Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

9.5.19

Τι ήθελα να γίνω όταν ήμουν παιδί. Της Μαίρης Ριζκ




          Το πρώτο μου κλάμα ήταν τραγούδι της ερήμου κι όταν άνοιξα τα μάτια μου για πρώτη φορά αντίκρυσα λουλούδια πλάι στον Νείλο. 
          Μετρούσα 4 χρόνια ζωής όταν ήρθαμε στην Ελλάδα. To πρώτο μας σπίτι ήταν στο Γουδί, δίπλα στο στρατόπεδο. Ήταν δύσκολη η χρονιά του ΄70 υπό το καθεστώς χούντας. Δουλειές δεν υπήρχαν για τους γονείς μου, ειδικά για τον μπαμπά που δεν γνώριζε τη γλώσσα, οπότε το υπόγειο σπίτι ήταν η μόνη λύση. Ένα ανήλιαγο, μικρό σπίτι με λιγοστά υπάρχοντα και παιχνίδια δεν μπορούσε να με κρατήσει. Αναζητώντας τον ουρανό ανέβηκα στην ταράτσα. Ήλιος, δέντρα, αέρας που ανακατεύει τα μαλλιά μου, και να, στη γωνία της ταράτσας κάτι τούβλα κόκκινα, γυαλίζουν στο φως, με μαγνητίζουν. Από εκείνη τη στιγμή, έγιναν το παιχνίδι μου, έχτιζα, έφτιαχνα, δημιουργούσα, παρέα με τους δυο βοηθούς μου, τη μαμά και τον μπαμπά.
          Ο μπαμπάς όταν ήμουν 6-7 χρονών -κι ενώ είχαμε μετακομίσει σε άλλο σπίτι με δικό μου δωμάτιο και πλέον έχει βρει δουλειά κι αυτός και η μαμά- μια μέρα μού φέρνει ένα σετ ζωγραφικής από τον Πάλλη, το μεγάλο βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Ήταν 2 τελάρα με τυπωμένο σχέδιο δυο πάπιες που πετούσαν με φόντο τον ουρανό, τα σύννεφα και τον ήλιο. Όλο το σχέδιο ήταν χωρισμένο σε ζώνες με αριθμούς κι ο κάθε αριθμός αντιστοιχούσε σ΄ ένα χρώμα. Τα χρώματα ήταν λάδια σε μικρά κουτάκια ενωμένα μεταξύ τους. Δεν ήταν εύκολο για την ηλικία μου η χρήση λαδομπογιάς, ούτε να ακολουθώ το περίγραμμα. Το πρώτο τελάρο με απογοήτευσε. Με οδηγό όμως το πείσμα επιστράτευσα την υπομονή και ο δεύτερος πίνακας είχε άρτια εκτέλεση. Μα κάτι είχε αλλάξει μέσα μου. Αυτή η μυρωδιά των λαδιών, ο τρόπος που γλιστρούσαν ανάμεσα στις γραμμές με το πινέλο μου, τα χρώματα! Ακόμα θυμάμαι την ανοιχτή ώχρα και το γαλάζιο του ουρανού. Με τα μπράβο των γονιών μου άνοιξε η όρεξή μου και για άλλες δημιουργίες. Ο μπαμπάς βρήκε τον μπελά του, ζητούσα επίμονα κι άλλη επίσκεψη στον Πάλλη. Δεν μου χάλασε χατίρι.
          Σε μια βόλτα στην Κηφισιά, σ΄ ένα από τα λιγοστά εμπορικά κέντρα της Αθήνας του ΄72, είδα ένα μαγαζί με νήματα κι εργόχειρα. Τράβηξα τον μπαμπά μου από το χέρι, ακολούθησε κι η μαμά με την κοιλιά τούρλα, αφού ήταν έγκυος στον αδερφό μου. Τα χρώματα και τα σχέδια αιχμαλώτισαν τα μάτια μου που έγιναν τεράστια στη θέα τους.
‒‒ Θέλω να φτιάξω το δικό μου χαλί! είπα στους γονείς μου. Είχα αποδείξει ότι τα καταφέρνω, τα χέρια μου έπιαναν, ήθελα να με εμπιστευτούν. Δεν ξέρω αν με εμπιστεύτηκαν ή αν δεν άντεχαν την γκρίνια μου, πάντως τα υλικά για το χαλί μου τα πήρα. Έναν καμβά 2.50x1.70μ, κούκλες αντισκωριακού μαλλιού –χοντρού νήματος– σε δυο χρώματα που διάλεξα, μπεζ και πορτοκαλί, το μηχανάκι πλεξίματος κόμπων, το ξυλάκι κοπής μαλλιού σε ίσα μέρη. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη που ζήτησα να γυρίσουμε γρήγορα σπίτι, θυσιάζοντας την υπόλοιπη βόλτα. Ήθελα ν΄ αρχίσω να κεντώ το χαλί μου!
‒‒ Βρε Μαίρη. Πρώτα πρέπει να φτιάξεις ένα σχέδιο στο χαρτί, να δεις πώς θα βάλεις τα χρώματα. Κι έπειτα αν σου αρέσει να προχωρήσεις στον καμβά, με συμβούλεψε η μαμά.
          Αυτή η διαδικασία κράτησε 3-4 μέρες. Δεν ήταν καθόλου εύκολη. Βοήθησε κι ο μπαμπάς, γιατί η μαμά με την κοιλιά δεν μπορούσε να σκύψει. Καθόταν όμως στην καρέκλα του γραφείου μου και μας καμάρωνε, δίνοντας καμιά συμβουλή που και που. Κι άρχισα επιτέλους. Κι έφτασα κόμπο-κόμπο μέχρι τη μέση μετά από πολύ καιρό. Έγινε βαρύ, δεν βολευόταν πουθενά, να το σηκώσω δεν μπορούσα για να κεντώ στο κέντρο, πήγαινα μια από την μια πλευρά μια από την άλλη. Το τοποθετούσα στο κρεββάτι μου, ώστε το μέρος που δούλευα να κρέμεται. Η δυσκολία αποθάρρυνε τη συνέχιση του έργου.
          Ο μπαμπάς είχε αγοράσει και κάποια άλλα νήματα, από τον «Μολλοκότο». Αργότερα κατάλαβα ότι ο λόγος που μου έκανε το χατίρι ήταν το ότι είχε δει μια καλλιτέχνιδα στην κόρη του. Με ξύλα έφτιαξε έναν αυτοσχέδιο αργαλειό και με τα κίτρινα-μπορντό, μου έδειξε τον τρόπο να πλέκω. Αυτό μάλιστα! Ήταν πιο εύκολο, πιο ματζόβολο. Και το τελείωσα με επιτυχία! Η μαμά το τοποθέτησε δίπλα στο κρεββάτι μου. Ξυπνούσα το πρωί και το πρώτο άγγιγμα των ποδιών μου ήταν στο «δια χειρός» χαλάκι μου.
          Έχει γεννηθεί πια και το μωρό, που πλέον αποσπούσε την προσοχή μου, προτιμούσα να ασχολούμαι με τον μικρούλη αδελφό μου, να βοηθώ τη μαμά να τον κάνει μπάνιο, να τον ντύνω όπως τις κούκλες μου, να τον παρατηρώ όλη την ώρα και να καταγράφω τις αντιδράσεις του. Πού καιρός και όρεξη για το χαλί*. Ξεχάστηκα για λίγα χρόνια.
          Τετάρτη δημοτικού. Διπλανή μου είναι η Ουρανία, ένα καλό κοριτσάκι, λίγο αγαθούλι, που όλοι πείραζαν. Είχα ζήσει κι εγώ την απόρριψη των συμμαθητών, ένιωθα τη μοναξιά της κι ήταν η αρχή μιας φιλίας και μιας συνεργασίας. Ήταν η εποχή του Σνούπυ. Παρακολουθούσα στην τηλεόραση την εκπομπή με αυτό το σκυλάκι και την παρέα του, κι άρχισα να ζωγραφίζω τη μορφή του παντού. Στα τετράδια και τα βιβλία μου, στον πίνακα με κιμωλία. Τον Τσάρλυ Μπράουν, τη Λούσυ, τον Σνούπυ.  Οι ιστορίες τους με άγγιξαν και πυροδότησαν την ανάγκη να τις αποτυπώσω στο χαρτί. Η φιλία, η ομάδα, η απομόνωση, η δικαιοσύνη, και όλα αυτά που διέτρεχαν την καθημερινότητά τους, ήταν και στην δική μου ιστορία. Ο πιτσιρίκος με το ολοστρόγγυλο πρόσωπο, την αθώα ψυχή, τα προβλήματα που αντιμετώπιζε και οι φόβοι του, ήταν κομμάτια και της δικής μου ζωής. Αυτό που έλεγε «δεν αισθάνομαι με τον τρόπο που θα πρέπει να αισθάνομαι» ήταν κι η δική μου αλήθεια κι ο Σνούπυ που δεν έμπαινε ποτέ μέσα στο σπιτάκι του ήταν και δική μου αντίδραση. Ταυτίστηκα με τους χαρακτήρες, έγιναν η έμπνευσή μου. Η μαμά έφερνε από τη δουλειά της λευκά χαρτιά Α4 κι εγώ γέμιζα τον φάκελό μου με ζωγραφιές. Κανονική παραγωγή. Άρεσαν στην Ουρανία και μου ζήτησε να της φτιάξω έναν Σνούπυ να κοιμάται πάνω στο σπιτάκι του. Η γνωστή εικόνα με την τουρλωτή κοιλίτσα του στην κόκκινη στέγη. Της την έφτιαξα την επόμενη κιόλας μέρα. Χάρηκε τόσο πολύ που μου χάρισε κάποια αυτοκόλλητα που της είχαν φέρει από το εξωτερικό. Αργότερα μου ζήτησε κι άλλη ζωγραφιά. Ο καλλιτέχνης μέσα μου ξύπνησε, μαζί κι ο έμπορος.
‒‒ Θα μου δώσεις όμως 50 λεπτά (της δραχμής τότε).
‒‒ Εντάξει, μου απάντησε κι εγώ της ζωγράφιζα, γέμιζε η σάκα της Ουρανίας ζωγραφιές, γέμιζε ο κουμπαράς μου δραχμούλες για να αγοράζω διάφορες μπογιές, αυξανόταν η συλλογή με αυτοκόλλητα. Όταν η παραγγελίες αυξήθηκαν σχεδόν από όλο το σχολείο, από την Ουρανία δεν έπαιρνα το 50λεπτο. Και μου έδινε πιο πολλά αυτοκόλλητα.
          Γυμνάσιο πιά, τη θέση του Σνούπυ έχει πάρει το ημερολόγιο με τα ποιήματα που έγραφα. Έχει αρχίσει όμως και η φρενίτιδα των κολιέ από πούλιες. Φυσικά ήμουν από τους πρώτους που έσπευσα να προμηθευτώ ότι χρώμα ή σχέδιο πούλιας υπήρχε. Κολιέ, σκουλαρίκια, βραχιόλια, μπρελόκ με όλη τη χρωματική γκάμα. Μισινέζες, ακροδέκτες, κουμπώματα, βάσεις δαχτυλιδιών, ολόκληρο βασίλειο. Στις εξοχικές κατοικίες των πετρελαιοειδών στη Ραφήνα «Το Μελτέμι» που παραθερίζαμε, ήταν η πρώτη μου μαζική εμπορική δραστηριότητα.  Οι παραγγελίες ερχόταν η μια μετά την άλλη και το παγώνι μέσα μου φούσκωνε, παρακαλώντας τους γονείς μου να με πάνε Αθήνα για προμήθειες.
‒‒ Με δικά μου λεφτά, δεν θέλω τα δικά σας! Η χαρά μου δεν ήταν το αντίτιμο που λάμβανα, ήταν η ίδια η διαδικασία. Να φτιάχνω, να δημιουργώ, να σκέφτομαι, να ελίσσομαι, να βρίσκω λύσεις στην κατασκευή, να λύνω γρίφους στον τρόπο δημιουργίας.
          Όταν άρχιζαν τα σχολεία όμως, τελείωναν οι καλλιτεχνικές ανησυχίες. Το σχολείο πιά ήταν απαιτητικό, το διάβασμα πολύ, έπρεπε κι εδώ να διαπρέψω, όπως ήταν η καθοδήγηση από το σπίτι. Αρκέστηκα στην συγγραφή, στα ποιήματά μου, στις σκέψεις μου, με μόνο ζωγραφικό ξέσπασμα τα καλλιτεχνικά του σχολείου που είχα άριστα. Και στα υπόλοιπα μαθήματα άριστη ήμουν αλλά δεν με ενδιέφερε. Το 20άρι στα καλλιτεχνικά και τη μουσική ήταν το βραβείο μου. Κάποια Σαββατοκύριακα ή σε διακοπές έπιανα τα πινέλα μου ή όποιο υλικό μπορούσε να μου δώσει εικαστικό αποτέλεσμα. Κατάφερνα ότι για κάποιους ήταν άχρηστο για μένα να είναι χρήσιμο. Από τότε «ψωνίζω» από τα σκουπίδια κι όπως λέω «Είναι τα καλύτερα ψώνια». Έμαθα να σέβομαι το υλικό, να μην το σπαταλώ, να μετουσιώνω τη χρήση του σε έργο, σε ιδέα. Βοήθησε κι ο μπαμπάς βέβαια με τη μανία του να αγοράζει από το εξωτερικό ότι είχε σχέση με γραφική ύλη, μπογιές και χρώματα, μπλοκ με ποιότητες χαρτιών που δεν υπήρχαν εδώ, άρα χρειαζόταν φειδώ και οικονομία για να έχω. 

Όταν ο μπαμπάς τσακώθηκε και χώρισε με τη μαμά, μαγικά χώρισαν κι οι δικοί μας δρόμοι, οι προμήθειες των υλικών δημιουργίας μειώθηκαν δραματικά. Όταν άρχισαν οι έντονοι καυγάδες, τα προβλήματα μεταξύ τους, οι φωνές, οι τσακωμοί, η αναξιοπρέπεια, η μόνη μου διέξοδος ήταν το χαρτί και το μολύβι. Ευτυχώς η μαμά συνέχισε να φέρνει λευκά χαρτιά. 
Κι έγραφα, έγραφα κι άδειαζα όλη την άβυσσο της ύπαρξής μου στο λευκό χαρτί, όλη η μαυρίλα της ψυχής μου ήταν το μελάνι που έδινε ζωή στις λέξεις κι οι λέξεις γίνονταν η νέα μου πραγματικότητα, ο άλλος, ο όμορφος κόσμος. Και η ασχήμια μεταμορφωνόταν σε κύκνο, χανόταν στη λήθη. Ξημέρωναν οι μέρες με ένα ζεστό και φωτεινό ήλιο, την μελαγχολία την είχαν καταπιεί οι σελίδες του τετραδίου μου, γεμάτες με μαύρα στίγματα να ομολογούν την πίκρα, τους φόβους, τη λύπη κι όποιο άλλο τέρας με συνέθλιβε και δυσκόλευε το μυαλό μου. Κι έμενε εκεί, βουβό, ειπωμένο πια κι εγώ ελεύθερη με όνειρα. Από την εφηβεία στην ενηλικίωση αυτός ήταν ο τρόπος μου να αντέξω ότι δεν άντεχα.
          Μα η ελευθερία θέλει χρώματα, δεν ζει σε υπόγειο σκοτεινό παρέα με κατσαρίδες όπως εκείνο το πρώτο σπίτι μας στο Γουδί. Χρειαζόμουν την ταράτσα, το φως, ζωντανά χρώματα. Ο ουρανός, η θάλασσα, τα ταξίδια, η φύση, ότι εκφράζει την ελευθερία έχει χρώμα. Κι άρχισα να ζωγραφίζω ότι τραβούσε το βλέμμα μου. Γινόταν θέμα στο χαρτί, αιχμαλώτιζα τη στιγμή, τα χρώματα και τις αποχρώσεις της φαντασίας μου, του κόσμου που ήθελα, γιατί αυτός που έβλεπα δεν μου άρεσε. Κάθε έργο μου συνοδευόταν κι από λέξεις-στίχους κι ανάποδα, κάθε ποίημα γεννούσε ζωγραφιά. Και γέμιζαν οι τοίχοι του δωματίου και του μυαλού μου, οι πόρτες της ντουλάπας –τα όνειρα δεν έχουν πόρτες– κι έβαζα τη σκέψη μου παντού ξορκίζοντας την ασχήμια. Κι ομόρφαινε ο κόσμος μου, ξεχνούσα τα άσχημα, τα έσβηνα από τη μνήμη μου –δεν έχω μνήμες δυνατές, ξεκάθαρες εκείνης της περιόδου-  δεν τις άφησα να με νικήσουν, τις νίκησα εγώ.
          Άρχισα τον πηλό, έδινα φόρμες και ζωή στο άψυχο χώμα κι έβαζα χρώμα κι εκεί. Σ΄ ένα διαγωνισμό του Δήμου Αθηναίων πήρα το πρώτο βραβείο. Το έργο μου ήταν μια οικογένεια από πάπιες σε μια ήσυχη λιμνούλα με νούφαρα. Όλα από πηλό. Βγαλμένα από το δικό μου όνειρο.
          Και συνεχίζω έως σήμερα. Σπούδασα αυτό που αγαπούσα κι όχι αυτό που με κατεύθυνε η μαμά μου, λέγοντάς μου ότι η Καλών Τεχνών που ήθελα ήταν «χάσιμο χρόνου, θα φτάσεις σε σημείο να ζωγραφίζεις τις πλάκες της πλατείας Ομονοίας σα ζητιάνα. Οδοντίατρος να γίνεις, να έχεις επαγγελματική και οικονομική ανεξαρτησία». Έκανα το όνειρό μου έστω και λίγο καθυστερημένα, γιατί έπρεπε να δουλέψω, να βγάλω τα απαιτούμενα χρήματα για τη σχολή. Κι όταν δήλωσα στη μαμά, ότι θα παραιτηθώ από τη δουλειά μου για να σπουδάσω στα 21 μου χρόνια, μου φώναξε πως είμαι τρελή. Ναι, ήμουν! Και το έκανα και τελείωσα και έχτισα τη ζωή μου όπως σχεδόν είχα σχεδιάσει. Κι είμαι ικανοποιημένη, γεμάτη και περήφανη γιατί στάθηκα στα δικά μου πόδια, χτυπημένα, τσακισμένα, όμως στάθηκα. Κατάφερα να κάνω το αδύνατο δυνατό, το άπιαστο χειροπιαστό.
           Συνεχίζω να δημιουργώ με κάθε τρόπο και μέσο, γιατί η δημιουργία είναι τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας, είναι ο αέρας που μου δίνει ώθηση να συνεχίζω, είναι η ανάσα για ζωή, ο δρόμος της προσωπικής αναζήτησης, η διέξοδος από τα σκοτάδια, η ελπίδα του αύριο. Η δημιουργία είναι ζωή!

Μαίρη Ριζκ


17-03-2019
Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής - Δεύτερος κύκλος


*Το τελείωσα πολύ αργότερα, παντρεμένη πια. Ήταν ένας λογαριασμός που έπρεπε να κλείσει. Ένα «Έργο ζωής» όπως σάρκαζα στον εαυτό μου.


Περί Δημιουργικής Γραφής. Της Μαίρης Ριζκ



      Σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου η μόνη μου διέξοδος ήταν τo χαρτί και το μολύβι.  Έγραφα κι άδειαζα την άβυσσο της ύπαρξής μου στο λευκό χαρτί, όλη η μαυρίλα της ψυχής μου ήταν το μελάνι που έδινε ζωή στις λέξεις κι οι λέξεις γίνονταν η νέα μου πραγματικότητα, ο άλλος, ο όμορφος κόσμος. Κι η ασχήμια μεταμορφωνόταν σε κύκνο, χανόταν στη λήθη. Ξημέρωναν οι μέρες με ένα ζεστό και φωτεινό ήλιο, τη μελαγχολία την είχαν καταπιεί οι σελίδες του τετραδίου μου, γεμάτες με μαύρα στίγματα να ομολογούν την πίκρα, τους φόβους, τη λύπη κι όποιο άλλο τέρας με συνέθλιβε και δυσκόλευε το μυαλό μου. Κι έμενε εκεί, βουβό, ειπωμένο πια κι εγώ ελεύθερη με όνειρα. Από την εφηβεία στην ενηλικίωση αυτός ήταν ο τρόπος μου να αντέξω.
            Μα η ελευθερία χρειάζεται γνώση. Και γνώση αποκτάς με το διάβασμα, τη μελέτη, την ανάγνωση, την αναζήτηση. Αυτά τα στοιχεία χρειάζεται η δημιουργική γραφή αρχικά, μαζί με την αλήθεια και το θάρρος να βουτήξεις και να ανασύρεις όλα τα ανείπωτα. Ναι, θέλει θάρρος να αφήσεις τον συγγραφικό εαυτό σου να σε παρασύρει και να ακούσεις αυτά που απωθούσες κι έκρυβες και παράβλεπες. Μια σωστή γραφή προϋποθέτει πολλή και προσηλωμένη ανάγνωση. Τρόποι, ύφος, ρεύματα, τάσεις, ιστορία, πρέπει να εξερευνήσεις κι αυτούς τους βυθούς. Όσες πιο πολλές γνώσεις αποκτήσεις, τόσα τα εφόδια που θα έχεις για μια σωστή γραφή.
             Αυτό άρχισα να κάνω, ακολουθώντας την καθοδήγηση των υπεύθυνων Δασκάλων μου στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, δειλά στην αρχή πιο θαρρετά μετά, να γράφω όσα δεν αντέχω ή να προσπαθώ τουλάχιστον. Παράλληλα ανακάλυψα νέους λογοτεχνικούς κόσμους, έμαθα να αναγιγνώσκω κι όχι απλά να διαβάζω ένα βιβλίο, να κοιτώ κάτω από τις λέξεις και πίσω από τα νοήματα που κρύβουν, να κοιτώ κατάματα τον συγγραφέα και να νιώθω την αλήθεια του.  Έμαθα να αξιολογώ ένα λογοτεχνικό κείμενο δίχως κατά ανάγκη να μου αρέσει, αλλά να έχω το δικαίωμα άποψης και το κριτήριο να το αναλύω και να το εκτιμώ θετικά ή αρνητικά.
            Όταν λέμε δημιουργική γραφή δεν είναι απαραίτητο η γνώση αυτή να οδηγήσει να γίνει κάποιος συγγραφέας. Η σωστή αποτύπωση της σκέψης μας με σωστό λόγο είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μας, βοηθά από το πως θα ζητήσουμε κάτι στο περίπτερο, πως θα συζητήσουμε με τους φίλους μας έως πως θα γράψουμε μια κάρτα, ένα γράμμα ή ως είθισται σήμερα να αναρτήσουμε μια δημοσίευση. Η δημιουργική ανάγνωση/γραφή με βοήθησε στην αναζήτηση νέων λέξεων, με βοήθησε να κατανοήσω τη γλώσσα μας, το λεξικό έγινε φίλος μου και μόνιμος συνεργάτης μου κι άνοιξαν οι φωτεινοί ορίζοντες δημιουργικότητας. Από τη συμμετοχή μου σε τρία εργαστήρια δημιουργικής γραφής έμαθα να μεταεπικοινωνώ, να μοιράζομαι με θάρρος, να ακούω με προσοχή, να διαβάζω περισσότερο, να συνδιαλέγομαι, να καλλιεργώ την ικανότητα να οικειοποιηθώ δημιουργικά τον γραπτό λόγο.
             Γιατί συνεχίζω να γράφω, ποίηση, δοκίμια, άρθρα, ότι ξυπνά το σκουλήκι της συγγραφής. Όχι απαραίτητα για να βρουν αποδέκτη. Γράφω γιατί αλλιώς θα με πνίξουν αυτά  που ρέουν στις φλέβες μου σαν μικροοργανισμοί, βασανίζουν τη σκέψη μου, γράφω γιατί λυτρώνομαι, γιατί παίρνω δύναμη από τις λέξεις, γνωρίζω τον εαυτό μου, γνωρίζω τους συγγραφικούς εαυτούς μου, μα περισσότερο ανακαλύπτω το παιδί μέσα μου, το παραμελημένο παιδί που έχουμε όλοι μας και πρέπει να διαφυλάξουμε γιατί χωρίς αυτό δεν μπορούμε να έχουμε συνέχεια ως ενήλικες.

Αφιερωμένο στους δυο Δασκάλους μου στη Δημιουργική Γραφή
 Κρυσταλία Πατούλη και Νίκο Δαββέτα ως ελάχιστο ευχαριστώ.
07-04-2019



8.5.19

Γιατί λέω και γράφω ιστορίες. Του Βαγγέλη Γονιδάκη




Ο Βαγγέλης Γονιδάκης αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το Tvxs.gr τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής -από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο- του βιβλίου του Μη το γελάς, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ταξιδευτής:

Από μικρό παιδί έψαχνα να βρω την αλήθεια μέσα στο ψέμα. Όχι την πραγματικότητα, μα την αλήθεια, τη φωνή των ανθρώπων μέσα στις ιστορίες και τα παραμύθια, που έφτανε σε μένα σαν το μουρμούρισμα της θάλασσας που τ΄άκουγα πεντακάθαρα, όταν έβαζα το κοχύλι στο αφτί μου.

Σ΄ αυτή την αναζήτηση με βοήθησε η γιαγιά μου, απ΄ τη μεριά του πατέρα μου, η Καλίτσα. Αυτή, λοιπόν, η γιαγιά, που με φώναζε «γιοκαράκι μου», με κάθιζε δίπλα της ατελείωτα καλοκαιρινά βράδια και αφού με τάιζε ξινό και για επιδόρπιο κομμάτια από κερήθρα με θυμαρίσιο μέλι, άρχιζε να μου αφηγείται λαϊκά παραμύθια και ιστορίες για στοιχειά και νεράιδες που παίρνουνε το νου και τη φωνή των ανθρώπων που τις συναντούν.
Τα πρωινά είχε σειρά ο παππούς. Ο Δημήτρης, ο ιππέας, ο πολεμιστής των βαλκανικών και της Μικράς Ασίας. Άλλοτε καβάλα στο γαιδούρι, πηγαίνοντας για το χωράφι, κι άλλοτε μαζεύοντας μέσα από τ΄αμπέλι τα αυγά που γεννούσαν οι αλλανιάρες κότες, έβλεπα τους μαχητές να ξεχύνονται από το στόμα του παππού και να τρέχουν δίπλα μου. Κι όταν ερχόταν ο χειμώνας, τη σκυτάλη έπαιρνε ο πατέρας μου. Καθισμένος δίπλα στη σόμπα τον άκουγα να μου αφηγείται παιδικά του βιώματα, ιστορίες του εμφυλίου και παραλλαγές των λαϊκών παραμυθιών της γιαγιάς. Μασουλώντας την κηρύθρα, το μυαλό μου κατακλυζόταν από τις αφηγήσεις. Η φαντασία μου κάλπαζε. Το φανταστικό ανακατευόταν με το πραγματικό και ολόκληροι κόσμοι ζωντάνευαν μέσα μου.

Μαθητής ακόμα του δημοτικού, άρχισα να λέω τις δικές μου ιστορίες, αλλά και λαϊκά παραμύθια όπως τα είχα βιώσει, μαθητεύοντας χωρίς να το καταλαβαίνω τότε, κοντά σ΄ αυτούς τους ανθρώπους. Πριν από κάμποσα χρόνια μετά από μια αφήγηση ιστορίας μου σε μια οικογενειακή γιορτή, ο πατέρας μου με ρώτησε πως αισθάνομαι και εγώ χωρίς να το πολυσκεφτώ, του απάντησα, «νοιώθω σαν να είμαι πιο ζωντανός, σαν να καθάρισε το αίμα μου και να ξεκάπνισε η ψυχή μου». Κι αυτός μου είπε, «αυτό να κάνεις λοιπόν, να λες πάντα ιστορίες για να καθαρίζει το αίμα σου και η ψυχή σου, να μη σταματήσεις ποτέ».

Δύο ιστορίες μου τις άκουσε πρώτη απ’ όλους, η Σάσα Βούλγαρη, φίλη και δασκάλα μου στην αφήγηση, στα σεμινάριά της «Παραμυθαίομαι» και με παρότρυνε να τις γράψω. Λίγο αργότερα, φίλοι παραμυθάδες που άκουσαν άλλες ιστορίες που έλεγα, στη «Σχολή αφηγηματικής τέχνης», όπως η Ανθή Θάνου και ο Γιώργος Ευγενικός, μου είπαν να τις βάλω στο χαρτί.
Όμως αυτό δεν ήταν κάτι απλό.

Θα σας ζητήσω να σκεφτείτε την αρχή. Τότε που ένα βιβλίο δεν είναι παρά μια κόλλα χαρτί και ο συγγραφέας κρατάει το στυλό αμήχανος και κοιτώντας το κενό μπροστά του, αναζητά. Τι να αναζητά άραγε; Τι να σκέφτεται;

Θα σας πω. Δεν κοιτάζει το κενό, δεν κοιτάζει το χαρτί. Μέσα του κοιτάζει και αναζητά τον εαυτό του. Μόνο όσοι γράφουν, έχουν ανακαλύψει την ψυχαναλυτική αξία της γραφής. Παίρνεις μια βαθειά ανάσα και βουτάς, κρατώντας το φακό σου στα σκοτεινά βάθη της ψυχής σου. Ψάχνεις κάθε γωνιά, σηκώνεις κάθε πέτρα, κάθε βότσαλο. Σκαλίζεις την ύπαρξή σου και ακούς τους ανέμους της ζωής, που άλλοτε είναι νοτιαδάκια και φέρνουν τραγούδια και γέλια, άλλοτε τραμουντάνες και φέρνουν θρήνους, κι άλλοτε μελτέμια και φέρνουν θυμωμένα ουρλιαχτά. Εκεί στους αέρηδες, βρίσκω τις ιστορίες των ανθρώπων. Τις μαζεύω. Δεν τις επινοώ. Πηγαίνω ξοπίσω από τις ζωές τους και θερίζω αν είναι χωράφι, τρυγάω αν είναι αμπέλι. Βγαίνω στα βράχια τους και μαζεύω από τα λακουβάκια το αλάτι που έχει απομείνει στο πέρασμα της ζωής τους. Γιατί οι ιστορίες είναι απομεινάρια που αφήνει το πέρασμα της ζωής.

Κι αφού τις μαζέψω, τις μεταπλάσω, τις φιλτράρω και τις καθαρίσω, τις ρίχνω στο δισάκι της μνήμης μου και τις κουβαλάω με σεβασμό σ΄αυτούς που μου τις έχουν εμπιστευτεί και προχωράω. Η ζωή με συνεπαίρνει γιατί είναι συναρπαστική. Ξεχνιέμαι, όπως «λειώνει» το παιδί μέσα στο παιχνίδι, και βρίσκομαι ξανά μέσα σε νέες ιστορίες, που θέλω να καταγράψω και να διασώσω. Να τις γλυτώσω από τη λησμονιά και την αφάνεια. Για μια στιγμή σταματάω, και μπροστά μου έχω το λευκό χαρτί. Βουτάω μέσα στη θάλασσα της μνήμης μου, φτάνω στο βυθό και επιλέγω αυτά που αξίζουν να έρθουν μαζί μου στην επιφάνεια.

Είμαι, όμως, εγώ αυτός που γράφει; Πράγματι, δεν θα μπορούσα να μην αναρωτηθώ. Και η απάντηση στο ερώτημα είναι, όχι μόνο. Γιατί ο άνθρωπος που γράφει την ώρα που δημιουργεί, ξεπερνάει τον εαυτό του. Βγαίνει από το καβούκι του καθημερινού ανθρώπου και γίνεται ένας υπερβατικός  άνθρωπος. Ένας άλλος άνθρωπος, που προσπαθεί να επικοινωνήσει με την αλήθεια, με το σύμπαν, με τον συνάνθρωπο. Που πετάει το μπουκάλι με το μήνυμα στη θάλασσα, περιμένοντας να το βρεί ο αναγνώστης και η αναγνώστρια. Αυτόν τον άλλο Βαγγέλη, τον συγγραφικό μου εαυτό, τον αφύπνισε η καλή μου φίλη Κρυσταλία Πατούλη, στο σεμινάριό της «Αφήγηση Ζωής». Η Κρυσταλία έχει κάνει και την επιμέλεια του βιβλίου μου.

Με γεμάτο το δισάκι ιστορίες ανθρώπων, συνέχισα το ταξίδι μου στη θάλασσα της ζωής. Όταν ξάφνου, μπροστά μου φάνηκε ένας φωτεινός φάρος. Έριξε πάνω μου το φως του και μου φώναξε : «Το νου σου καπετάνιο, τράβα μακρυά από τις ξέρες!». Τον άκουσα, το πήρα «αλα πάντα» και γλύτωσα. Έριξα άγκυρα δίπλα του και του έδειξα τις ιστορίες μου. Κι αυτός μου είπε : «Μωρέ μπράβο, Βαγγέλη! Αυτά πρέπει να τα διαβάσει ο κόσμος. Θα σου κάνω εγώ έναν πρόλογο». Αυτός ο φωτεινός φάρος που με έσωσε από τις ξέρες είναι ο Βασίλης Βασιλικός. Δάσκαλε, σε ευχαριστώ, που πίστεψες πως θα τα καταφέρω, όταν εγώ ακόμα πάλευα να ξεφύγω από τα βράχια.

Κι ύστερα, καθώς ανοίχτηκα στο πέλαγος, έπεσα πλώρη με πλώρη με έναν άλλο «Ταξιδευτή». Τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον εκδότη μου. «Έλα», μου είπε, «ας ταξιδέψουμε παρέα». Πήρε τις γεμάτες σελίδες μου, τις τύπωσε, τις έδεσε σφιχτά, έβαλε κι ένα εξώφυλλο με ένα καραβάκι, σαν κι αυτό που ταξιδεύαμε κι οι δύο, έγραψε στο εξώφυλλο το όνομά μου, κι έφτιαξε ένα βιβλίο. Αυτό ήταν. Οι ιστορίες μου είναι πια ακινητοποιημένες στο χρόνο. Οι ανθρώπινες στιγμές από το παρελθόν είναι εδώ και μπορούμε να τις ζήσουμε ξανά και ξανά. Είναι ένα βιβλίο που μπορείτε να το κρατάτε στα χέρια σας και να το ακουμπάτε με ασφάλεια στο γραφείο σας, στο ράφι σας, στο κομοδίνο σας, στη βιβλιοθήκη σας.

Είναι ένα βιβλίο που μέσα του περιέχει ιστορίες που έχουν βασιστεί σε αληθινά γεγονότα. Οι ήρωές μου ήταν και είναι υπαρκτά πρόσωπα, αν και τα ονόματά τους έχουν αλλάξει για ευνόητους λόγους.

Στις ιστορίες προσπάθησα να αποτυπώσω την ένταση των συναισθημάτων των αφηγητών την ώρα που μου τις αφηγούνταν και κράτησα όσο μπορούσα αναλλοίωτη την αφηγηματική τους γλώσσα . Τα κατάφερα; Ποιος ξέρει. Εσείς θα μου πείτε.

Βαγγέλης Γονιδάκης
2.4.2019 – Απόσπασμα από την 1η παρουσίαση του βιβλίου "Μη το γελάς" στον Ιανό.



Στο πλαίσιο της 16ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, στις 11 Μαίου 2019, στις 9μμ, στην Αίθουσα 1 και στο Περίπτερο 13, θα γίνει η 2η παρουσίαση του βιβλίου του Βαγγέλη Γονιδάκη, «Μη το γελάς», Εκδόσεις Ταξιδευτής – 2019.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
-Ανθή Θάνου, αφηγήτρια-συγγραφέας.
-Γιώργος Ευγενικός, αφηγητής-καλλιτεχνικός υπεύθυνος του Κέντρου Μελέτης και
Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών.

"Η συλλογή διηγημάτων του πρωτοεμφανιζόμενου Βαγγέλη Γονιδάκη "Μη το γελάς" απαρτίζεται από δύο ενότητες: στην πρώτη η ναυτοσύνη, η θάλασσα με τους κινδύνους που εγκυμονεί, και το βουνό με τους δικούς του όταν σκεπάζεται από τρία μέτρα χιόνι (και τα τέσσερα με μια γραφή λιτή που όμως σε συνταράζει με το Τραγικό νόημα της ζωής κατά τον Ισπανό Μιγκουέλ Ουναμούνο) και η δεύτερη ενότητα, ανάλαφρη και σαρκαστική ταυτόχρονα, αναμοχλεύει αυτό που παλιά το λέγαμε "ηθογραφία", ενώ σήμερα -που οι "αγροτοπολίτες" των πόλεων επιστρέφουν στο χωριό όπου γεννήθηκαν μόνο για τις καλοκαιρινές διακοπές τους, στα εξοχικά που έχτισαν εκεί ή στα πατρώα οικήματα που αναπαλαιώσαν- δεν μπορεί να υπάρξει ηθογραφική γραφή αντίστοιχη του παρελθόντος καθώς τηλεόραση, διαδίκτυο, κινητά και αυτοκίνητα κανοναρχούν τη ζωή μας. Οπότε με την μεσολάβηση του "χρόνου" αλλάζει και το σκηνικό: ηθογραφική πια μπορεί να είναι μόνο η μνήμη." (από τον Πρόλογο του Βασίλη Βασιλικού)

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Βαγγέλης Γονιδάκης κατάγεται από τη Δρυοπίδα της Κύθνου. Σπούδασε στη ΑΔΣΕΝ Πλοιάρχων της Κύμης και στη σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. Εδώ και τρεις δεκαετίες ξεκίνησε να εργάζεται στη ναυτιλία και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Ταξιδευτής της ζωής, έχει επισκεφτεί πάνω από εκατό χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Είναι έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών. Η συλλογή διηγημάτων “Μη το γελάς” είναι το πρώτο του βιβλίο.
--

Via: https://tvxs.gr/news/biblio/giati-leo-kai-grafo-istories?fbclid=IwAR0IX2_fEdHC8P6D1Igkm15THzY1CsyXYC__3djbOMJlkJiHbnsjtvRKKo4

28.3.19

Μη το γελάς. Του Βαγγέλη Γονιδάκη



Στις 2/4/19, 6μμ, θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου του Βαγγέλη Γονιδάκη "Μη το γελάς" (εκδόσεις Ταξιδευτής) στον Ιανό.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Βασίλης Βασιλικός συγγραφέας
(Διαβάστε επίσης: Ο Βασίλης Βασιλικός παρουσιάζει το βιβλίο: Μη το γελάς )
Σάσα Βούλγαρη προφορική αφηγήτρια-ψυχοπαιδαγωγός
Την εκδήλωση θα συντονίσει ο αρχαιολόγος-ιστορικός Γιάννης Κουτούλιας.
Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η Σάσα Βούλγαρη.
Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Η συλλογή διηγημάτων του πρωτοεμφανιζόμενου Βαγγέλη Γονιδάκη «Μη το γελάς» απαρτίζεται από δύο ενότητες: στην πρώτη η ναυτοσύνη, η θάλασσα με τους κινδύνους που εγκυμονεί, και το βουνό με τους δικούς του όταν σκεπάζεται από τρία μέτρα χιόνι (και τα τέσσερα με μια γραφή λιτή που όμως σε συνταράζει με το Τραγικό νόημα της ζωής κατά τον Ισπανό Μιγκουέλ Ουναμούνο) και η δεύτερη ενότητα, ανάλαφρη και σαρκαστική ταυτόχρονα, αναμοχλεύει αυτό που παλιά το λέγαμε “ηθογραφία”, ενώ σήμερα -που  οι “αγροτοπολίτες” των πόλεων επιστρέφουν στο χωριό όπου γεννήθηκαν μόνο για τις καλοκαιρινές διακοπές τους, στα εξοχικά που έχτισαν εκεί ή στα πατρώα οικήματα που αναπαλαιώσαν-  δεν μπορεί να υπάρξει ηθογραφική γραφή αντίστοιχη του παρελθόντος καθώς  τηλεόραση, διαδίκτυο, κινητά και αυτοκίνητα κανοναρχούν τη ζωή μας. Οπότε με την μεσολάβηση του “χρόνου” αλλάζει και το σκηνικό: ηθογραφική πια μπορεί να είναι μόνο η μνήμη.
(Από τον Πρόλογο του Βασίλη Βασιλικού)

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Βαγγέλης Γονιδάκης κατάγεται από τη Δρυοπίδα της Κύθνου. Σπούδασε στη ΑΔΣΕΝ Πλοιάρχων της Κύμης και στη σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του Ε.Μ.Π.
Εδώ και τρεις δεκαετίες ξεκίνησε να εργάζεται στη ναυτιλία και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Ταξιδευτής της ζωής, έχει επισκεφτεί πάνω από εκατό χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Είναι έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών.
Η συλλογή διηγημάτων “Μη το γελάς” είναι το πρώτο του βιβλίο.
--
Μη το γελάς
συγγραφέας: Βαγγέλης Γονιδάκης
πρόλογος: Βασίλης Βασιλικός
επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη

Περισσότερα: http://www.taxideftis.gr/index.php/news-2/news-6/news-10/item/648-dolor-sit-amet-conse-ctet-port-sren-ste 
Info: Ιανός - 210 3217917, Σταδίου 24 - Αθήνα. Περισσότερα: https://www.ianos.gr/events/vangelis-gonidakis-mi-togelas-ekd.html 

27.3.19

"Ανάμεσα σ' εσένα και το φεγγάρι" ο νέος δίσκος του Λάζαρου Μαυροματίδη



Entre toi et la Lune​ (Ανάμεσα σ' εσένα και το φεγγάρι)

O νέος δίσκος (που κυκλοφορεί μόνο σε βινύλιο) του Λάζαρου Μαυροματίδη, και συμμετέχει ο χαϊνης Δημήτρης Αποστολάκης, μπορείτε να τον κατεβάσετε και να τον ακούσετε από εδώ: https://lazarosfrance.bandcamp.com/alb…/entre-toi-et-la-lune 




 Ο Λάζαρος Μαυροματίδης ζει και εργάζεται στη Γαλλία, είναι παντρεμένος με την Άννα και έχουν έναν γιο.

Lazaros Mavromatidis & Hainis Dimitris Apostolakis - J'ai eu un amour (avec Hainis Dimitris Apostolakis)



14.3.19

"Τα αιχμηρά" της Βασιλικής Λαμπίρη





Η Βασιλική Λαμπίρη για την ποιητική της συλλογή Τα αιχμηρά, εκδ. Μετρονόμος, 2019

«Κάθε αίτημα στην προσπάθειά μας να συναντηθούμε με τον Άλλον είναι ένα αίτημα αγάπης.
Αγάπη σημαίνει να δίνω αυτό που δεν έχω. Ο Freud έλεγε ότι όπου και να τον πήγαν οι θεωρίες του, οι ποιητές ήταν ήδη εκεί. Και ότι το νόημα της ζωής είναι να αγαπάμε και να εργαζόμαστε. Τα όνειρά μας είναι η βασιλική οδός. Από μόνα τους εμπεριέχουν απόλαυση. Όταν παίρνουν σάρκα και οστά, η απόλαυση φτάνει στο αποκορύφωμά της, οπότε η χαρά μου και η συγκίνησή μου για την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου είναι μεγάλη. Ο χώρος του βιβλίου είναι ιερός. Μπαίνεις στη ζωή του αναγνώστη σου, στο σπίτι του, στο κομοδίνο του, κάτω από το μαξιλάρι του, δίπλα στην κούπα με τον καφέ του, στο ταξίδι του στο πλοίο για το νησί, κι αυτό είναι συγκλονιστικό πράγμα για μένα.
Τα περιεχόμενα είναι υλικό που έγραψα από το 2012 μέχρι σήμερα. Άλλα έχουν μελοποιηθεί κι άλλα όχι.

Ευχαριστώ το Polis art café και τον Βασίλη Χατζηιακώβου για τον πολύ όμορφο και ζεστό χώρο και την φιλοξενία.
Τον εκδότη μου, τον Θανάση Συλιβό, εκδόσεις Μετρονόμος,  για την υποστήριξή του. Ο Θανάσης είναι γνήσιος, αυθεντικός, έχει βαθιά γνώση του τραγουδιού, είναι πιστός στις αρχές και τις αξίες του, ακούραστος, γενναιόδωρος, με μεράκι, κέφι, ενθουσιασμό και αμεσότητα που εμένα προσωπικά  μου τα μετέδωσε και μου τα πρόσφερε απλόχερα.
Ευχαριστώ τον Γιώργο Ανδρέου. Ο Γιώργος, πιστεύει πάρα πολύ σε μένα. Μου έκανε την τιμή να προλογίζει το βιβλίο μου και να μου γράψει και ένα υπέροχο τραγούδι. Εκτός από πολύτιμος φίλος μου, είναι ολόκληρη σχολή και καλλιτεχνικό εργαστήριο από μόνος του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι του έδωσε σκυτάλη ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις.
Την Φωτεινή Λαμπρίδη που ως συντονίστρια στις καλλιτεχνικές ομάδες διάδρασης και γραφής ήταν εύστοχη και οξυδερκής και μου φώτισε τον δρόμο να σκάψω και να βρω το προσωπικό μου στίγμα γραφής.
Την Κρυσταλία Πατούλη, κρύσταλλο, όνομα και πράγμα. Χωρίς την επιμέλειά της, την ενθάρρυνσή της και την επιμονή της δεν θα έφτανα στην έκδοση. Η Κρυσταλία έχει έναν τρόπο να σε κάνει να πιστεύεις στον αληθινό σου εαυτό χωρίς εκπτώσεις για κανέναν και επίσης να εστιάζεις στο εδώ και τώρα που τελικά είναι το μόνο που έχουμε κάθε φορά.
Και όλα αυτά δεν θα είχαν συμβεί  αν δεν είχα γνωρίσει τον Θράσο Καμινάκη και το Μικρό Πολυτεχνείο του, ο οποίος διέκρινε ποιητική φλέβα στην πένα μου και με παρότρυνε να ασχοληθώ με την γραφή. Μου είπε: ΄΄κοίτα Βίκυ, κάποια τρένα δεν τα χάνεις΄΄. Και ευτυχώς, τον άκουσα. Θράσο μου, σε ευχαριστώ.
Τον Θεόδωρο Κουέλη, την Βάλια Τσιργιώτη, τον Ευγένιο Ζαρκάδα, τον Νίκο Ζουρνή, την Νατάσα Καμπαστάνα, την Δήμητρα Μπουλούζου που μου έκαναν την τιμή να έρθουν απόψε να παίξουν τα τραγούδια μας.
Όλους τους συνθέτες που με έχουν μελοποιήσει, και ιδιαιτέρως τον Απόστολο Καλτσά που με έβαλε στην δισκογραφία με την Μικρόγειο, που είναι ένα διαμαντάκι.
Ειδικές ευχαριστίες στον Διονύση Μαρίνο, που μου μετέδωσε και μου ενστάλαξε το πάθος του για την λογοτεχνία.
Και στον Χρήστο Αγγελάκο, που δυστυχώς δεν είναι πια μαζί μας…. Καλό δάσος αγαπημένη μου, μου έλεγε…….
Τον Κωνσταντίνο Βαβυλουσάκη για το εξώφυλλο του βιβλίου, είναι κορυφαίος ζωγράφος, τα έργα του έχουν έντονη σωματικότητα, δυναμισμό και οι εικόνες του βγάζουν μια ενστικτώδη δύναμη που δεν αφήνει ασυγκίνητο τον δέκτη της τέχνης του.
Την οικογένειά μου, εννοείται.
Και τους φίλους μου, για την αγάπη τους καθημερινά και έμπρακτα. Ξέρουν αυτοί ποιοι είναι.
Και φυσικά ευχαριστώ από καρδιάς όλους σας και έναν έναν ξεχωριστά που ήρθατε απόψε εδώ και με τιμάτε, στηρίζετε και μου δίνετε μεγάλη χαρά.


Γιατί γράφω. Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Έχω την αρρώστια που δεν γίνεται καλά. Το είδα σε έναν τοίχο στα Εξάρχεια γραμμένο πολύ ωραία: έγραφε: υπαρξικόπημα. Δεύτερον. Όσοι γράφουμε, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι πατάμε σε ώμους γιγάντων. Από την πλευρά μου ένιωσα την ανάγκη να υπάρχει μια έγχαρτη καταγραφή, να αφήσω ένα ίχνος. Τρίτον. Τι γράφω. Στίχους; Έμμετρη ποίηση; Ποίηση; Θεωρώ ότι οι άνθρωποι είμαστε θάλασσες και δεν χωράμε σε κουτιά και ταμπέλες και ενυδρεία.

Ο τίτλος είναι αποτέλεσμα από αυτά που εισπράττω από όσους ακούνε ή διαβάζουν αυτά που γράφω, ότι δηλαδή η πένα μου είναι αιχμηρή. Ψάχνοντας τον τίτλο σκέφτηκα πως δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο.  Πιστεύω πολύ στο αρχέγονο, το αρχετυπικό, το πρωτεϊκό στοιχείο της ζωής, στο να διακινούμε τη φωτιά, είναι μια προμηθεϊκή προσέγγιση, κόντρα στην προκρούστεια λογική. Γράφω ορμώμενη από ακραίες πράξεις, πρόσωπα, συνθήκες και  καταστάσεις. Τα χλιαρά, τα ημίμετρα, τα στρογγυλεμένα και τα ατσαλάκωτα δεν με αφορούν, μου δημιουργούν νύστα και ανία. Αντισταθείτε στον περσικό τάπητα της πολυκατοικίας , έλεγε ο Μιχάλης Κατσαρός. Για μένα έχουν πολύ ενδιαφέρον οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Ή οι πολύ χαμηλές. Θέλω οι λέξεις να χτυπάνε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Προτιμώ να μπαίνω στον πυρήνα, στο μεδούλι των πραγμάτων. Ίσως να παίζει ρόλο το γεγονός πως είμαι παιδί της πόλης, και συγκεκριμένα  του κέντρου. Τα υλικά της έμπνευσής μου είναι το βασικό δίπολο: ο Έρωτας και ο Θάνατος. Τραβάνε και οι δύο μια κάθετη γραμμή στα πράγματα. Και κανείς δεν μένει ίδιος μετά από την επέλασή τους. Με καίει η Ουσία, το Σώμα, το Αίμα της ζωής και νομίζω ότι σ’ αυτούς τους τόπους αξίζει τον κόπο να  την ψάξω. Βρίσκομαι  κάθε φορά μπροστά σε ένα μυστήριο, στον απόλυτο τρόμο, την λευκή σελίδα, το κενό, το τίποτα, ανάμεσα Θεού και ανθρώπου, και αρχίζω και σκάβω, παλεύω με όλες μου τις δυνάμεις, να βγω σε ένα ξέφωτο… Το δάσος, η μητρική σκιά, η σαγήνη, η πατρική φιγούρα,  το πρώτο αντικείμενο, η μάνα, η θηλή, η εξιστόρηση του τραυματικού, η απώλεια, η παρουσία-απουσία… το μυστικό δυναμό που δίνει ξανά ρεύμα.. και λέγεται Αγάπη… Μοιάζει με Χειρουργική επέμβαση. Εργαλεία. Αντικείμενα Αιχμηρά. Νυστέρια, λάμες, μαχαίρια, λαβίδες. Αντικείμενα ακριβείας. Αναζητάς. Να συναντηθείς με αυτό που αγαπάς. Και ανοίγεις δρόμους, με τρόπο διακαή, σφοδρό, με τον τρόπο που αγάπησες στο τρίσβαθο παρελθόν σου. Δεν ξέρω πού μπορεί να φτάσει κανείς σκάβοντας… Το σίγουρο είναι ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.. Μέσα από τις ρωγμές μπαίνει το φως.. η ελευθερία.. τα αδιαπραγμάτευτα..

Και κάποια στιγμή: αναδύεσαι, εναρμονίζεσαι με το βάθος σου και λες:
»είναι ωραίο να είσαι αυτό που είσαι»
‘’Και να αγωνίζεσαι γι’ αυτό σε όλη σου τη ζωή.’’
Τη φωνή μου ρε κι ας μην έχω να φάω, λέει ο Γιάννης Στίγκας.
Το ζητούμενο είναι να φτάσουμε μέχρι εκεί όπου θα μάθουν οι πληγές μας να μας σέβονται.
Δανείζομαι από την Μαρία Λαϊνά: «Η αγάπη δεν τελειώνει ποτέ, δεν σταματάει να δίνει, ναι, το αίμα της δίνει, δεν κουράζεται να μας φροντίζει. ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΑ, ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ, ναι, είναι ο άρτος και ο οίνος, ο ατέλειωτος άρτος και οίνος, ναι, ΕΊΝΑΙ Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ’.’

Ο ποιητής είναι προφήτης και θαυματοποιός σύμφωνα με τον Μίλτο Σαχτούρη. Τραγουδά τους ανθρώπους, πιστεύει βαθιά στους ανθρώπους, ότι όλοι είμαστε αλληλένδετοι κι αυτό είναι μια σοβαρή νοηματοδότηση.
»Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα, χωρίς να γνωρίζω κανέναν, κι ούτε κανένας, κι ούτε κανένας,  με γνώριζε….. να περπατάμε, κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη μέσα στις υγρές μας παλάμες»: Μανόλης Αναγνωστάκης.
Τα ανείπωτα, τις παρατεταμένες μας σιωπές, την έρημο που όλοι κουβαλάμε μέσα μας, προσπαθούμε να την μετουσιώσουμε σε Τέχνη, σε Επιστήμη, σε Θεραπεία. Τα έργα των ανθρώπων είναι η προσπάθεια να μπούμε στο θαύμα.  Ό, τι ζούμε, ό,τι αγαπάμε, να γίνεται λόγος, να γίνεται έργο, διότι διαφορετικά καταργείται η ανθρώπινη διάσταση.
Μέχρι να επιτρέψουμε ο καθένας από εμάς στον εαυτό του να γιατρευτεί, ας αγαπάμε. Ας μην σταματήσουμε ποτέ να αγαπάμε.
Ο Τζακ Κέρουακ: «Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, που τρελαίνονται για να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, δεν χασμουριούνται, δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά ρωμαϊκά κεριά…»

Και κλείνω φυσικά με Κατερίνα Γώγου: «Ποτέ δεν σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;»


Βασιλική Λαμπίρη
25/2/19
Πόλις αρτ καφέ.
Παρουσίαση του βιβλίου «Τα αιχμηρά», εκδ. Μετρονόμος
-- 

Πηγή: fractalart.gr

«Θηρίο, όταν μπήκες μες στην πόλη, κανείς δεν σε μυρίστηκε, κανείς...»
«Η πόλη που μένω
ξηλώνεται
κλωστή κλωστή.

Κλείστε τα
τα τρελάδικα

δεν χρειάζονται πια
μας κάνανε έξωση».

«...σκύβω στο παράθυρο, σου δίνω το στήθος μου, αφήνω τσίπουρο στο ποτήρι σου και ερωτήσεις στο πιάτο σου, σε χτυπάω τατουάζ στα μάτια. Με λένε νύχτα, και να το θυμάσαι».

«Η μια σου όψη θάλασσα, η άλλη ερημιά, και αυτά που εγώ ξερίζωσα, για να σε συναντήσω. Δεν φοβάμαι, με λένε Πηγή».
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου