Το tvxs.gr σε συνεργασία με το σεμινάριο Αφήγηση Ζωής* το οποίο κλείνει 3 χρόνια με νέες συνεργασίες, προσφέρουν δωρεάν συμμετοχές για ανέργους, αλλά και εκπτώσεις για όλουςμέσω κλήρωσης.
3 συμμετοχές δωρεάν (για ανέργους και φοιτητές), και 3 συμμετοχές με 10% έκπτωση η οποία αντιστοιχεί στο ήδη διαμορφωμένο κόστος, διαφορετικό για ανέργους και φοιτητές, και διαφορετικό για εργαζόμενους.
Πολυχώρος Τέχνης Αλεξάνδρεια: Ιnfo: Τηλ. 210 867 3655, Σπάρτης 14, Πλατεία Αμερικής.
Διάρκεια σεμιναρίου: 2μιση μήνες (11 - 3ωρες συναντήσεις - με είσοδο
ελεύθερη στο πρώτο εισαγωγικό μάθημα), κάθε Δευτέρα 6μιση με 9μιση -
μμ., και έναρξη 11/11/2013.
Στις 11 Νοεμβρίου 2013, το πρώτο εισαγωγικό μάθημα με ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟ, αφού πρώτα κλείσετε τηλεφωνικά τη θέση σας λόγω περιορισμένου αριθμού συμμετοχών.
6 συμμετοχές με 10% έκπτωση, η οποία αντιστοιχεί στο
ήδη διαμορφωμένο χαμηλότερο κόστος, διαφορετικό για ανέργους και
φοιτητές, και διαφορετικό για εργαζόμενους.
Ανοιχτή Τέχνη: Info: Tηλ. 210 32 27 188, Φιλελλήνων & Ναυάρχου
Νικοδήμου 2, Σύνταγμα. Διάρκεια σεμιναρίου: 12 (2ωρες συναντήσεις - με
είσοδο ελεύθερη στο πρώτο εισαγωγικό μάθημα), κάθε Κυριακή 6 με 8μμ, με έναρξη από 24/11/2013.
Στις 24 Νοεμβρίου 2013, το πρώτο εισαγωγικό μάθημα με ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟ, αφού πρώτα κλείσετε τηλεφωνικά τη θέση σας λόγω περιορισμένου αριθμού συμμετοχών.
3 συμμετοχές δωρεάν (για φοιτητές και ανέργους), και 3 συμμετοχές με 10% έκπτωση η
οποία αντιστοιχεί στο ήδη διαμορφωμένο χαμηλότερο κόστος, διαφορετικό
για ανέργους και φοιτητές, και διαφορετικό για εργαζόμενους.
Καλλιτεχνικό στέκι Γράμμα: Info: Κιν. 6944203863, Πλατεία Εθνεγερσίας (έναντι
Ταχυδρομείου) Αίγινα. Διάρκεια: 2μιση μήνες (11 - 3ωρες συναντήσεις - με
είσοδο ελεύθερη στο πρώτο εισαγωγικό μάθημα), κάθε Τετάρτη 6-9μμ., με έναρξη από 20/11/2013.
Στις 20 & 27 Νοεμβρίου 2013 το πρώτο εισαγωγικό μάθημα με ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟ, αφού πρώτα κλείσετε τηλεφωνικά τη θέση σας, λόγω περιορισμένου αριθμού συμμετοχών.
Διαδικασία κλήρωσης: Οι αναγνώστες που θα στείλουν μήνυμα στο afigisi@tvxs.gr, από το Σαββάτο 9/11/2013 στις 11:30πμέως και την Πέμπτη 14/11/2013 στις 10:00μμ, μπορούν να συμμετάσχουν στην κλήρωση εφόσον είναι ενήλικες, γράφοντας τα εξής:
1. Το ονοματεπώνυμό τους
2. Την επαγγελματική τους κατάσταση
3. Τα στοιχεία επικοινωνίας τους (τηλέφωνο και ιμέιλ)
4. Και τέλος, για ποιά ακριβώς προσφορά ενδιαφέρονται, και για
ποιόν συγκεκριμένο χώρο διεξαγωγής του σεμιναρίου(π.χ. Πολυχώρος Τέχνης
Αλεξάνδρεια - προσφορά για ανέργους) Αποτελέσματα κλήρωσης:15/11/2013.
«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να τη διηγηθεί» Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές
«Οι ιστορίες μας γίνονται τόσο πολύ δικό μας κομμάτι ώστε και εμείς δεν τις συνειδητοποιούμε, όπως το ψάρι που ανακαλύπτει το νερό τελευταίο» όπως έχει πει ο Jerome Bruner. Στόχος σε αυτό το σεμινάριο είναι να ανακαλύψουμε το… νερό.
[...] σε τελική ανάλυση είναι έναςμύθος
ότι είναι δημοκρατία. Απλά, στήνουνε μια τεράστια θεατρική παράσταση
στη βουλή με 300 ηθοποιούς και παίζουνε ρόλους για να περνάει η ώρα.
Όμως, όλα τα υπόλοιπα… περνάνε [...] Αλλά ακόμα και αυτό το θέατρο, ήδη,
τους εμποδίζει. Οι νόμοι περνάνε εκτός κοινοβουλίου. Με τις πράξεις
νομοθετικού περιεχομένου. Ε, δηλαδή, κάνουν όπως αυτό που έκαναν οι
ναζί, και όπως αυτό που έκανε η χούντα: Αποφασίζομεν και διατάζομεν
[...] Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Περικλής Κοροβέσης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr με αφορμή το νέο βιβλίο του Παράπλευρες καθημερινές απώλειες.
Π.Κ.: Καταρχήν αυτό το βιβλίο, δεν ξεκίνησε σαν βιβλίο. Από την μια πλευρά, ήταν κάποιες σκέψεις σε στιγμές που η μνήμη ερχόταν από παλιά,
και έβγαιναν κειμενάκια που έγραφα από δω και από κει, σε
χαρτοπετσέτες, σε λογαριασμούς, σε ότι έβρισκα μπροστά μου. Και τα
έγραφα, όπως είναι μια φιλική κουβέντα σ’ ένα μπαρ, σα να μιλούσα με κάποιον και λέγαμε τα εσώψυχά μας. Από την άλλη, ήταν σημειώσεις που κράταγα από εντυπωσιακά θέματα. Για παράδειγμα, ότι η Deutsche Bank χρηματοδοτούσε το Άουσβιτς, ή ότι ο Hugo Boss έντυσε τον χιτλερικό στρατό. Τα οποία, τα μάζευα σαν επιπλέον υλικό για να τα αξιοποιήσω σε άρθρα, τα οποία η επικαιρότητα δεν μου επέτρεψε να τα χρησιμοποιήσω. Οπότε, αυτό το υλικό μαζεύτηκε, αλλά δεν είχα σκοπό να το εκδώσω, από την άποψη ότι ούτε δομή είχε, ούτε εννιαίο ήταν, ούτε τίποτα. Μέχρι που από ένα τυχαίο συμβάν στο Φλοράλ, σε μια εκδήλωση για τη Μπαρτσελόνα,
μου δόθηκε ευκαιρία να διαπιστώσω, ότι μία πολύ νέα κοπέλα εκτός του
ότι είχε διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία μου, ήξερε κι ένα ποίημά μου αν και δεν έχω εκδώσει ποτέ ποιητική συλλογή. Και ξεκίνησε ένας διάλογος.
Οπότε, σκέφτηκα, πως αν ανάλογα κείμενα, έχουν ένα ενδιαφέρον ειδικά για τόσο νέους ανθρώπους, γιατί δεν τα μαζεύω να κάνω μία παράθεση γεγονότων και αισθημάτων τα οποία μπορεί να είναι χρήσιμα στους νέους;
Βάλθηκα, λοιπόν, να τα μαζέψω, τα ξαναέγραψα πολλές φορές μέχρι την τελειωτική τους μορφή, και τα χώρισα σε ενότητες. Είναι δύσκολο να τα χαρακτηρίσεις. Είναι πεζά, είναι πεζοτράγουδα, είναι ποιήματα; Αλλά τι σημασία έχει; Σημασία έχει να διαβάζονται. Όπου υπήρχαν ιστορικά στοιχεία, προσπάθησα να τους δώσω μία μορφή αλά Καβάφη. Όχι στο στυλ του Καβάφη, αλλά όπως ο Καβάφης έπαιρνε διάφορα ιστορικά γεγονότα και έκανε ένα αφήγημα, κατά παρόμοιο τρόπο, έκανα αυτά τα κείμενα μικρά αφηγήματα.
Κρ.Π.: Οι ενότητες του βιβλίου, περικλείουν τα βασικότερα θέματα που σας έχουν απασχολήσει σε όλη την πορεία σας μέχρι σήμερα; Π.Κ.: Πιστεύω ότι η κοινωνία και οι άνθρωποι είναι κάτι ενιαίο. Δεν
μπορείς να ξεχωρίσεις την οικονομία, την κοινωνία, τον πολιτισμό, την
αρχιτεκτονική. Όλα αυτά αποτελούν ένα σύνολο μιας ανθρώπινης
δραστηριότητας που είναι ενιαία. Δηλαδή, μπορεί, ένα οικονομικό κείμενο να είναι και ένα βαθύτατα ποιητικό κείμενο. Όπως, πάλι, ένα ποιητικό κείμενο, να μην είναι καθόλου ποιητικό.
Όλα είναι ενιαία, και όλα είναι μέρος της ζωής. Επομένως για μένα είναι εξίσου σημαντικός ο έρωτας, όπως είναι και ο πόλεμος.Άσχετα αν το ένα είναι καταστροφικό και το άλλο δημιουργικό. Όλα είναι μέσα στη ζωή ισοδύναμα. Γιατί σ’ αυτή τη ζωή που ζούμε, αν το φέρει η τύχη θα πολεμήσουμε, αν το φέρει η τύχη θα ερωτευτούμε. Ο πολεμιστής με τον ερωτευμένο, είναι σε διαφορετικές στιγμές της ζωής τους, αλλά ο άνθρωπος είναι ίδιος.
Έχοντας, λοιπόν, αυτή την εντύπωση, ότι ο άνθρωπος είναι ενιαίος και η κοινωνία είναι ενιαία, τα ανακάτωσα όλα μαζί, γιατί πιστεύω ότι όλα μαζί είναι εκφράσεις της ζωής. Κρ.Π.: Το κάθε κείμενο, το οποίο
είναι σαν μικρογραφία – απόσταγμα, της ανάλυσης ενός θέματος, καταλήγει
σε έναν στοχασμό που θα μπορούσε να ξεκινήσει μία συνομιλία. Δηλαδή, το
κάθε κομμάτι, είναι σαν να θέτει έναν βάσιμο προβληματισμό, για την
αφετηρία μίας συζήτησης... Π.Κ.: Το πιάνεις ακριβώς, πολύ σωστά, γιατί από τη γέννησή του αυτό το βιβλίο, είναι προϊόν συζήτησης.Με την κοπέλα που συνάντησα στο Φλοράλ, δημιουργήθηκε ένα είδος συζήτησης, που της απάντησα.
Οπότε με τη σειρά του, αυτό μεταφέρεται σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, που αντί να δίνουμε απαντήσεις, βάζουμε ερωτήματα ή σκέψεις, για να μπορέσουμε να ανοίξουμε μία συζήτηση, ώστε να ξεφύγουμε από την καθημερινή ασημαντότητα.
Κρ.Π.: Γράφετε στο βιβλίο, ότι
«Συνομιλητές υπάρχουν. Αρκεί να μπορείς να μιλήσεις». Να μιλήσεις, και
να ακούσεις, κι όχι μόνον τους άλλους αλλά και τον εαυτό σου; Π.Κ.: Οπωσδήποτε. Το πιο δύσκολο είναι να μπορέσεις να ακούσεις τον εαυτό σου. Και είναι το πιο επώδυνο. Γιατί, συνήθως, θέλουμε να έχουμε την προσωπικότητα που φανταζόμαστε ότι έχουμε, και που είναι αντίγραφο κάποιου κοινωνικού μοντέλου, και όχι την προσωπικότητα που είμαστε.
Και συχνά, είναι η κοινωνία που σου δίνει το ρόλο σου.
Όπως, λόγου χάριν, οι «μαύροι» δεν ξέραν ότι είναι «μαύροι» πριν τους
αναγκάσουν να πάνε δούλοι στην Αμερική. Όπως υποθέτω, ότι και ο πρώτος
ομοφυλόφιλος στην ιστορία της ανθρωπότητας, δεν ήξερε ότι είναι
ομοφυλόφιλος. Ήξερε ότι αγαπά έναν άνθρωπο του ίδιου φύλου. Η κοινωνία του έδωσε την ταυτότητα αυτή.
Κρ.Π.: Από τις ενότητες που
υπάρχουν στο βιβλίο, όπως: Νοσταλγία, Έρωτας, Μοναξιά, Γυναίκες,
Ξεχασμένοι, Άνθρωποι, Στιγμές Εξουσίας, κλπ., ποιά πιστεύετε ότι σήμερα
έχει μεγαλύτερο νόημα, για ποιά ίσως αγωνιά περισσότερο ο σημερινός
άνθρωπος;
Π.Κ.: Το πιο σημαντικό για μένα, είναι ότι σήμερα ο άνθρωπος έχει χάσει τον εαυτό του και έχει κάνει έναν τηλεοπτικό εαυτό, που διαμορφώνεται όπως ο Θεός που έφτιαξε τον κόσμο από λάσπη, έτσι και η σκέψη του ανθρώπου σήμερα, χτίζεται με τηλεοπτικό υλικό.
Στο σημείο, που δεν πάψουμε να βλέπουμε τηλεόραση και να αρχίσουμε να μιλάμε πάλι μεταξύ μας,
όπως ήταν παλιά, στα καφενεία, στα χωριά, στις συναθροίσεις, στα
ταξίδια, στα λεωφορεία… Τώρα στα λεωφορεία δεν μιλάει κανένας. Θυμάμαι
όταν κατέβαινα, φαντάρος, από την Αλεξανδρούπολη με λεωφορείο, μιλούσα
συνέχεια με τον διπλανό. Δηλαδή, ο λόγος ήταν κοινός. Τώρα μας έχουν πάρει και το λόγο!
Κι όπως η τηλεόραση είναι ένα μονομερές ράντισμα με διακοπές, έτσι δεν μπορεί ο άνθρωπος να έχει έναν συνεχή λόγο.
Γι’ αυτό και σε διακόπτουνε, και αρχίζουν να μιλάνε για να μιλάνε, κι
όχι να ακούσουν ή να συνομιλήσουν. Δηλαδή, έχουμε στην ουσία μίμηση ομιλίας κι όχι πραγματική ομιλία.
Κρ.Π.: Και υποτίθεται ότι όταν
μιλάς με κάποιον θέλεις να μοιραστείς κάποιες σκέψεις σου και κάποια
συναισθήματα. Να κοινωνήσεις, που λέμε… Π.Κ.: Να κοινωνήσεις, ακριβώς. Και στο σημείο που ο άλλος σε ακούει και αναπτύσσεται η σκέψη του, ταυτόχρονα αναπτύσσεις και εσύ την δικιά σου τη σκέψη. Δεν είναι τυχαίο, ότι τα κείμενα των αρχαίων ήταν διάλογοι! Κρ.Π.: Και το μόνο που μπορούν
να μοιραστούν οι άνθρωποι ισότιμα είναι τα συναισθήματά τους, τα οποία
δεν εκφράζονται μόνο λεκτικά αλλά και έξωλεκτικά. Δεν μπορείς όμως να
μοιραστείς κάτι με την τηλεόραση, ούτε ακόμα και μέσω των σόσιαλ μίντια,
διότι γίνεται μονομερώς ή εν μέρει. Π.Κ.: Γιατί ο άνθρωπος με τον άνθρωπο είναι ανεπανάληπτη σχέση.Τίποτα δεν μπορεί να την αντικαταστήσει. Και η επικοινωνία μπορεί να γίνει και με τη σιωπή,
και με τον χορό, και με τη μουσική. Δεν είναι τυχαίο, ότι οι σύγχρονες
καφετέριες έχουν τόσο δυνατά τη μουσική που καταργούν την συνομιλία. Υπάρχουν πολλά υποκατάστατα της ανθρώπινης ανάγκης και ευχαρίστησης, όπως είναι και η πρέζα. Η κάθε πρέζα λειτουργεί ως παρέα, αλλά στην ουσία είναι πλήρης απομόνωση.
Διάβαζα ένα σύνθημα, που έλεγε: Έξω το κράτος από τις φλέβες μας. Το έγραψαν για την πρέζα, αλλά αν το πάρουμε μεταφορικά, το κράτος δημιουργεί κάθε είδος υποκατάστατου της ανθρώπινης ευδαιμονίας, που στην ουσία είναι μια πορεία προς την καταστροφή και την αυτοκτονία.
Κρ.Π.: Εξάρτηση είναι και ένας τρόπος συμπεριφοράς, όπως είναι και η βία που επαναλαμβάνεται από γενιά σε γενιά. Π.Κ.:Ότι σε κάνει θεατή, είναι εξάρτηση, και ότι σε κάνει μιμητή, επίσης. Όταν επαναλαμβάνεις συμπεριφορές άλλων. Κρ.Π.: Κάτι που μας έχει
βοηθήσει να επιβιώσουμε στο παρελθόν, μπορεί να μη μας βοηθά να ζούμε
στο παρόν. Αλλά επειδή το έχουμε συνηθίσει, σαν πρέζα, δεν μπορούμε να
το αλλάξουμε;
Π.Κ.: Ακριβώς. Γιατί, όσο κι αν είναι δημιουργικό κάποια στιγμή, δεν είναι ζωή. Ποτέ κανένα ποίημα, όσο ερωτικό κι να ήταν, δεν αντικατέστησε τον πραγματικό έρωτα. Γράφω κάπου π.χ., για τους αιχμάλωτους του χαρτιού «όσες σελίδες γράψαμε, τόση ζωή χάσαμε».
Κρ.Π.: Γράφετε κάπου στο βιβλίο, για την αλήθεια*, ότι για να την βρει κάποιος πρέπει να ψάξει στα σκουπίδια… Πώς το εννοείτε; Π.Κ.: Ότι στο σημείο που υπάρχει το κέρδος, σημαίνει ότι όλη η ζωή γίνεται σκουπίδι. Επομένως το κέρδος, είναι κάτι το απάνθρωπο, από την άποψη ότι λογαριάζει για τον εαυτό του και όχι για την κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικό αυτό το παράδειγμα με τα εργοστάσια στην Αργεντινή, που τα κλείσανε –τα πετάξαν στα σκουπίδια…- διότι δεν είχανε όσο κέρδος θέλανε. Τα πήρανε όμως μετά εργαζόμενοι, και είδαν ότι όχι μονάχα μπορούσαν να ζήσουν καλά, αλλά και ότι μπορούσαν να προσφέρουν φτηνά προϊόντα στην κοινωνία.
Άρα, λοιπόν, δεν ήταν ζημιογόνα, ούτε σκουπίδια.
Ήταν ζημιογόνα γι αυτούς που ήθελαν να βγάλουν χοντρά λεφτά. Να τα
κάνουν τι; Να πάρουν ένα γιότ, να κάνουν μία βίλα, δηλαδή, να ζήσουνε
εκτός κοινωνίας. Γιατί στην ουσία και ο πλούτος είναι μία φυλακή.
Στις πλούσιες γειτονιές σε όλο τον κόσμο, οχυρώνονται. Ζούνε σε κάστρα. Δεν ζούνε στην κοινωνία. Κρ.Π.: Αλλά ακόμη κι αυτά που
δεν θέλουμε να δούμε ή να καταλάβουμε, που με έναν τρόπο τα πετάμε στα
σκουπίδια; Τα βάζουμε στο… περιθώριο; Π.Κ.: Ναι, από την άποψη ότι δεν μας υπολογίζουνε. Είμαστε σκουπίδια! Αν μας υπολογίζανε θα είχαν μια άλλη συμπεριφορά απέναντί μας. Πώς πιάσανε αυτόν τον Τούρκο πολιτικό πρόσφυγα, στα Εξάρχεια, και τον μπαγλαρώσανε, τον κάνανε πακέτο, και ονόμασαν την επιχείρηση «Πακέτο από την Αθήνα»;
Δεν τους ένοιαζε καν αν υπήρχε κόσμος που τους έβλεπε, που κατέγραφε το αυτοκίνητο. Ξέραν πολύ καλά ότι δεν θα πάθουν τίποτα. Και την άλλη μέρα τον έστειλαν στην Κωσταντινούπολη. 100% παράνομο. Αλλά ξέρουν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν και ότι κανείς δεν τους ελέγχει, κι ούτε θα μάθουμε ποτέ τα ονόματά τους. Κάνουν ότι θέλουν. Είναι ανεξέλεγκτοι.
Οπότε αναγκαστικά ο άλλος γίνεται σκουπίδι… Είναι σαν να πήρανε έναν κάδο σκουπιδιών, το φόρτωσαν στο αυτοκίνητο και τον πήγαν στην χωματερή! Κρ.Π.: Πώς τα βλέπετε αυτά που γίνονται στην Τουρκία; Π.Κ.: Είναι πολυσύνθετα, από την άποψη ότι είναι σίγουρα μια εξέγερση, ή τουλάχιστον έχει στοιχεία εξέγερσης. Αλλά φαίνεται έχει καλά οργανωμένα κέντρα και δεν ξέρουμε πια είναι η πολιτική τους έκφραση. Φημολογείται, ότι πιθανότατα να χρησιμοποιηθούνε προς όφελος του στρατού για να μειώσουν την εξουσία του Ερντογάν. Αλλά ακόμα είναι νωρίς για να κάνουμε αναλύσεις. Αυτό που είναι αναμφισβήτητο είναι ότι είναι ένα γνήσιο λαϊκό κίνημα. Τώρα ποιοι θα επωφεληθούνε, είναι άγνωστο. Κόμματα δεν φαίνεται να υπάρχουνε. Είναι αυτό το περίεργο φαινόμενο που συμβαίνει, που από μια ασήμαντη αφορμή γίνεται μια εξέγερση. Κρ.Π.: Μια ασήμαντη αφορμή, η οποία όμως, δεν είναι και τελικά και τόσο ασήμαντη;
Π.Κ.: Είναι σαν να θέλανε να κάνουν εδώ ένα Mall στον Εθνικό Κήπο… Ε,
από εκεί πέρα, παίρνει διαστάσεις, γιατί βγαίνουν τα προβλήματα με
οποιαδήποτε αφορμή. Ποιος το αποφάσισε, ποια εταιρεία το ανέλαβε, τι
υπάρχει από πίσω; Όλα αυτά.
Κρ.Π.: Και βλέπουμε ότι τελικά
είναι σα να υπάρχει ένας απόλυτος μονάρχης, ένας… σουλτάνος που
αποφασίζει για τα πάντα, και η γνώμη του κόσμου δεν έχει καμία σημασία.
Και μιλαμε για δημοκρατίες…
Π.Κ.: Στο βιβλιο που βγάλαμε με θέμα την Άμεση Δημοκρατία, υπάρχουν πολλές αναλύσεις σε ότι αφορά την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που σε τελική ανάλυση είναι ένας μύθος ότι είναι δημοκρατία. Απλά, στήνουνε μια τεράστια θεατρική παράσταση στη βουλή με 300 ηθοποιούς και παίζουνε ρόλους για να περνάει η ώρα. Όμως, όλα τα υπόλοιπα… περνάνε.
Κρ.Π.: Και το… ελληνικό θέατρο, πώς το βλέπετε; Π.Κ.: Το βλέπω ότι θα γίνεται όλο και χειρότερο και χειρότερο.
Αλλά ακόμα και αυτό το θέατρο, ήδη, τους εμποδίζει. Οι νόμοι περνάνε εκτός κοινοβουλίου. Με τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Ε, δηλαδή, κάνουν όπως αυτό που έκαναν οι ναζί, και όπως αυτό που έκανε η χούντα: Αποφασίζομεν και διατάζομεν.
Κρ.Π.: Και μια που είπατε για τους ναζί, τι λέτε για τους νεοναζί; Π.Κ.: Είναι η βαθιά… Ελλάδα, που εμφανίζεται. Για να ‘μάστε και λίγο κυνικοί. Η Χρυσή Αυγή, πριν πάρει την εξουσία, κρατούσε το τιμόνι του αυτοκινήτου που σκότωνε κόσμο.
Είμαστε η χώρα που έχουμε τα πιο πολλά τροχαία εγκλήματα.Και κανείς δεν τιμωρείται. Αυτό
το γεγονός, εκφράζει την βαθύτερη συμπεριφορά του Έλληνα, που χτυπάει
το θύμα και το αφήνει στην άσφαλτο να πεθάνει. Δεν είναι ένας
καθημερινός φασισμός αυτό το πράγμα; Είναι ένας κοινωνικός φασιμός, που βρήκε σήμερα πολιτική έκφραση. Όπως όλα τα κινήματα: πρώτα δημιουργούνται, και μετά βρίσκουν πολιτική έκφραση.
Κρ.Π.: Ένα από τα χαρακτηριστικά
σας, που «επισημοποιείται» θα λέγαμε, με αυτό το βιβλίο, είναι ότι
προσπαθείτε να δίνετε πάντα τροφή για σκέψη και προβληματισμό. Συμβαίνει
εκ προθέσεως;
Π.Κ.: Ναι, εκ προθέσεως. Αν κάνω κάτι, είναι να δίνω εναύσματα για διάλογο και συζήτηση. Και όχι διδαχή.-
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρεις την αλήθεια.
Αλλά όχι εκεί που ψάχνεις.
Συσκευασμένη αλήθεια δεν υπάρχει στις προσφορές του σούπερ μάρκετ της ζωής.
Στα πεταμένα ψάξε, στα σκουπίδια.
Εκεί ίσως βρεις κάτι.
Ό,τι πετιέται δεν είναι σκουπίδι.
Συχνά είναι πρώτη ύλη. Π.Κ.
Σε εποχές ζόφου και φόβου, σαν και αυτήν που ζούμε τώρα στην Ελλάδα, έχουμε δύο τρόπους αντίδρασης: ο πρώτος είναι να αφήσουμε το σκοτάδι να μπει στην ψυχή μας και να τη μαυρίσει· ο άλλος είναι να αξιοποιήσουμε το φως που έχουν συσσωρεύσει τα φωτοβολταϊκά της καρδιάς μας. Το φως είναι ζωοδότρα δύναμη. Ένα μικρό λυχναράκι νικάει και το πιο αδιαπέραστο σκοτάδι. Ξαναφτιάχνουμε τη ζωή μας στο φως και την οργανώνουμε όσο πιο απλά γίνεται σε έναν κόσμο που είναι περίπλοκος και χωρίς νόημα. Τα μικρά αυτά κειμενάκια που έχουν συγκεντρωθεί σε αυτό τον τόμο είναι μια προσπάθεια να συγκροτηθεί ένας τέτοιος μικρόκοσμος όταν με τύλιγε και με απειλούσε το σκοτάδι. Δεν είχα πρόθεση να τα δημοσιεύσω. Τα θεωρούσα πολύ προσωπικά. Και από μια σύμπτωση κατάλαβα πως δεν υπάρχει προσωπικός λόγος. Αφού είμαστε όντα με λόγο, είμαστε μέσα στην κοινωνία. Και η κοινότητα είναι αυτή που σου δίνει ένα λόγο για να ανακαλύψεις την προσωπικότητά σου, μοναδική και ανεπανάληπτη, όπως ακριβώς είναι τα δακτυλικά σου αποτυπώματα. Συνομιλητές υπάρχουν. Αρκεί να μπορείς να μιλήσεις. Και έτσι βγήκε αυτό το βιβλίο.”
“Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρεις την αλήθεια. Αλλά όχι εκεί που ψάχνεις. Συσκευασμένη αλήθεια δεν υπάρχει στις προσφορές του σούπερ μάρκετ της ζωής. Στα πεταμένα ψάξε, στα σκουπίδια. Εκεί ίσως βρεις κάτι. Ό,τι πετιέται δεν είναι σκουπίδι. Συχνά είναι πρώτη ύλη.”Περικλής Κοροβέσης — Μικρό απόσπασμα, σε μορφή πεζού κειμένου,
το οποίο παραθέτω σε μορφή ποιήματος… με δική μου πρωτοβουλία. Για μένα
από τα ωραιότερα ποιήματα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Και χαίρομαι που έτυχε να το συλλαβίσω εν πλω, από Πειραιά προς Αίγινα. — Από το βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε:
Σε εποχές ζόφου και
φόβου, σαν και αυτήν που ζούμε τώρα στην Ελλάδα, έχουμε δύο τρόπους
αντίδρασης: ο πρώτος είναι να αφήσουμε το σκοτάδι να μπει στην ψυχή μας
και να τη μαυρίσει· ο άλλος είναι να αξιοποιήσουμε το φως που έχουν
συσσωρεύσει τα φωτοβολταϊκά της καρδιάς μας. Το φως είναι ζωοδότρα δύναμη. Ένα
μικρό λυχναράκι νικάει και το πιο αδιαπέραστο σκοτάδι. Ξαναφτιάχνουμε τη
ζωή μας στο φως και την οργανώνουμε όσο πιο απλά γίνεται σε έναν κόσμο
που είναι περίπλοκος και χωρίς νόημα.Τα μικρά αυτά κειμενάκια που
έχουν συγκεντρωθεί σε αυτό τον τόμο είναι μια προσπάθεια να συγκροτηθεί
ένας τέτοιος μικρόκοσμος όταν με τύλιγε και με απειλούσε το σκοτάδι. Δεν
είχα πρόθεση να τα δημοσιεύσω. Τα θεωρούσα πολύ προσωπικά. Και από μια
σύμπτωση κατάλαβα πως δεν υπάρχει προσωπικός λόγος. Αφού είμαστε όντα με
λόγο, είμαστε μέσα στην κοινωνία. Και η κοινότητα είναι αυτή που σου
δίνει ένα λόγο για να ανακαλύψεις την προσωπικότητά σου, μοναδική και
ανεπανάληπτη, όπως ακριβώς είναι τα δακτυλικά σου αποτυπώματα.
Συνομιλητές υπάρχουν. Αρκεί να μπορείς να μιλήσεις. Και έτσι βγήκε αυτό
το βιβλίο. Π. Κ., Απρίλιος 2013
Ζω, σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια
και η μόνη αλήθεια, ίσως είναι αυτή που σε φέρνει κοντά στις ρωγμές της
ιστορίας σου… που σου επιτρέπει να μην λογοκρίνεις, ούτε να
κοροϊδεύεις, ούτε να παραποιείς την ένταση των συναισθημάτων σου. Αυτή
την «αναμονή του αληθινού» [...] Η ηθική της αναζήτησης. Αυτό δεν είναι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι νεκρός; Αν σταματήσει αυτή η αναζήτηση, έχεις σταματήσει να υπάρχεις. Και το όλο θέμα είναι, να μη γίνουμε μία χώρα, ήδη νεκρών [...] Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο 8 ώρες και 35 λεπτά, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Κρ.Π.:
Σ' αυτό το βιβλίο, αφηγείσαι το ταξίδι του Τζόναθαν, ο οποίος για πρώτη
του φορά θα επισκεφτεί τον τόπο της καταγωγής του, και μέσα στο
αεροπλάνο σκέφτεται τη ζωή του "μια ιστορία δυο τραυματισμένων μέσα του
"πλασμάτων": της οικογένειάς του και της Ελλάδας". Πώς γεννήθηκε αυτή η
ιστορία; Φ.Τσ.: Είναι παράξενο πράγμα οι ιδέες. Μοιάζει να ‘ρχονται κάποια στιγμή, αλλά μπορεί να προετοιμάζονται πολλά χρόνια πριν μέσα στο μυαλό.
Aπ’ όσα βιβλία έχω γράψει, χωρίς να έχει τίποτα το βιογραφικό με τη στενή ημερολογιακή έννοια, είναι ταυτόχρονα το πιο βιογραφικό βιβλίο μου. Aρκεί να δεχτούμε ότι η βιογραφία δεν αφορά μόνο σε ιστορικά τεκμηριωμένα γεγονότα αλλά και σε βιωμένα γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ παρα μόνο στη φαντασία μας.
Πράγματα δηλαδή που έχουμε ζήσει εκτός ημερολογίου… Bιωματικές αλήθειες… γεγονότα που ποτέ δεν συνέβησαν αλλά αξιώνουν το καθεστώς του "πραγματικού". Κρ.Π.:
Ο ήρωας του βιβλίου ξεκινά να πάει στη χώρα των προγόνων του, αλλά
μοιάζει και σαν να… επιστρέφει στην Ελλάδα γι’ αυτούς και μ’ αυτούς…
Σήμερα, παρατηρούμε ότι πολλοί φεύγουν από τη χώρα μας, αλλά οι
περισσότεροι, είτε φεύγουν είτε μένουν, μοιάζει επίσης, σα να κάνουν μία
προσπάθεια «επιστροφής» σ’ αυτό που μπορεί να λέγεται Ελλάδα, στο
παρελθόν, στις ρίζες. Φ.Τσ.: Χιλιάδες
νέα παιδιά, με προσόντα τυπικά και ουσιαστικά, (και η νεότητα είναι από
μόνη της ένα προσόν) τα τελευταία δύο χρόνια, έχουν φύγει από τη χώρα,
εγκατέλειψαν αυτόν τον τόπο. Θα ήθελα να ονειρεύομαι ότι αυτά τα παιδιά δεν φύγανε για να φύγουνε. Κάποτε ίσως θελήσουν να ξαναγυρίσουν. Είναι πολύ οδυνηρό, όχι να φεύγεις, αλλά να μην θες να ξαναγυρίσεις… Και επίσης είναι πολύ οδυνηρό, να νιώθεις ότι σε διώχνει η χώρα. Κρ.Π.: Εγώ νιώθω ότι η χώρα η ίδια φεύγει… Φ.Τσ.: Γι αυτό σήμερα, υπάρχει αυτή η έννοια της επιστροφής… Ναι, μπορείς να επιστρέφεις και φεύγοντας.
Πώς; Νομίζω είναι μια εποχή που αναζητάμε να γνωρίσουμε αυτόν τον τόπο.
Κι όταν λέω να τον γνωρίσουμε, εννοώ ουσιαστικά. Γιατί μπορεί να ζεις
σε μια οικογένεια και να σου είναι άγνωστη.
Πιστεύω οι κρίσεις σε παρακινούν να ψάξεις να βρεις την αλήθεια μιας καταγωγής. Που μπορεί βέβαια να είναι μια νέα επινόηση. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να αντιπαρατεθείς με την αλήθεια της ιστορίας σου.
Ποιά είναι η πατρίδα σου; Ποιοί είναι οι δικοί σου δεσμοί με αυτή τη
χώρα; Πόσο σε έχουν, δίχως να το ξέρεις, σημαδέψει τραύματα του
παρελθόντος; Αυτό κάνει και ο Τζόναθαν.
Σε πρώτο επίπεδο, προσπαθεί να ξεδιαλύνει τα μυστήρια με την οικογένειά του, που είναι πολύ περιπεπλεγμένα και φορτισμένα. Αλλά πίσω απ’ αυτό, υπάρχει σαν σκιά, σαν αχτίδα, σαν απειλή ή σαν υπόσχεση, η ιστορία της Ελλάδας. Όπως και πίσω από αυτή την ιστορία της Ελλάδας εμφιλοχωρεί η αναζήτηση μιας συνεχώς καταδικασμένης να μας διαφεύγει δικής μας ταυτότητας.
Το τραύμα σημαίνει πληγή στο σώμα, στη ψυχή, στην κοινωνία. Υπαρχει μια
αέναη αλληλεπίδραση ανάμεσα τους. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Κρ.Π.:
Ο ήρωας του βιβλίου πάντως, αγγίζει την αλήθεια, αφού έχει βιώσει πρώτα
μια καταστροφή. Σαν η απώλεια, να τον ωθεί στην αλήθεια. Φ.Τσ.:
Προτιμώ να μιλήσω τώρα σαν αναγνώστρια: Σε αυτό το ταξίδι μέσα στο
αεροπλάνο 8μιση ώρες, όσο διαρκεί η πτήση Νέα Υόρκη - Αθήνα,
αναμοχλεύεται μισός αιώνας ιστορίας. Στο μυαλό του τραυματισμένου από
την ιστορία του, Tζόναθαν, το ταξίδι αυτό λειτουργεί και σαν μια
θρηνητική διεργασία.
Για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του ο τραυματισμένος, χρειάζεται να υπάρξει μια διεργασία. Πένθους να το πούμε; Θρήνου; Χρειάζεται, δηλαδή, να έρθει σε επαφή μ’ αυτό που έχασε. Να μην το κουκουλώσει, να μην το συγκαλύψει, να μην το μεταμφιέσει.
Αυτό είναι συνήθως πολύ οδυνηρό. Αν δεν το κάνεις όμως, παραμένεις όμηρος του τραύματος. Είσαι σαν φυλακισμένος μέσα στην καταστροφή. Εάν το κάνεις, αν καταφέρεις να επεξεργαστείς το νόημα αυτής της καταστροφής, εκεί ανοίγονται μετά, πολλές δυνατότητες μπροστά σου. Κρ.Π.: Αυτό το καταφέρνει ο ήρωας, γι αυτό και ίσως μπορεί και επιστρέφει… Φ.Τσ.: Σ' αυτή την οικογένεια, υπήρχαν ανεπούλωτα τραύματα, αλήθειες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Τζόναθαν με την αδελφή του την Αμαλία, μεγάλωσαν στη Νεα Υόρκη σ’ ένα σπίτι γεμάτο μυστικά. Παιδιά αγνώστου πατρός με μια μητέρα που ‘’ξαφνικά’’άλλαξε το όνομα της και απαγόρευσε στα παιδιά της να μιλάνε για την Ελλάδα.
Το
φάντασμα μιας πεθαμένης αδελφής ενώνει, (με τον τρόπο που μόνο οι
νεκροί γνωρίζουν), το Μανχάταν με τη Νέα Ιωνία, και τους ουρανοξύστες με
τις νεραιδοσπηλιές της Καππαδοκίας.
Ο παππούς και η γιαγιά αυτών των παιδιών, φεύγοντας από την Ελλάδα λίγο πριν τον πόλεμο, αφήνανε πίσω έναν τόπο με καταστροφές,
με ξεριζωμούς, με τον εμφύλιο που θα ξέσπαγε. Κομβικά γεγονότα που
λειτουργούν ακόμα στην ελληνική κοινωνία, ως ανεπούλωτα τραύματα.
Aιμομικτικές φαντασιώσεις, αυτοκτονίες, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, παράνομοi έρωτες σημαδεύουν τη ζωή της οικογένειας Αργυρίου. Μέσα εκεί ο Τζόναθαν πασχίζει να υπάρξει, να μάθει ποιος είναι. Στην ουσία είναι μια πορεία αυτογνωσίας που επιχειρεί ο ίδιος. Κρ.Π.:
Αλλά τελικά αφηγείσαι παράλληλα και την ιστορία της Ελλάδας. Και μιλάς
μέσα σε όλα αυτά, για τα τρία συστατικά μίας ύβρις: Την αδικία, τον
αποκλεισμό και τη λήθη(Μήπως δεν αποκλείσαμε από το λεξιλόγιό μας τη
λέξη Ελλάδα, τόσα χρόνια, με κάποιον τρόπο; Αποφεύγοντας οτιδήποτε
ελληνικό;). Όλα αυτά, ζητούν την τιμωρία και την κάθαρση. Και στην
περίπτωση του Τζόναθαν, η κάθαρση έρχεται σαν δικαιοσύνη, και η
δικαιοσύνη στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει να αντικαθιστά την τιμωρία.
Και δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αλήθεια. Φ.Τσ.:Κάθαρση είναι και το να μην φοβάσαι την ένταση των συναισθημάτων σου. Να μην υπάρχει αυτή η άμβλυνση των συναισθημάτων που σε βάζει σε μία νοικοκυρεμένη νάρκη, σ΄ένα λήθαργο τακτοποιημένης δήθεν ισορροπίας.
Η Ερασμία, η γιαγιά του Τζόναθαν λίγο πριν πεθάνει, σε βαθύ γήρας, μέσα στο ίδρυμα των ηλικιωμένων, λίγο πριν το τέλος, αποκαλύπτει, φανερώνει, στον εαυτό της και στον εγγονό της την ανατρεπτική αλήθεια της ιστορίας της.
Ο νεαρός ήρωας θέλει να έχει μια ευκαιρία, προτού ο ίδιος πεθάνει, προτού φτάσει σ’ αυτό το βαθύ γήρας, να έρθει κι εκείνος σε επαφή με την δική του αλήθεια. Θέλει δηλαδή να προλάβει να ζήσει προτου να πεθάνει.
Ζω, σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια
και η μόνη αλήθεια, ίσως είναι αυτή που σε φέρνει κοντά στις ρωγμές της
ιστορίας σου… που σου επιτρέπει να μην λογοκρίνεις, ούτε να
κοροϊδεύεις, ούτε να παραποιείς την ένταση των συναισθημάτων σου. Αυτή
την «αναμονή του αληθινού».
Και δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτή την αλήθεια τη μονοπωλεί η απώλεια. Ο ψυχικός πόνος έχει κοιτάσματα μιας τρομακτικής ανατρεπτικής αλήθειας. Και ο ήρωας, δεν θέλει άλλο να αποφύγει αυτόν τον πόνο.
Τελικά, να παραδεχτεί τον απαγορευμένο του έρωτα. Να δει αλλιώς την μητέρα του. Να επιχειρήσει να δει αλλιώς αυτή τη χώρα, την Ελλάδα, που στη φαντασία του είναι η εικόνα μιας συρρικνωμένης χώρας,
που βυθίζεται, που καταστρέφεται, όμως εκείνος θέλει προτού προσγειωθεί
το αεροπλάνο να μπορέσει να την δει κι αλλιώς αυτή τη χώρα. Κρ.Π.: Το βιβλίο τελειώνει με τους στίχους του τραγουδιού του Μάνου Χατζηδάκι, «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς»… Φ.Τσ.: Υπάρχει μια συγκλονιστική ιστορία πίσω από αυτό το τραγούδι,
που την έμαθα αφού είχα ολοκληρώσει την πρώτη του γραφή. Και είναι από
αυτά τα αναπάντεχα, που μπορεί να κρύβει μέσα της η λογοτεχνία, η τέχνη,
η γραφή. Όταν η μητέρα του Τζόναθαν, αποφασίζει να αλλάξει το όνομά της,
γιατί δεν θέλει τίποτα να της θυμίζει την Ελλάδα, όχι γιατί δεν την
θέλει, αλλά γιατί η Ελλάδα την έχει πληγώσει μέσα από τα κρυμμένα
μυστικά της οικογένειάς της, διαλέγει το όνομα Λάλε Άντερσεν. Διάλεξα τυχαία το όνομα αυτό. Χωρίς να ξέρω την ιστορία που συνδέει το Μάνο Χατζηδάκι με αυτή τη γυναίκα, τη Λάλε Άντερσεν
–γιατί ήδη υπήρχε στο βιβλίο αυτό το τραγούδι του-, η οποία είχε γίνει
διάσημη τραγουδώντας το «Λιλή Μαρλέν», το τραγούδι το οποίο
ξημεροβραδιάζονταν στις μάχες. Και οι μεν και οι δε. Το θεωρούσαν δικό
τους και οι ναζί και οι σύμμαχοι. Ήταν το αγαπημένο τους τραγούδι, ένα σπαρακτικό τραγούδι για μια γυναίκα που κάποια στιγμή χάνεται, και όλοι την ανακαλούν και την αναπολούν…
Ο ίδιος ο Χατζιδάκις έχει περιγράψει, πως δημιούργησε τη δική του εκδοχή
του τραγουδιού της Λιλή Μαρλέν, έχοντας στο μυαλό του τη φωνή της Λάλε
Άντερσεν, την οποία δεν την είχε είχε δει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Κρ.Π.:
… οι στίχοι του τραγουδιού αυτού, επειδή μιλάς για απώλειες, ο αγώνας
να κατακτήσουμε κάτι άπιαστο, μας δίνει την δύναμη να τιμήσουμε όλα αυτά
που είμαστε, και τα χάνουμε ή τα ξαναβρίσκουμε κατά καιρούς στη ζώη
μας; Φ.Τσ.: Έχω μια εμμονή με το θέμα της απώλειας. Ολο και πιο πολύ. Μέσα της κρύβονται απεριόριστα κοιτάσματα αλήθειας.
«Το βλέμμα της οδύνης μου αρέσει, γιατί γνωρίζω ότι είναι αληθινό Οι άνθρωποι δεν ψεύδονται στους πόνους’’, λέει η Έμιλη Ντίκινσον
Κρ.Π.:
Αυτό που μένει στο τέλος του βιβλίου, είναι τελικά η αγάπη, η
συνύπαρξη, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η αλήθεια; Όλα αυτά τα ιδανικά,
που μοιάζουν άπιαστα, και όπως λέει και το τραγούδι στο τέλος; Που τα
«γυρεύουμε» γιατί ήσαν «ουρανός»; Φ.Τσ.: Η αναζήτηση εννοείς, ναι. Η ηθική της αναζήτησης. Αυτό δεν είναι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι νεκρός; Αν
σταματήσει αυτή η αναζήτηση, έχεις σταματήσει να υπάρχεις. Και το όλο
θέμα είναι, να μη γίνουμε μία χώρα, ήδη νεκρών. Αυτό που είπες: «η χώρα
έχει φύγει». Η χώρα που έχει φύγει, κινδυνεύει να γίνει μία χώρα ήδη
νεκρών. Πασχίζεις σήμερα να υπάρξεις. Ανεπιτυχώς,
όπως όλα δείχνουν. Kαταθλίψεις, βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, ψυχικές
διαταραχές, επιλογή του μίσους ως τρόπου ζωής και κατασκευή φανταστικών
εχθρών στη θέση ενός ξένου εαυτού. Κολυμπάς με ένα τρύπιο σωσίβιο και
γύρω σαν μανιασμένος ωκεανός ο θάνατος.
Ναι! θα ήθελα όλα να ήταν αλλιώς. Γράφεις ιστορίες για να ονειρεύεσαι ότι όλα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Όμως τίποτα δεν είναι αλλιώς κι εσύ ζεις ονειρευόμενος. Ιδού ίσως η μεγάλη ψευδαίσθηση, σήμερα, της λογοτεχνίας.
Κρ.Π.: Γιατί μόνο η αλήθεια δίνει την πραγματική δύναμη; Φ.Τσ.: Ακόμα κι αν είναι σαν τις Αλκυονίδες μέρες. Που ξέρεις ότι θα κρατήσουν λίγο στην καρδιά του χειμώνα.
Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς - 1943
Αγάπη μου σε γύρευα σ’ αυγή και σε φεγγάρι και στα ψηλά τα σύννεφα σε γύρευα τυφλός, μα ήρθε ο καιρός, ήρθε η βροχή κι η δροσερή σου χάρη αγάπη μου σε γύρεψα γιατί ήσουν ουρανός [...] Στίχοι: Γιάγκος Αραβαντινός Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ένα
παιδί με ρώτησε κάποτε πώς μυρίζει ο Θεός. Μου το ρώτησε, εκείνο το
περιορισμένο ανοιξιάτικο διάστημα που το άρωμα απ’ τις νεραντζιές
θριαμβεύει πάνω στο καυσαέριο και τα σκουπίδια, χαρίζοντας για ένα
δεκαήμερο στην ομορφιά την τελευταία λέξη. Σκέφτηκα τότε πως ο Θεός
είναι η τελευταία λέξη, αλλά κάτι μέσα μου επέμενε πως είναι και η πρώτη
και η ενδοιάμεσες και όλες όσες αποτελούν τη ζωή σ’ αυτό τον κόσμο..." H
συγγραφέας Ελεονώρα Σταθοπούλου, μιλά στηνΚρυσταλία Πατούλη και το tvxs.gr, για το αφήγημα: Εκείνος ΙΙ, μία νέα, ξαναδουλεμένη και εμπλουτισμένη έκδοση από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
" ...Σκέφτηκα δηλαδή πως ο Θεός δεν πρέπει ν’ αναγνωρίζεται μόνο από την κατάληξη,
αλλά κι απ’ την πορεία κι αναρωτήθηκα πώς να μυρίζει άραγε η πορεία
αυτή, και ψάχνοντας έγραφα ότι καταλάβαινα. Ένα απ’ τα λίγα που κατάλαβα
έχει για τίτλο «Το λεωφορείο» και λέει τα εξής:
«Ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω τις πολυκατοικίες να μπούνε. Το γαλάζιο πιάτο του ουρανού με μια κηλίδα γάλα.
Όρθιος στο μπαλκόνι μου, με τις παλάμες ενωμένες, επικαλούμαι το άγνωστο: Το αστροπελέκι που θα γράψει στον γρανιτένιο βράχο μια λέξη του Θεού. Προσεύχομαι για τη σωστή ερμηνεία της λέξης. Προσεύχομαι να εκμηδενιστώ για να μπορέσω να την καταλάβω. Έτσι απλά, όπως κανείς με την όσφρηση αναγνωρίζει το γιασεμί. Άμα δεν σκέφτεσαι, τότε οι λέξεις μυρίζουν: θειάφι, απόβροχο, γάλα που βράζει. Δεν μπορείς ποτέ να μπερδευτείς. Θα γίνω το λαγωνικό του Θεού που οσφραίνεται το Λόγο του. Δυο ρουθούνια ακριβείας που εισπνέουν τον κόσμο Του. Α, ο κόσμος του! Α, ο λόγος του Θεού στον βράχο! Μυρίζει σαν… Μυρίζει σαν… όλα μαζί τα ιδρωμένα σώματα που ταξιδεύουν πατικωμένα σ’ ένα μεσημεριανό λεωφορείο. Ξινά και γλυκά και βαριά, ταυτόχρονα. Ο Λόγος του Θεού μυρίζει σαν τον ιδρώτα των ανθρώπων,
όταν ιδρώνουν από κούραση, από φόβο, από έρωτα, ξυπνητοί και
κοιμισμένοι, με το στεφάνι του μαρτυρίου στο μέτωπο και με το στεφάνι
της δόξας και με το στίγμα της αμαρτίας και με το παράσημο της αρετής.
Όλοι οι άνθρωποι του λεωφορείου, που δε σταματά ποτέ ,ούτε για να
ξεφορτωθεί τα πτώματα. Επιβαίνω κι εγώ, κρεμασμένος σε μια χειρολαβή, και πίσω μένουν οι πόλεις και μπρος ξανάρχονται. Τον οδηγό ποτέ κανένας δεν τον είδε. Μονάχα τους εισπράκτορες, που μπαίνουν μέσα ξαφνικά και σου ζητάν τα νιάτα, την υγεία, και ό,τι αγαπάς περισσότερο.
Τα δίνεις θες δε θες κι εξακολουθείς με ό,τι απόμεινε. Γι’ αυτό κι οι άνθρωποι μες το λεωφορείο βρομάνε. Γι’ αυτό με συγκλονίζει η μυρωδιά του ανθρώπινου πόνου.Του χαμένου χαδιού, της χαμένης ευκαιρίας, της χαμένης υπόληψης, του χαμένου χρόνου.
Χώνω τη μύτη μου παντού. Γρυλίζω από συγκίνηση και εισπνέω αχόρταγα το βαρύ άρωμα του Θεού μέσα στο λεωφορείο." ΕΚΕΙΝΟΣ ΙΙ – Αφήγημα Βιβλιοπωλείον της Εστίας σελ. 188 "ΚΑΙ ΤΟΤΕ, ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΗΣ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΦΡΙΚΗΣ, ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ: ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ σπρώχνω κι εγώ! Μάλιστα πάτησα και το πόδι του νέου
που μου είχε δώσει το σκαμνί. Κωπηλατούσα με τους ώμους, με τους
αγκώνες, προσπαθώντας να βρεθώ κοντά στη φωτιά. Και τελικά τα κατάφερα!
Τι τέλεια που ήταν! Τι θαλπωρή! Τι συναρπαστικό να βλέπεις τα σανίδια να
σκαν και να πετάν σπίθες ολόγυρα. Έτριψα τα χέρια μου κι ένιωσα το αίμα
μου, βραστό, να επιστρέφει στην καρδιά και στο κεφάλι μου. Ένιωσα ευτυχία. Κάποιος με σκούντηξε, τον
σκούντηξα κι εγώ. Γύρισα και είδα τα σκαμμένα μάγουλα του γέρου που
πριν από ένα μήνα είχε παραμερίσει για το κοστούμι μου. Τώρα ήταν η
σειρά μου να παραμερίσω. Αυτή τη φορά δεν τα ’χασε. Αντίθετα, με προσπέρασε ευχαριστημένος
που πλησίαζε ένα βήμα κοντύτερα στον τενεκέ. Θυμήθηκα τα κοπάδια με τα
αδέσποτα που μαζεύει ο μπόγιας κάθε τόσο, κι ένιωσα πως επιτέλους
αποτελώ κι εγώ μέλος αυτού του κοπαδιού σκυλιών που δαγκώνονται,
γρυλίζουν, διασχίζουν τις λεωφόρους χωριστά και τελικά κοιμούνται γούνα
με γούνα. Κατάλαβα πως οι άνθρωποι έχουμε γεννηθεί για να τρώμε με
μικρές μπουκιές ο ένας τον άλλον.
Πως για ν’
αλληλοσπαραχτούμε ερχόμαστε στον κόσμο και να κλάψουμε μετά, ο καθένας
μας στην αγκαλιά του εχθρού του. Κι ακόμα κατάλαβα πως η οποιαδήποτε
επαφή, ακόμα και η χειρότερη, είναι μετάληψη της ζωής του άλλου. Πως εγώ
δεν μετάλαβα ποτέ κανέναν. Δεν περιείχα και δεν με περιείχε κανείς.
Τώρα με περιέχουν όλοι εκείνοι που έσπρωξα και που με σπρώξαν. Τους
περιέχω κι εγώ. Κι όλους μαζί μάς περιέχει η ζέστη που βγάζουν τα
κομμένα ξύλα καθώς καίγονται."
Η ζωή του Χριστού γραμμένη σήμερα,
παράλληλα με άλλες ζωές, όμοιες με τις δικές μας, που βρίσκονται σε
διάλογο με τον Λόγο Του. Κι αυτός ο διάλογος είναι άλλοτε τραχύς, άλλοτε
ερωτικός και άλλοτε εναγώνιος, αλλά πάντα ειλικρινής και γι’ αυτό
αναγκαίος.
--- Η Ελεωνόρα Σταθοπούλουγεννήθηκε
στην Αθήνα το 1955. Σπούδασε θέατρο στη Σχολή Καρόλου Κουν και στο
Εθνικό. Έπαιξε στην τηλεόραση, το θέατρο και τον κινηματογράφο, όπου
πήρε δύο κρατικά βραβεία Α΄ γυναικείου ρόλου για τις ταινίες 1922 του Νίκου Κούνδουρου και Ένας ήσυχος θάνατος της Φρίντας Λιάππα. Λίγο
αργότερα εγκατέλειψε την ηθοποιία για να ασχοληθεί με την αγιογραφία,
τα εικαστικά, το ραδιόφωνο και το γράψιμο. Αγιογράφησε πολλά εκκλησάκια,
έκανε δύο εκθέσεις στην γκαλερί «Αστρολάβος» και εξέδωσε τα βιβλία Εκείνος, Barbara: διάλογος με μια περσόνα (εκδ. Οδός Πανός) και Καλό αίμα, κακό αίμα (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Επτά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του Εκείνος, το ξανάγραψε για τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας.
Δεν θα πω για τους άλλους.
Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε
και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα
αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια.
Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε,
αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα
ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε.
Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει. Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον
καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά,
εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους
τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες,
τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο
δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο»
απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας
άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει. Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα
χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και
στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια,
χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια
και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε
αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας
ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν.
Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας. Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε
να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε
άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού
στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να
σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να
παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν
άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα
Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν; Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με
το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την
επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την
υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι
γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της
ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς
γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή
το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με
μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν
με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής
των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική
τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως. Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε
σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην
ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι».
Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε
κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να
σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά
βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει
φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα
φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε; Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν
το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται
αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού
ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας
επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»; Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά,
ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι
σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια
λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και
απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη
και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε
χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και
ευχαριστημένο. Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε
για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα,
για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε
αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα
παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή
να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με
το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από
τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη
Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η
Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο
λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα! Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου
και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας.
Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος
και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε
μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των
παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους,
απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από
μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα,
τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε; Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας.
Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό
μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των
γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για
τις δουλειές μας; Δεν νομίζω… Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την
όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει
μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από
ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει
καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον
τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός,
που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε
τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο
απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η
Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους
γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή
έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και
δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να
εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά
την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από
μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη
σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να
σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό.
Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές. Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα:
Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το
χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού
των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να
παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω
σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα,
να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της
Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με
ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση
ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα
σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική
μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους
μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε
εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει),
ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί. Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”.
Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της
προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο,
στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει
βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες
ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια
στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί
Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό
μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας
“Ναι”. Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας
την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη
διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι
ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε
και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι;
Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε… Ότι θα μας
κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το
ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το
μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο
που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας
πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι,
φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό
θα μας χαμογελάσει.