύρα .
Στον καθρέφτη, απόμακρες αντανακλάσεις από φώτα που σε λίγο θα είναι εδώ που βρίσκομαι τώρα, όμως πάνω από αυτά η νέα χαραυγή, λαμπρός κυανέρυρθος καμβάς, μοιάζει να τα τυλίγει όλα στοργικά .
Such imagination seems to help the feeling slide . Τόση φαντασία, βοηθά το συναίσθημα να κυλίσει .
Με μια στιγμιαία αποκάλυψη, συνειδητοποίησα πως ότι έχουμε, είναι ζωή και της οφείλουμε ευγνωμοσύνη .
Ξύπνησα και είμαι υγιής, μπορώ να αισθανθώ, μπορώ και σκέφτομαι .
Βλέπω την ομορφιά και αφουγκράζομαι τον παλμό της νέας μέρας που ανασηκώνει τα σκεπάσματά της σιγά σιγά, δονώντας το έδαφος, ευωδιάζοντας τον αέρα, υπερτονίζοντας τις εικόνες .
Έχω ανθρώπους τους οποίους νοιάζομαι και αγαπώ .
Έχω ανθρώπους που με αγαπούν και νοιάζονται για μένα .
Έχω τη δύναμη να πώ : «δεν τα κατάφερα, μα θα προσπαθήσω» .
Γιατί η ζωή δε σε αφήνει, εσύ την αφήνεις .
Tic toc, tic toc .
Η εποχή είναι κακοτράχαλη, η έμπνευση ζητά διέξοδο, οι ψυχή του κόσμου επιτέλους εκφράζεται .
Όλη η Δημιουργία είναι ορισμένη πάνω σε τεκτονικές συγκρούσεις .
Δε γίνεται να υπάρχεις αλλιώς, να πας παραπέρα .
Δίχως επαφή με την αρχέγονη φύση σου .
Δίχως επαφή με όσα σε κατακλύζουν .
Δίχως να σε κοιτάς βουρκωμένος, τραγουδώντας :
Without you
I’m nothing at all… without Me





17.2.14

ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ...του Χρήστου Χατζόπουλου


Ζωή δεν είναι αυτό που σε βοηθάει να επιβιώσεις .
Ζωή δεν είναι τα άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη, το ξέστρωτο κρεβάτι, η σκόνη στα παράθυρα .
Δεν είναι τα αφημένα βιβλία ανάκατα σε ένα γραφείο, οι γάτες που μπήκαν ξαφνικά τρέχοντας κι’ αναποδογύρισαν τις φωτογραφίες της αγαπημένης σου .
Ζωή δεν είναι η ζαρωμένη πετσέτα στο περβάζι, να στεγνώνει τις πρωινές σταγόνες που άφησε το πρόσωπό σου .
Δεν είναι τα κορναρίσματα και το νέφος, το άγχος στο γραφείο, οι τιμές που καρφιτσώνεις στους ανθρώπους .
Οι ηττημένοι που βλέπουν μόνο τοίχους και ποτέ ουρανό .
Ζωή δεν είναι μια πόρτα που φέρνει τη σκιά σου σε μια αγκαλιά που λαχταράει να σε σφίξει .
Δεν είναι ούτε εκείνο το φώς που λάμπει στα σκοτάδια σου και δεν του έχεις δώσει ακόμη όνομα .
Δεν είναι οι τρίχες απ’ τα μαλλιά της που χάιδεψες χθες το βράδυ και τώρα κείτονται κουβάρι κόκκινες κλωστές στο σιφόνι .
Ζωή δεν είναι οι ψυχαναγκασμοί σου, όταν δίνουν νόημα στην ύπαρξή σου .
Ζωή δεν είναι οι ανούσιες κατηγόριες και οι φωνές, μα να σωπαίνεις και ν’ ακούς .
Δεν θα είναι ποτέ οι βόλτες που σε οδηγούν στη φυγή .
Ζωή δεν είναι το Αύριο που σχεδιάζεις .
Αλλά το ότι σχεδιάζεις .

Ζωή είναι η ικανότητα να αλαφρώνεις τη μάζα απ’ όσα σε βαραίνουν .
Και να τα μετατρέπεις σε ανάσες .
Ζωή είναι το χαμόγελο που σε περιμένει κάθε μεσημέρι να σου χαριστεί .
Μια κατσαρόλα με μυρωδάτες εκπλήξεις, έτοιμες να μοιραστούν συντροφικά .
Κι’ είναι η καρέκλα με το αποτύπωμα που άφησε το σώμα της μόλις σηκώθηκε να σου πάρει το πιάτο .
Είναι μια οδοντόβουρτσα δίπλα στη δική σου και μια πετσέτα με λεκέδες απ’ το χθεσινοβραδινό ρίμελ .
Ζωή είναι ένα τραγούδι που χορέψατε μαζί .
Ένας καφές σε πλαστικό ποτήρι κάτω από αρχαίους βράχους .
Ένας ψίθυρος «σ’ αγαπώ» στην άκρη του λαιμού ένα βράδυ στο Φλοίσβο .
Και η μυρωδιά του έρωτα στο μαγιό της ένα καλοκαίρι σε μια ερημική παραλία .
Είναι μια φωτογραφία με φωτισμένα πρόσωπα μπροστά σε ένα όμορφο τοπίο .
Ζωή είναι η αδρεναλίνη να σε λούζει και να ξεσπάτε σε γέλια αγκαλιασμένοι πάνω στο χιόνι ενός βουνού της Κορινθίας .
Ζωή είναι να σου λένε «έλα κάτσε κοντά μου, απλά να μου κάνεις παρέα» .
Ένα χέρι που σε ψάχνει στα σκεπάσματα για να σε αγκαλιάσει .
Και το κεφάλι που κουρνιάζει κάθε βράδυ πάνω στο στήθος σου .
Ένα πρωινό γουργούρισμα στην καλημέρα που αφήνει το φιλί σου .
Ζωή είναι κάθε τηλέφωνο που λαχταράς να σε καλέσει, μόνο για ν’ ακούσεις την ανάσα της .
Ζωή είναι να ξέρεις όχι τι ώρα είναι αλλά τι ώρα θέλεις να είναι .
Είναι οι δικοί σου άνθρωποι που χαίρονται να σε βλέπουν ευτυχισμένο .
Ένα παιδικό βλέμμα που παρατηρεί την αύρα σου κι’ αισθάνεται άνθρωπος .
Ζωή είναι και αυτά που δεν πρόλαβες, αυτά που χάλασες κι’ αυτά που επιθυμείς .
Μα είσαι ακόμη εδώ, για όλα .
Είναι ακόμη και ο φόβος να τη ζήσεις .
Ζωή είναι η θαλπωρή της αγκαλιάς σου και το ξύπνημά της .
Ζωή, θέλω να σε διηγούμαι κάθε ημέρα .



14/2/2014

16.2.14

ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ - Έχω ποθήσει να ξεφύγω Του Χρήστου Χατζόπουλου

Κι’ αν οι ερωτευμένοι χαθούν, ο έρωτας δε θα χαθεί .
Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι .
Φοβάμαι τον αρχαίο πανικό που σκεπάζει τις νύχτες μου .
Τις μέρες που θυμάμαι ως γλυκές κι’ αθώες αναμνήσεις .
Θα ξανάρθουν ;
Πόσο μπορώ να το αποφεύγω ετούτο το μαρτύριο ;
Πόση οδύνη ακόμη θα σκιάζει τη ματιά μου, θα ξεσκίζει τα σωθικά μου ;
Όσα έζησα κι’ όσα ξαναέζησα, δε φέρνουν τους νεκρούς κοντά μας .
Μπούχτισα να τους αποχαιρετώ, να λέω αντίο ξανά και ξανά στην ειρήνη .
Να κλαίω γοερά κι’ απροσμέτρητα για μια χαμένη ευτυχία .
Οι ρόλοι που ντύνουν τις συμπεριφορές μας, είναι συμβατικοί και υποκρίνονται .
Υποκρίνονται μιαν αλήθεια γεμάτη από το φόβο του θανάτου, από τη διαπίστωση της απώλειας, αναμετρούνται με την ανάγκη για αποδοχή .
Κι’ αν πόθησα να ξεφύγω από αυτό που με πληγώνει, είναι γιατί ξέρω πως δε θα πεθάνω εξαιτίας του .
Γιατί ο σκοτεινός καβαλάρης, τρέχει τόσο γρήγορα που δεν βλέπεις από πού έρχεται, κι’ έρχεται συνήθως απ’ το μέρος που δεν είδες .
Δε θα μου λείψουνε ποτέ αυτά που έχω, θα μου λείψουνε τα ίχνη τους, που μένουνε στο χιόνι ή στην άμμο κι’ οι θάλασσες με τα καλοκαίρια να παίρνουν τη μορφή τους .
Τον πόνο, ο έρωτας γιατρεύει, η ομορφιά που ανθίζει σε δυό αντικριστές επιθυμίες .
Μόνο αυτός είναι ελεύθερος και χαμογελαστός, σε μια στιγμή μονάχα μένει αιώνια ζωντανός και πάντα νέος .
Ο έρωτας μας μαθαίνει να ζούμε .
Ότι ποθούμε είναι πιο εύκολο να το κάνουμε πραγματικότητα, απ’ ότι να δεχτούμε και την αλλαγή που προϋποθέτει η αλήθεια του .
Την απουσία του ή την αναγέννησή του .
«Ένα καπέλο που έβγαλα», ένα καπέλο που σκεπάζει το βλέμμα μου και με κρύβει από εμένα .

Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι∙
λίγη ζωή περισωσμένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού μου φόβου αποκαΐδι
ανάερα σκάζοντας και μ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια μου σμιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα με τσάκιζε αμέσως του θανάτου το φτερό;
Δεν φοβάμαι μην πεθάνω απ’ αυτά,
μισά συμβάσεις, ψέματα τ’ άλλα μισά.


Άκουσε (μια παραλλαγή στον Μπουκάϊ) του Χρήστου Χατζόπουλου

Μια αργή και επίπονη διαδικασία .
Αυτό είναι .
Ξυπνάς, ζείς, τρώς - αν τρώς - κοιμάσαι .
Κι’ όλον αυτόν τον καιρό, το μυαλό σου προσπαθείς να το κρατάς απασχολημένο με κάτι διαφορετικό – για να πάψεις να πονάς, να κλαίς – όμως ακόμη κι’ όταν χαμογελάς ή συστήνεσαι σε κάποιον ή στέκεσαι πάνω από μια στοίβα χαρτιά στο γραφείο ή οδηγείς, δε γίνεται να φύγει, να πάψει να σε κατακλύζει .
Άλλοτε ίσως, φαίνεται και κάποιοι γνωστοί σου σε αντιλαμβάνονται, μα δεν ξέρουν πώς να ρωτήσουν .
«Πώς είναι δυνατόν, ρε φίλε ; Γιατί ; Εσύ ήσουν μια χαρά…»
Κι’ όλη μέρα, αυτό το «γιατί» σε κυνηγάει, ανακατεμένο με ενοχές και αγωνία, μια αναθεώρηση σε όλο το οικοδόμημα που σάρωσε η έντονη συμπεριφορά σου, ενός ακόμη πιο δυναμικού χαρακτήρα που μάθαινε το Όχι προβάλλοντας το Ναι .
Αντιφατικά μηνύματα, σε όρια κι’ επιθυμίες, τα οποία ανάβουν ένα βραδυφλεγές φυτίλι .
Κι’ ετούτο καίγεται, καίγεται και περιμένει την κατάλληλη στιγμή να μιληθεί .
Να ανατιναχθεί .
Διαθλασμένο, διεφθαρμένο, παρερμηνευμένο, εκούσια θολωμένο, θέλει να φωνάξει :
«δεν ήθελα αυτό, δεν εννοούσα το άλλο, δεν αντέχω την αλήθεια, γιατί φοβάμαι να σε χάσω»
Το αποτέλεσμα δείχνει πως το αντιφατικό μήνυμα, μόνο πρόβλημα μπορεί να δημιουργήσει, μόνο μπέρδεμα .
Το μόνο που θα χάσεις, είναι το δίκιο σου .
Εάν είσαι ειλικρινής, μείνε εκεί και φάε τη συνέπεια αυτού που λές .
Μείνε εκεί κι’ ο άλλος θα σε καταλάβει, θα σε αποδεχτεί .
Γιατί σε βλέπει, σε γνωρίζει, σε αγαπάει όπως είσαι .
Μια αργή και επώδυνη διαδικασία .
Να είσαι ο εαυτός σου .
Ή τουλάχιστον να γνωρίζεις τα κομμάτια από τα οποία απαρτίζεσαι στην ολότητά σου .
Όσο διακρίνεις πιο ξεκάθαρα τις αξίες σου, τόσο τολμάς το συναίσθημα, μαθαίνεις να ακούς .
Τι να φοβηθείς πλέον ;
Τι να φοβηθούν από σένα ;
Ακόμη κι’ αν θυμώσεις για κάτι, σκέπασέ το με ένα όμορφο συναίσθημα, σκέψου εάν η διαφωνία ή η άρνηση είναι όντως απόρριψη, άσε το κάψιμο στο στομάχι ή το φούντωμα στα μάτια σου να γίνει χαρά που θα καλύψει τους ώμους και την καρδιά, άσε κάποια δευτερόλεπτα στο Λόγο να πάρει τη μορφή του .
Άφησε ένα ευχαριστώ να ακουστεί πάνω απ’ το «γαμώτο» .
Είναι μια αργή μα χρήσιμη διαδικασία .
Να μάθεις να αγαπάς, εσένα . Τον άλλον .
Μια αγκαλιά λίγες στιγμές, είναι μια αιωνιότητα αποδοχής .
Αγκάλιασε .
Κι’ ας μην φαίνεται να έχει τόση αξία μια συγνώμη .
Πάντα έχει αξία όμως η κατανόηση, το βλέμμα και η ζεστασιά της μεταμέλειας, η ανακούφιση .
Έτσι χτίζονται οι χαρές, πάνω στις πληγές .

Πολύ συχνά, οι λέξεις γίνονται εργαλεία ψυχαναγκασμού, οδηγοί του συναισθήματος .
«τι θα πεί αυτό, τι θα πεί το άλλο, δεν πιστεύω στη συγχώρεση, δε θεωρώ πως μπορείς, πως μπορώ να μετατρέψω κάτι δυσλειτουργικό σε κάτι όμορφο, σε κάτι δυναμικό, σε ευτυχία…»
Αυτές οι ίδιες λέξεις που έφεραν το αδιέξοδο και μπλόκαραν το συναίσθημα, γίνονται συνάμα οι φορείς της ειλικρινούς έκφρασης του έρωτα, της αποδοχής, της ανιδιοτέλειας .
Κοίταζε πίσω από τις λέξεις, αυτό που αισθάνονται, αυτό που υπόσχονται, άσε το μυαλό σου να επικοινωνήσει με την καρδιά .
Και θα έρθει, σιγά και απαλά .
Να σου ψιθυρίσει :

«Ακούω»

ΠΟΙΗΣΗ - "Ο Χορός των Παιδιών" του Χρήστου Χατζόπουλου

Ζεις με την Απώλεια στην ψυχή σου
Και κάνεις το κορμί σου οδηγό
Ζητάς να μάθεις που βγήκε λάθος το ταξίδι
Κι’ ύστερα προσποιείσαι πως δεν είσαι εδώ

Θυμάμαι κάποτε που γράφαμε το γάλα
Με μια μεγάλη κιμωλία
Τις μέρες του Γενάρη
Φορούσαμε γιακάδες ως τ’ αυτιά

Θυμάμαι τα παιχνίδια, που θέλανε ψυχή παιδιού
Χαμόγελο και κλάμα για να ζήσουν
Την ανάγκη να φωνάξεις, την έκανες κραυγή
Θυμάμαι ένα κρυφτό που ήταν πατρίδα

Κάτω από τ’ αστέρια ψάχναμε ιππότες
Κι’ η μυρωδιά της φράουλας, άνοιξη φώναζε θα’ ρθεί
Μετρούσαμε τα μπάνια με χάρτινα καράβια
Κι’ ο Σεπτέμβρης φάνταζε ακόμη μακριά

Ζεις με την Απώλεια στην ψυχή σου
Και κάνεις το κορμί σου οδηγό
Ζητάς να μάθεις που βγήκε λάθος το ταξίδι
Κι’ ύστερα προσποιείσαι πως δεν είσαι εδώ

Ένα παιδί εγώ θα μείνω, αρνούμαι τα κορδόνια μου να δέσω
Και με σκισμένα γόνατα το μέλλον θα κλωτσήσω
Λουλούδια και χρώματα σ’ όλη τη γη ν’ απλώσω
Το «Σ’ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι» έχω τη δύναμη να πω

Σήκω λοιπόν σήμερα κιόλας και βάλε τα πατίνια
Κι’ από το χέρι ας κρατηθούμε σε άγριες κατηφόρες
Ότι σε πίκρανε κι ότι από χαρά έκανε την καρδιά σου να σκιρτήσει
Θα τ’ αρπάξουμε με τον καινούργιο ήλιο που θα βγει .

Είναι το πριν και το μετά που χαράζουν τη ζωή σου
Λάτρεψέ τα όλα και ξύπνα την ελπίδα
Άκου τα παιδιά που χορεύουν έξω απ’ τη φυλακή σου
Το «Σ’ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι» βρες τη δύναμη να πεις

Ζεις με την Απώλεια στην ψυχή σου
Και κάνεις το κορμί σου οδηγό
Ζητάς να μάθεις που βγήκε λάθος το ταξίδι
Κι’ ύστερα προσποιείσαι πως δεν είσαι εδώ


ΠΟΙΗΣΗ - "Ανάστημα" του Χρήστου Χατζόπουλου


Σήκωσε επιτέλους
Τη βροντερή γροθιά σου
Κάνε τη γλώσσα αμόνι
Τον πόνο κεραυνό
Και ρίξε από πάνω σου
Τον αόρατο μανδύα

Ήρθε ο καιρός που θάλασσες
Μες τις στεριές θα μπούνε
Ήρθε η ώρα που οι ουρανοί
Αρνούνται πια να κλάψουν
Ήρθε ο Άνθρωπος αυτός
Που περπατά μονάχος

Κοίταξε τώρα ακέραιος
Όλη η ζωή γελάει
Ένα μετά και ένα πριν
Τι θα’ ταν χωρίς Τώρα ;

Βγάλε απ’ το θηκάρι της
Τη θαλερή σου Γνώση
Κι’ έλα μαζί μας άγνωστε
Σε τόπους δίχως θλίψη
Γεμάτους με Ανάστημα
Κραυγές παιδιών γεμάτους

Μην περιμένεις παρακάλια
Στα μάτια να κοιτάξεις
Ούτε ιππότες θα’ ναι εκεί
Στα ίσια να παλέψεις
Το αίμα δεν θα’ ναι αρκετό
Γι’ αυτά που σου ζητάνε

Κοίταξε τώρα ακέραιος
Όλη η ζωή γελάει
Ένα μετά και ένα πριν
Τι θα’ ταν χωρίς Τώρα ;

Είσαι εκείνο το δεντρί που σιωπηλά
Τον άνεμο δαμάζει
Σαν πέτρα αγέρωχη
Υψώνεις τις κορφές σου
Ακόμη κι’ αν
Χαλάζι και βροχή
Λειαίνουν το κορμί σου

Ο Φόβος είναι η ανταμοιβή
Γι’ αυτούς που θα τολμήσουν

Πέντε φορές δοκίμασε
Κι’ ύστερα άλλες πέντε
Ο κόσμος πάει ανάποδα
Κι’ εσύ θα τον ισιώσεις
Σήκωσε πια το χέρι σου
Να πιάσεις το δικό μου

Κοίταξε τώρα ακέραιος
Όλη η ζωή γελάει
Ένα μετά και ένα πριν
Τι θα’ ταν χωρίς Τώρα ;


ΠΟΙΗΣΗ -" Κολύμπα " του Χρήστου Χατζόπουλου

Άλλοτε πέφτεις
Χωρίς στο χέρι σου να είναι
Κι’ άλλοτε ρίχνεσαι
Με τα χέρια
Ανοιχτά

Και πάντα
Σ’ ένα τέλος μαγικό
Βρίσκεσαι όρθιος ξανά
Ή μήπως
Στο βάθος του γκρεμού σου
Έχει μείνει
Ακόμη η κραυγή σου ;

Ότι σε σηκώνει
Δεν είναι πάντα
Το σχοινί που έχεις στο λαιμό
Κι’ ότι σε σκοτώνει
Δεν είναι ποτέ
Η άκρη του
Που κόπηκε

Κολύμπα,

Κι’ ας είναι σκοτεινά

ΠΟΙΗΣΗ - "Μόνο στο όνειρο ξυπνώ" του Χρήστου Χατζόπουλου

(Της Λ)

Ανάμνηση
Δεν βιάστηκες ποτέ να φύγεις
Βιάστηκα
Εγώ
Να σε ζήσω

Σε κάθε βλέμμα της
Υφαίνω τη μέρα
Που θέλω να θυμάμαι
Με το άρωμα του λαιμού της
Φροντίζω
Ν’ ακούω το ρυθμό σου
Γεμίζω
Το βιβλίο μιας αφήγησης
Με λόγια
Που εννοούσαν

Με λέξεις
Που ειπώθηκαν
Μέσα από καθρέφτη

Και
Το άγγιγμά της
Δεν πρόκαμα
Βαθιά να ερμηνεύσω
Να ζεσταθώ
Στο χάδι της επάνω

Αφήνω
Τον Ορισμό
Σε σένα
Ανάμνηση

Μα ξύπνησα πια
Και ξέρω
Να ονειρεύομαι

Σαν αγκαλιά μεγάλη
Τώρα τα ίχνη μου
Αισθάνονται
Και νιώθουν

Πατώ
Και περπατώ

Στο όνειρο που ζώ

8.2.14

Το κουμπί και το φόρεμα. Tου Σωτήρη Δημητρίου

09:53, 08 Φεβ 2014 | tvxsteam tvxs.gr/node/148517
Αφορμή γι’ αυτό το διήγημα στάθηκε μια αλαφροΐσκιωτη γυναίκα που συνάντησα στο Ζάππειο. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.
Ως νέος δεν είχα καθόλου τον νου μου στον γάμο και στην τεκνοποιία. Αυτό –που το μυριζόντουσαν στην μικρή κοινωνία που ζούσα – συν το ότι δεν ήμουν εργατικός με την τρέχουσα έννοια, δεν ευνοούσε τα προξενιά.
«Ο τεμπέλης» έλεγαν «δεν παντρεύεται κι άμα παντρευτεί δεν κάνει παιδιά». Ίσως όχι αδίκως.
Εγώ, λόγου χάρη, έχω κολλήσει δεκαετίες τώρα στο πρώτο έτος σπουδών. Ας με διαγράψουν, να δω κι εγώ τι θα κάνω.
Οι γειτόνισσες καθώς περνούσαν τα χρόνια, μου έκαναν και κάτι τρομερές παρατηρήσεις.
«Άκου να σου πω Σωτήρη» μου λέει μια φορά η κυρά – Γόνη. «Σ’ αυτόν που δεν παντρεύεται δεν δίνουν το χέρι ούτε για συγχαρητήρια, ούτε για συλλυπητήρια».
Ένας δε αγαθός γείτονάς μας – ο κυρ Γιάννης – όταν επέστρεφα απ’ την Αθήνα μου φώναζε.
«Ω παιδί πού ‘ν’ τηηηηηηη;» και εννοούσε τη σύζυγο. Μιλούσε τραγουδιστά, λίγο κερκυραϊκά, όπως μιλούνε στο χωριό Πλέσιο απ’ όπου ήταν η γυναίκα του. Επαλήθευε την παροιμία «από πού ‘σαι Γκέκα μου; Από κει που ‘ναι η γυναίκα μου».
Αυτό το χωριό απ’ τις ηπειρώτικες πλαγιές αντικρίζει την Κέρκυρα. Φαίνεται ότι φτάνει σ’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, η ανάλαφρη χροιά του νησιού. Ίσως την φέρνει ο αγέρας.
«Άντε βρε παιδί μου» μου έλεγαν και οι άλλες γυναίκες «να χαρεί κι η μάνα σου».
Μια φορά, σχετικά προσφάτως, καθόμουν ένα καλοκαιρινό δειλινό μαζί τους, σ’ ένα παγκάκι έξω απ’ το σπίτι μου. Ηλικιωμένες πια όλες γριούλες θα τις έλεγε ένας ξένος.
Ξαφνικά φάνηκε στην μικρή ανηφόρα κι άλλη μια γειτόνισσα. Πλησίασε, στάθηκε σε κάποια απόσταση, έβαλε το χέρι της αντηλιά και φώναξε.
«Ω κοπέλες ποιόν έχετε εκεί;»
Έκανε πως δεν ήξερε.
«Ούι το μεγάλο παιδί της Αλέξως θάρρω, που είναι στην Αθήνα;»
«Ναι» η μάνα μου.
«Το ανύπαντρο;»
«Ναι».
«Τι καρτερεί;»
Της απάντησα εγώ με τον τρόπο των γυναικών. Αφού μ’ αυτές συνομιλούσα συνεχώς.
«Είναι τυχερά αυτά κυρά-Χρυσούλα. Όλα είναι του χεριού κι ο γάμος είν’ της τύχης δεν λένε;»
«Να σου λείπουν αυτά» μου λέει. «Πολλά έμαθες».
«Σε άντρα με μουστάκι και σε γυναίκα με βυζιά, δεν τους λέμε τι να κάνουν» πήρε τον λόγο η κυρά-Λόπη.
«Καλά κάνει Αλέξω» γύρισε στην μάνα μου. «Δεν έχουν εμπιστοσύνη τα παιδιά –παιδί πενήντα ετών- όπως γινήκανε οι μαύρο κοπέλες. Δεν κρένουν οι πέτοι Αλέξω. Κρένουν οι κότες. Κά, κα, κα, κα οι κότες. Έχεις καλό παιδί και θα πάει χαμένο. Καλά κάνει».
«Ε μωρ’ κυρά-Λόπη» είπα πάλι εγώ με τον τρόπο τους. «Ο καλός καλό δεν βλέπει».
Το είπα και αμέσως δαγκώθηκα. Ένοιωσα ότι το είχα παρακάνει, ιδίως στον τόνο της φωνής.
Οι γυναίκες εσιώπησαν αμήχανες. Καλά λένε ή μίλαγε όπως φορείς ή φόραγε όπως μιλείς.
Στην Αθήνα με οδυνηρή έκπληξη είδα τι άσχημη εντύπωση έκανα σε κάτι Βορειοηπειρώτες –που με ρώτησαν πόσα παιδιά έχω- όταν τους είπα ότι είμαι ανύπαντρος.
«Γιατί;» ψέλλισε ο ένας και κατόπι κάτι άλλαξε ριζικά στη στάση τους.
Πόσο θα ήθελα εκείνη τη στιγμή να είχα μια στιγμιαία πολυμελή οικογένεια. Ήδη όμως άρχισαν να συνηθίζουν στα δικά μας γιατί τα παιδιά τους ακολουθούν κατά πόδας τα Ελληνόπουλα.
Στην Αθήνα επίσης στην κλασική ερώτηση των ταξιτζήδων τι οικογένεια έχεις λίγο τα περιπλέκω.
Λέω ότι έκανα δυο αποτυχημένους γάμους με τέσσερα παιδιά –τρία κι ένα- ότι κάνω αιματηρές οικονομίες για να τα βγάλω πέρα και ότι υπολογίζω ως και το σεντς.
Με αυτό το σεντς τους πείθω απολύτως. Τους νοιώθω να μετάνιωσαν που με ρώτησαν. Μου δίνουν με ευλάβεια τα ρέστα, μερικές φορές επί ζημία των. Δυο-τρεις φορές μισοπροσφέρθηκαν να μην μου πάρουν λεφτά.
Η γυναίκα στο Ζάππειο έκοβε κλαράκια από διάφορα φυτά για να τα μεταφυτέψει στο σπίτι της.
Κυρίως όμως έτεινε το αυτί της και εντόπιζε διάφορα πουλάκια μ’ ένα τρομερό, λίγο τρελό, κέφι. Εκεί που μιλούσαμε έλαμπε.
«Άκου, άκου, άκου» μου έλεγε. «Ο σπίνος» ή «άκου κι από κείνο το δέντρο την σουσουράδα». Έκανε δε με το στόμα της ήχους διαφόρων πουλιών.
«Ο κήπος έχει» με πληροφόρησε «και έξι παπαγαλάκια» και μου τα παράστησε πώς κελαηδούσαν.
Αυτή η γυναίκα ήταν παντρεμένη –όπως μου είπε με βαθύ παράπονο- και είχε δυο μεγάλα παιδιά, εφήβους. Ο άντρας της και τα παιδιά της την χτυπούσαν και την κορόιδευαν.
«Κάθε μέρα όμως τους το σκάω και έρχομαι στο Ζάππειο».
Όταν χωρίσαμε κι ενώ είχε λίγο απομακρυνθεί, στράφηκε και με ρώτησε.
«Εσύ τι οικογένεια έχεις;»
«Δεν είμαι παντρεμένος».
Άνοιξε το στόμα της απ’ την έκπληξη και με μάλωσε.
«Α» μου λέει». «Δεν κάνεις καλά, δεν είναι σωστό».
Αυτή η γυναίκα δεν έλεγε να φύγει απ’ τον νου μου και τελικά ήταν η αφορμή, όπως ειπώθηκε, για το διήγημα.
«Βρήκα ένα κουμπί» λέει μια παροιμία «και για χάρη του έραψα ένα φόρεμα». Ή μήπως αφορμή στάθηκε η ωραία αυτή παροιμία που ήθελα κάπου να την χρησιμοποιήσω;
*Ομώνυμο διήγημα από το βιβλίο Το κουμπί και το φόρεμα του συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου (εκδ. Πατάκη).

10/02/2014Ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου στον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια
*Στα πλαίσια του σεμιναρίου «Αφήγηση Ζωής» (http://afigisizois.wordpress.com/about/) πραγματοποιούνται για τέταρτη χρονιά, αφιερώματα σε καταξιωμένες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών που έχουν αφήσει το στίγμα τους στον τομέα τους, όπως οι: Ζυράννα ΖατέληΚώστας ΜουρσελάςΠερικλής Κοροβέσης, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Τασούλα Βερβενιώτη, κ.ά..
Η επόμενη συνάντηση του φετινού κύκλου, που θα γίνει στις 10 Φεβρουαρίου 2014 στον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια, και ώρα 20:30, αφιερώνεται στον συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου, σε μια εφ’ όλης της ύλης «Αφήγηση Έργου – Ζωής» με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο Το κουμπί και το φόρεμα - Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών [2013]- των εκδόσεων Πατάκη.
Όπως πάντα στις αντίστοιχες εκδηλώσεις, η Κρυσταλία Πατούλη συνομιλεί με τoν καλεσμένo, και οι συμμετέχοντες θέτουν τα πιθανά ερωτήματά τους.
Ο Αυγουστίνος από το βιβλιοπωλείο Λεμόνι διαθέτει στις εκδηλώσεις τα βιβλία των προσκεκλημένων.

Info: Πολυχώρος Τέχνης Αλεξάνδρεια, Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014, και ώρα 8:30μμ, Σπάρτης 14, Πλατεία Αμερικής. Τηλ: 210-8673655. Είσοδος Ελεύθερη.

*Ο  Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος “Τα Νέα” (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού “Διαβάζω” (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του “Η βραδυπορία του καλού”), ενώ το μυθιστόρημά του “Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου” ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους (“Αμέρικα” του Σάββα Καρύδα, “Απ’ το χιόνι” του Σωτήρη Γκορίτσα, “Τα οπωροφόρα της Αθήνας” του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.
Διαβάστε επίσης στο tvxs:

Σχετικά Άρθρα

Νέος κύκλος για το σεμινάριο «Αφήγηση Ζωής» με ελεύθερη είσοδο

07/02/2014
22/11/2013
Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου