Τον ιστότοπο διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής

2.4.17

Η επανάσταση πνίγηκε





Βρόντηξα πίσω μου την πόρτα του σπιτιού και όρμηξα έξω, ρίχνοντας συγχρόνως και κάτι φάσκελα.
- Άει στο διάολο! Είπα.
- Να πας!
- Παράτα με!
- Παρατημένο σε έχω!
Τι καφρίλα! Αν δεν πει την τελευταία κουβέντα δε μπορεί αυτός ο άνθρωπος. Εκεί. Να μην αφήσει τίποτα να πέσει κάτω.

Μόλις είχε προηγηθεί, άλλος ένας γερός καυγάς με τον πατέρα μου. Μού ‘σπαγε τα νεύρα καθημερινά πλέον. Η αφορμή ήταν ασήμαντη.

Πήγαινα στη Δευτέρα Γυμνασίου. Μού άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο, τόσο να παίζω όσο και να παρακολουθώ. Ήμουν Ολυμπιακός βαμμένος κόκκινος και παθιασμένος με την ομάδα μου. Πανηγύριζα όταν νικούσαμε και έπεφτα στα μαύρα πανιά όταν χάναμε.

Είχα ξεκινήσει να πηγαίνω στο γήπεδο κάθε Κυριακή. Ζούσα γι’ αυτό όλη την εβδομάδα. Πήγαινα στους φανατικούς, στην Θύρα 7, μου άρεσε η ατμόσφαιρα. Μεγάλη εκτόνωση το γήπεδο. Χοροπηδητά, συνθήματα, τραγούδια, βρισιές, βεγγαλικά, καπνογόνα, κυνηγητό με μπάτσους. Κάθε φορά ξελαρυγγιαζόμουν και γυρνούσα βραχνιασμένος και  μπαρουτοκαπνισμένος.

-Τι συμβαίνει Γιάννη; Για πού το ‘βαλες; Άκουσα την αγριοφωνάρα του απειλητική. Ήταν σα να με χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα.

Όταν άκουγα αυτή τη φωνή με αυτόν τον τόνο και το ύφος ένοιωθα συγχρόνως πανικό και οργή. Τιναζόμουν ολόκληρος. Το σπίτι των φωνών. Πολλή ένταση, πολλά ντεσιμπέλ. Μπαμ, μπουμ, πόρτες που χτύπαγαν, πόμολα που άνοιγαν βίαια επίτηδες για να μας ξυπνήσουν απότομα το πρωί, νεύρα και επιθετικότητα συνεχώς, ακόμα και χωρίς λόγο.

- Πάω γήπεδο.
- Δεν θα πας πουθενά!
- Όχι, θα πάω.
- Θα κάτσεις εδώ, αλητάμπουρα. Έκανες τα μαθήματά σου;
- Έχω διαβάσει για αύριο, τα τελείωσα όλα!

Ασφυκτιούσα σ’ αυτό το σπίτι. Ο Ολυμπιακός και το γήπεδο ήταν «μια κάποια λύση», όπως και το να παίρνω το ποδήλατο και να εξαφανίζομαι. Η μουσική επίσης. Μετά, ανακάλυψα τη διέξοδο του ποτού. Μεγάλη ανακάλυψη το αλκοόλ. Ύστερα ήρθαν και τα κορίτσια, τα πρώτα σκιρτήματα.

-Ξέρω που πας, εκεί, στα αληταριά, στους χούλιγκανς, στους χασικλήδες, στους αναρχικούς!
Όλα μαζί τα έλεγε.

- Είσαι άσχετος.
- Αλητάμπουρα!
- Φασίστα!
- Κωλόπαιδο!
- Τραμπούκε!
Σήκωσε με βία το χέρι του να με χτυπήσει. Πρόλαβα να το κρατήσω και τον ακινητοποίησα. Δεν τον φοβόμουνα πια, είχα μεγαλώσει. Ήμουν ψηλός και δυνατός. Είχα θολώσει και πάνω που πήγαινα να του ρίξω μία…
-Γιάννη! Φώναξε η μάνα μου.
Άλλη από κει! Αμέτοχη. Το φερέφωνό του. Δεν μας υπερασπίστηκε ποτέ, ακόμα κι αν έβλεπε ότι είχαμε δίκιο. Δεν είχε το σθένος. Ό,τι πει ο άντρας της.

Κοιταχτήκαμε με τον πατέρα μου, τα μάτια μας έβγαλαν φλόγες. Μίσος.

-Αν φύγεις θα βρεις κλειστή την πόρτα το βράδυ.
-Εντάξει.
-Χάσου!
-Χάνομαι.

Πάντοτε επικριτικός, με απειλές, εκβιασμούς και μπηχτές. Δεν με άφηνε σε χλωρό κλαρί. Τα λόγια του με μείωναν και με πρόσβαλλαν. Ένοιωθα απαίσια.

Μια φορά, για να μας τιμωρήσει εμένα και την αδελφή μου που του είχαμε αντιμιλήσει, μας υποχρέωσε να γράψουμε έκθεση με τίτλο ένα αρχαίο ρητό: «Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει». Σουρεάλ. Η δική του γλώσσα πραγματικά τσάκιζε κόκκαλα.

Έτσι, σκασμένος, δεν κατάλαβα πως περπάτησα μέχρι τη στάση, πήρα το λεωφορείο, μετά τον ηλεκτρικό, βρέθηκα μέσα στο γήπεδο. Είχα την εντύπωση ότι ο κόσμος έκανε στη μπάντα για να περάσω, τόση φόρα είχα, άσε που όλοι με κοίταζαν περίεργα, με φόβο.

-Τι κοιτάτε; Δεν γαμιέστε και σεις! «Γάβγισα» σε κάτι ανυποψίαστους περαστικούς.
Μα, τι έχω πάθει; Έχω ξεφύγει εντελώς! Σκέφτηκα το επόμενο λεπτό.

Φυσικά, δεν πρόσεξα τίποτα από το παιχνίδι. Σα να μην ήμουν εκεί. Ακολούθησα τη μάζα που έφευγε από το γήπεδο. Είχε σουρουπώσει. Μού ήρθε μια ιδέα φαεινή. Θα πάω στο Αλκατράζ να βρω κανέναν φίλο.  

Το Αλκατράζ, ένα μικρό μπαράκι στους Αμπελοκήπους, ήταν το στέκι μας με τα παιδιά από το σχολείο. Μαζευόμασταν εκεί και πίναμε μπύρες, όταν είχαμε λεφτά πίναμε βότκες και καπνίζαμε τσιγάρα του εμπορίου και από τα άλλα. Δύσκολο το φλερτ, λίγα κορίτσια πήγαιναν εκεί.

Κατέβασα μονορούφι την πρώτη μπύρα. Βγήκε ο πρώτος αναστεναγμός και η αναπνοή μου λύθηκε. Ακόμα μια μπύρα και άλλη μια. Κάθε γουλιά που έπινα, έριχνα μπινελίκια στον πατέρα μου από μέσα μου κι απ’ έξω μου. Σα να τον τιμωρούσα πίνοντας.

Η ώρα πέρασε κι οι φίλοι μου έπρεπε να φύγουν, να γυρίσουν στα σπίτια τους. Αυτοί είχαν καλύτερους γονείς.
Ας πιω άλλη μια μπύρα για το παλιοσχολείο που βαριέμαι, και άλλη μια για τη Χαρούλα που με άφησε τόσο γρήγορα, και μια τελευταία για το δρόμο.

Όχι, δεν θα γυρίσω σπίτι, δεν θα τους κάνω τη χάρη. Κάθισα σ’ ένα παγκάκι να ξεζαλιστώ. Έμεινα εκεί μέχρι το ξημέρωμα. Δεν έκλεισα μάτι, βυθισμένος στις σκέψεις μου. Το πρωί πήρα το λεωφορείο της επιστροφής.

Άραγε να τρόμαξαν; Πήραν το μάθημά τους; Θα με αφήσει στην ησυχία μου ο πατέρας; Θα σταματήσει να μου τα πρήζει;
Βρήκα παγωμάρα. Για πολλές μέρες αντιμετώπιζα μούτρα, βλέμματα αποδοκιμασίας και σιωπή, ένοχη σιωπή.

Το να πίνω έγινε το ελιξίριο της ελευθερίας μου. Ήταν μια πράξη επαναστατική, μια πράξη αντίδρασης, αντίστασης. Στην αρχή μπορεί και να ήταν έτσι. Το οινόπνευμα άνοιγε δρόμους. Τι πλάνη!

Η επανάσταση πνίγηκε μέσα σε θάλασσες ποτού, σε μεθυσμένες νύχτες καταστροφής, στα κόκκινα μάτια, σε ανόητα φιλιά, στο αλόγιστο ξόδεμα του χρόνου. Πέρασα και καλά, μα σαν ήρθε η ώρα, το αλκοόλ που μου «έδινε» απλόχερα τον πρώτο καιρό, ήρθε σαν τοκογλύφος πιστωτής (τύφλα να ‘χει το ΔΝΤ), όχι μόνο να μου τα πάρει όλα, μα και να με ρίξει στην ανημπόρια, στην αρρώστια και στο χάσιμο του ίδιου μου του εαυτού. 
Όμως επέζησα, βγήκα από την κόλαση, ξαναγύρισα στη ζωή και τώρα είμαι εδώ, έχω εμένα και παλεύω.
Γ.Γ.

---
Κείμενο γραμμένο στο πλαίσιο του σεμιναρίου Αφήγηση ζωής
(Φωτο: λεπτομέρεια από έργο του ζωγράφου Nicola Verlato) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής

H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί. Gabriel García Márquez

Γράφω για να μην ξαναγράψω ποτέ.

Γράφω γιατί είμαι πολλά πρόσωπα.

Γράφω, για να μην ξαναϋπάρξουν αυτά τα πρόσωπα που είμαι,

αλλά ένα και μοναδικό πρόσωπο,

που δεν γράφει

Ελεονώρα Σταθοπούλου, Καλο αίμα κακό αίμα, εκδ. Eστία

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου